
Του Βαγγέλη Σακέλλιου
Δικηγόρου
«… ποταμός τις εκ των γινομένων και ρεύμα
βίαιον ο αιών˙ άμα τε γαρ ώφθη έκαστον
και παρενήνεκται και άλλο παραφέρεται, το δε
ενεχθήσεται…»
Μάρκος Αυρήλιος , Τα εις εαυτόν
Τον μακρινό Μάη του 1976 δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Ο Πολίτης», που εξέδιδε ο ευπατρίδης της ανήσυχης Αριστεράς Άγγελος Ελεφάντης, ένα άρθρο του μέγιστου των Ελλήνων Συνταγματολόγων, του Αριστόβουλου Μάνεση, με τον λιτό και περιεκτικό τίτλο : «Επταετίας» τέλος !
Ήταν το κείμενο της ομιλίας του που έγινε στις 24 Ιουλίου 1975 στο «Αλεξάνδρειο Αθλητικό Μέλαθρο» (Παλαί ντε Σπορ) της Θεσσαλονίκης την πρώτη επέτειο της πτώσης της δικτατορίας με συμμετοχή όλων των πολιτικών κομμάτων της χώρας.
Ο συγγραφέας του (και ομιλητής) κατέληγε : «…Ένα σύνθημα μας ενώνει : «Επταετία, τέλος ! Ποτέ πια δικτατορία, ποτέ πια μοναρχία!» Αυτό όμως σημαίνει, πριν απ’ όλα, πλήρη και γρήγορη κάθαρση – αποχουντοποίηση του κρατικού μηχανισμού και εκδημοκρατισμό του δημόσιου βίου. Και σημαίνει, επίσης, ομαλή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών στο πλαίσιο του νέου Συντάγματος που, παρά τα αυταρχικά στοιχεία του και άλλα ελαττώματα του – τα οποία μπορούν άλλωστε να απαλειφθούν ή να αμβλυνθούν σε προσεχή αναθεώρηση – παρέχει πάντως αρκετά περιθώρια για παραπέρα εξελίξεις… η δημοκρατία για να ζήσει, στην χώρα μας και στην εποχή μας, πρέπει να προχωρήσει. Αλλά και για να προχωρήσει πρέπει πρώτα – πρώτα να ζήσει…».
Έκτοτε, το Ελληνικό Σύνταγμα του 1975 αναθεωρήθηκε τέσσερις φορές. Το 1986, με κυρίαρχες τις μορφές και τους ρόλους του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή, καταργήθηκαν τα συνταγματικά προνόμια του Προέδρου της Δημοκρατίας (πρόωρη διάλυση της Βουλής, κύρωση των νόμων, κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας).
Το 2001, στα πλαίσια στοιχειώδους εκσυγχρονισμού των δομών και λειτουργιών του Κράτους, κατοχυρώθηκε ο (και συνταγματικός) ρόλος των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών ως και η (συνταγματική) προστασία των προσωπικών δεδομένων. Το 2008 ήρθη το απόλυτο επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών ενώ η συνταγματική αναθεώρηση του 2019, εκτός των άλλων, περιλάμβανε την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας με την διάλυση της Βουλής και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, ρυθμίσεις για την ανάδειξη μελών των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, δυνατότητα νομοθετικής πρωτοβουλίας πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών να εισάγουν προτάσεις νόμων στην Βουλή. Ωστόσο η τελευταία αυτή πρωτοβουλία/ρύθμιση παραμένει ατελής αφού ακόμα δεν θεσπίστηκε (επτά χρόνια μετά) ο αντίστοιχος εκτελεστικός νόμος.
