Mercosur (Mercado Común del Sur). Ελεύθερο εμπόριο για τους ισχυρούς, κόστος για τους αδύναμους

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*

Η πρόσφατη υπερψήφιση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur παρουσιάστηκε, για ακόμη μία φορά, ως «στρατηγική επιτυχία» της Ευρώπης σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον. Η ρητορική των Βρυξελλών έκανε λόγο για άνοιγμα αγορών, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και γεωπολιτική αναβάθμιση της ΕΕ απέναντι σε άλλους παγκόσμιους παίκτες. Πίσω όμως από τους τεχνοκρατικούς όρους και τις μεγαλόστομες διακηρύξεις, κρύβεται μια βαθιά πολιτική επιλογή, με σαφείς ωφελημένους και εξίσου σαφώς ζημιωμένους.

Η Mercosur, με χώρες όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη, αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους παραγωγούς αγροτικών προϊόντων μαζικής κλίμακας. Βοδινό κρέας, πουλερικά, σόγια, ζάχαρη, δημητριακά. Πρόκειται για προϊόντα χαμηλού κόστους, παραγόμενα σε συνθήκες που απέχουν σημαντικά από τα ευρωπαϊκά πρότυπα περιβαλλοντικής προστασίας, χρήσης φυτοφαρμάκων και εργασιακών δικαιωμάτων. Παρ’ όλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιλέγει να ανοίξει την αγορά της σε αυτά τα προϊόντα, χωρίς ουσιαστικές δικλίδες προστασίας για τους πιο ευάλωτους παραγωγούς των κρατών-μελών της.

-Η πραγματική σκοπιμότητα της συμφωνίας
Η συμφωνία Mercosur δεν είναι ουδέτερη ούτε «πανευρωπαϊκή» στην ωφέλειά της. Ευνοεί συγκεκριμένα οικονομικά και γεωγραφικά συμφέροντα. Οι βιομηχανικά ισχυρές χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά ,με κυρίαρχο ρόλο τη Γερμανία και δευτερευόντως τις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, αποκτούν πρόσβαση σε μια τεράστια αγορά για τα βιομηχανικά τους προϊόντα. Μηχανήματα, οχήματα, βιομηχανικό εξοπλισμό, χημικά και τεχνολογία.
Το μοντέλο είναι απλό και παλιό.
Εξαγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας και εισαγωγή φθηνών πρώτων υλών και τροφίμων. Το εμπορικό ισοζύγιο ευνοεί τους ισχυρούς, ενώ το κοινωνικό και παραγωγικό κόστος μετακυλίεται στις χώρες με αδύναμη παραγωγική βάση. Αντί η Ευρωπαϊκή Ένωση να λειτουργεί ως μηχανισμός σύγκλισης, λειτουργεί ξανά ως μηχανισμός εμβάθυνσης των ανισοτήτων.

-Η Ευρώπη που δεν επένδυσε στα μέλη της.
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι η ΕΕ προχωρά σε τέτοιες συμφωνίες χωρίς να έχει προηγουμένως φροντίσει για την ισόρροπη ανάπτυξη των κρατών-μελών της. Δεν επένδυσε επαρκώς στη γεωργική αναδιάρθρωση των χωρών του Νότου, δεν ενίσχυσε τη συλλογική παραγωγικότητα, δεν προστάτευσε ουσιαστικά τη μικρή και μεσαία αγροτική εκμετάλλευση. Αντίθετα, εφάρμοσε πολιτικές που αύξησαν το κόστος παραγωγής, περιόρισαν τα εισοδήματα και οδήγησαν σε εγκατάλειψη της υπαίθρου.
Έτσι, η ΕΕ εμφανίζεται να απαιτεί ανταγωνιστικότητα από άνισες αφετηρίες. Μιλά για ελεύθερο εμπόριο χωρίς να έχει δημιουργήσει δίκαιους όρους ανταγωνισμού στο εσωτερικό της. Πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή, όχι για τεχνοκρατική αναγκαιότητα.