Η έναρξη ενός, κυρίως πολιτικού, διαλόγου περί την αναθεωρητέα ύλη του Συντάγματος, σε μια εποχή προκλήσεων και βίαιων αναδιατάξεων, μπορεί να οφείλεται στην κατά νόμο κοινοβουλευτική πλειοψηφία και στους στρατηγικούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης, ωστόσο αυτή καθ’ αυτή η διαδικασία της αναθεώρησης και η ενεργός εμπλοκή σε αυτή όλων των πολιτικών δυνάμεων της Βουλής, πέραν του αυτονόητου ενδιαφέροντος και της οιονεί εμπλοκής της επιστημονικής κοινότητας του «Συνταγματικού Δικαίου», ξαναθυμίζει το αυτονόητο αλλά παραμελημένο, δηλαδή πως το Σύνταγμα και οι συνταγματικοί θεσμοί υπακούουν κατεξοχήν στο αφήγημα της κυρίαρχης πολιτικής τάξης όπως αυτή εκφράζεται από τις κοινοβουλευτικές φωνές της. Κι ακόμα, υπακούουν σε μια συγκεκριμένη αντίληψη ως προς την δομή και την λειτουργία του Κράτους μέσα από τους θεσμούς που επιβεβαιώνουν την απόλυτη κυριαρχία του.
Και εξηγούμαι :
Με την αναθεώρηση του 1986 καταργήθηκε το σύστημα των «λειτουργικών ισοδυνάμων» το οποίο συνέδεε (και συνέθετε) την δομή της εκτελεστικής εξουσίας, ήτοι Πρωθυπουργό και ΠτΔ. Η ως άνω προβλεπόμενη δομή της εκτελεστικής εξουσίας, κατά το Σύνταγμα του 1975, υπάκουε εμφατικά στην λογική του Πολιτεύματος, ιδίως όμως υπάκουε ακόμα ποιο εμφατικά σε αυτούς που κλήθηκαν να εκφράσουν, με τόσο διαφορετικό πολιτικό DNA, αυτά τα «λειτουργικά ισοδύναμα». Γι αυτό και έκτοτε η λειτουργική ισχύς της εκτελεστικής εξουσίας μετατοπίστηκε μονομερώς στο πρόσωπο και τον ρόλο του Πρωθυπουργού και της συνακόλουθης κυβερνητικής/κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η εικόνα αυτή ενισχύθηκε ιδιαίτερα μετά το 2019 όταν δηλαδή ο νέος Πρωθυπουργός καθιέρωσε δια δηλώσεως και δια νομοθετικών πρωτοβουλιών το λεγόμενο «επιτελικό κράτος», στην ουσία του ένα πανίσχυρο Πρωθυπουργικό Γραφείο χωρίς θεσμικά αντίβαρα. Έκτοτε , μέχρι και σήμερα, μετράμε παρενέργειες και αρρυθμίες αυτής της πολιτικής επιλογής που εν τοις πράγμασι είναι η πλέον ουσιαστική άσκηση επί χάρτου μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 1975.
Ο πολύς Ευάγγελος Βενιζέλος, στην διδακτορική διατριβή του με θέμα «Η λογική του Πολιτεύματος και η δομή της εκτελεστικής εξουσίας στο Σύνταγμα του 1975 (βλ. εκδ. Παρατηρητής 1980) προφητικά και οξυδερκώς σημείωνε «…το πρόβλημα που βασικά τίθεται είναι ο βαθμός στον οποίο το Σύνταγμα του 1975 προστατεύει νομικά τη δυνατότητα εναλλακτικής λειτουργίας του Πολιτεύματος, δηλαδή την πολλαπλότητα των αναγνώσεων του Συντάγματος, με τις περί αναθεωρήσεως διατάξεις του.. φυσικά, το φάσμα των πιθανών εξελίξεων της δυναμικής του Πολιτεύματος δεν είναι νομικοπολιτικά πάντα δυνατό να προβλεφθεί…». Πάντως ο συνταγματικός/αναθεωρητικός νομοθέτης του 1986 απάντησε ηχηρά και αποφασιστικά ασχέτως αν η πρωτοβουλία του είχε αφορμή , αιτία και … ονοματεπώνυμο. Πρωτίστως όμως είχε βαρύτατο πολιτικό αποτύπωμα.
Όπως πολιτικό αποτύπωμα, σε επίπεδο συμβολισμού αλλά και υψίστης πολιτικής πρακτικής, είχε και η πρωτοβουλία αναθεώρησης το 2001, όταν δηλαδή κατοχυρώθηκαν συνταγματικά οι πέντε ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, με διακριτή την πρόβλεψη του ελεγκτικού τους ρόλου και της θεσμικής εμβέλειάς τους.
Οι συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες διοικητικές αρχές εν τοις πράγμασι και στο πεδίο μιας ευρύτατης πολιτικής πρακτικής συνιστούν θεσμικές εγγυήσεις και αντίβαρα στην λειτουργία του Κράτους αναιρώντας και αντικρούοντας κάθε κακόβουλη, αυθαίρετη , καταχρηστική και παράνομη κυβερνητική πράξη ή δράση.
Υπενθυμίζω απλώς τον ρόλο της ΑΔΑΕ (Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών) στην ερεβώδη υπόθεση των υποκλοπών, μέγιστο πλήγμα στο Κράτος Δικαίου και μέγιστη ύβρις στο δικαίωμα προστασίας ενός ατομικού δικαιώματος.
Η ΑΔΑΕ, λοιπόν, ερεύνησε, αξιολόγησε, έκρινε. Κι όταν η κρίση της ήταν, φυσικά, contra στο κυβερνητικό αφήγημα νύκτωρ εξαϋλώθηκε δια της … «αναδιάρθρωσης» της !!!
Αν ανατρέξουμε στις αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 1975 ευκρινώς θα διακρίνουμε πως οι εντονότερα πολιτικοποιημένες είναι αυτές του 1986 και του 2001, οφείλονται δε και οι δύο στο ΠΑΣΟΚ, τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κώστα Σημίτη.
Όσο ατελείς και αν κρίθηκαν στο πέρασμα του χρόνου είναι αυτές που ανα-νοηματοδότησαν το ιδεολογικό /πολιτικό φορτίο των εμπνευστών τους –εκφραστών του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου – από την συνταγματική θεωρία στην πράξη.
Και για να δώσω ένα σημείο σύγκρισης : το 2008 η αναθεώρηση (επί διακυβερνήσεως ΝΔ με Κώστα Καραμανλή) περιλάμβανε ως κυριότερη «αλλαγή» την άρση του επαγγελματικού ασυμβίβαστου του βουλευτή (!!!), ενώ, αντιθέτως, η αναθεώρηση του 2001 (επί διακυβερνήσεως ΠΑΣΟΚ με Κώστα Σημίτη), μεταξύ άλλων, περιλάμβανε την θέσπιση νέων δικαιωμάτων (συμμετοχή στην κοινωνία της πληροφορίας και προστασία προσωπικών δεδομένων) και την θεμελιώδη συνταγματική κατοχύρωση πέντε ανεξάρτητων διοικητικών αρχών.
Θέλω λοιπόν να πω ( και να καταδείξω) πως οι αναγνώσεις του Συντάγματος δεν (πρέπει να ) είναι στατικές. Αφορούν, πάντα, την δυναμική των γεγονότων, την πολιτική ισχύ των κομμάτων, το αφήγημα της διακυβέρνησης μέσα από θεσμούς και δομές, την ιδεολογική αναφορά του συνταγματικού νομοθέτη και, βεβαίως, την υπεράσπιση του υψίστου διακυβεύματος της εξουσίας ως αυτοτελούς υποκειμένου της πολιτικής λειτουργίας.
Με άλλα λόγια, θεωρείς και προσλαμβάνεις το Σύνταγμα πρωτίστως ως άσκηση Πολιτικής. Κι αυτός που ασκεί την Πολιτική (του) θέλει, ασφαλώς, και το Σύνταγμά (του).
Υ.Γ. Μια διαφορετική, οξυδερκή και στοχαστική ματιά για την φιλοσοφία του Συνταγματικού Δικαίου και το ύφος του Συντάγματος, ως αλληλοεπίδραση με ιδιαίτερες εκφάνσεις και μορφές της καθημερινότητας στον δημόσιο χώρο, θα βρεις στο εξαιρετικό βιβλίο του πάντα ανήσυχου Σπύρου Βλαχόπουλου, καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, με τίτλο «Χτίζοντας το Πολίτευμα/η Πολιτειακή ταυτότητα της Αρχιτεκτονικής, εκδ. Ευρασία».
Κατανοείς εύκολα την πολιτειακή μνήμη με την κατ’ ιδίαν διαμόρφωση της ταυτότητας του δημόσιου χώρου (ως εικόνα επιβολής) που μπορεί να παράξει η άσκηση της Πολιτικής.