-Οι συνέπειες για την ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία
Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις της συμφωνίας Mercosur είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Η ελληνική αγροτική παραγωγή χαρακτηρίζεται από μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, υψηλό κόστος ενέργειας και εφοδίων, χαμηλή παραγωγικότητα και περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό. Παράλληλα, οι Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι λειτουργούν υπό αυστηρότατους ευρωπαϊκούς κανόνες ποιότητας και περιβάλλοντος.
Η εισαγωγή φθηνού βοδινού κρέατος, πουλερικών, ζάχαρης και ζωοτροφών από χώρες της Mercosur δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Οι τιμές πιέζονται προς τα κάτω, τα περιθώρια κέρδους συρρικνώνονται και ο Έλληνας παραγωγός καλείται να ανταγωνιστεί προϊόντα που παράγονται με όρους οι οποίοι στην Ευρώπη και σωστά, απαγορεύονται. Το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο. Περαιτέρω συρρίκνωση της εγχώριας παραγωγής και ενίσχυση των εισαγωγών.

-Πολιτική απόφαση με ιδεολογικό πρόσημο.
Η Mercosur δεν είναι μια τεχνική συμφωνία. Είναι βαθιά πολιτική επιλογή. Εκφράζει το κυρίαρχο μοντέλο μιας Ευρώπης που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της πρωτίστως ως ενιαία αγορά και δευτερευόντως ως κοινωνική και παραγωγική ένωση. Μιας Ευρώπης που θυσιάζει την αγροτική της αυτάρκεια και την περιφερειακή συνοχή στο όνομα της παγκοσμιοποιημένης ανταγωνιστικότητας.

-Η υπερψήφιση και η ιδεολογική σύγκλιση
Η πολιτική αυτή κατεύθυνση αποτυπώθηκε ξεκάθαρα και στον τρόπο με τον οποίο εγκρίθηκε η συμφωνία από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Mercosur υπερψηφίστηκε με ευρεία διακομματική συναίνεση.
Το σύνολο σχεδόν του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, αλλά και σχεδόν τα περισσότερα κόμματα της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς, συντάχθηκαν χωρίς ουσιαστικές αντιρρήσεις υπέρ της συμφωνίας.
Αξιοσημείωτο είναι ότι τα ελληνικά κόμματα της συστημικής αντιπολίτευσης αποτέλεσαν εξαίρεση καταψηφίζοντας ,με το βλέμμα στραμμένο στο εσωτερικό περιβάλλον και τις πολιτικές επιπτώσεις από την πιθανή ψήφιση ,καταγράφοντας διαφοροποιήσεις που αντανακλούν έστω και καθυστερημένα τις πραγματικές συνέπειες για την ελληνική αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή χαμηλής παραγωγικότητας. Να επισημανθεί εδώ ότι η ΕΕ υιοθέτησε τις προτάσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης για την διασφάλιση 21 πιστοποιημένων Ελληνικών προϊόντων όπως λάδι, τυριά, κρασί. Επίσης να μην κρύβουμε το γεγονός ότι ήδη οι εισαγωγές από τις χώρες αυτές της Λατινικής Αμερικής ξεπερνούν τα 500 εκατομμύρια ευρώ ενώ οι αντίστοιχες ελληνικές εξαγωγές μόλις ξεπερνούν τα 35 εκατομμύρια.
Το γεγονός αυτό, δηλαδή η ψήφιση της συμφωνίας με την mercosur,αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής πραγματικότητας.

Στις κρίσιμες στρατηγικές επιλογές, οι ιδεολογικές διαφορές έχουν ουσιαστικά εκλείψει. Έχει παγιωθεί μια ευρεία συναίνεση υπέρ των αγορών, των ισχυρών οικονομιών και της μεταφοράς του κόστους στους πιο αδύναμους. Σε αυτό το περιβάλλον, η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά αδυνατεί να σηκώσει κεφάλι, όχι επειδή δεν υπάρχει κοινωνική ανάγκη για αυτήν, αλλά επειδή έχει αποδεχθεί το ίδιο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που υποτίθεται ότι θα αμφισβητούσε.
Η Mercosur, τελικά, δεν είναι απλώς μια εμπορική συμφωνία. Είναι ο καθρέφτης μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων, όπου η πολιτική σύγκλιση των ελίτ βαθαίνει και η κοινωνική και παραγωγική απόκλιση των λαών μεγαλώνει.
*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος-διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών