«Γιούρια, γιούρια, γιούρια. Σχολεία με παγούρια!»

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

«Κωστάκηηηηηη, μη φεύγεις έτσι. Πάρε και το παγούρι μαζί σου. Πού θα πιεις νερό; Θα γκαργκανιάσεις στο λιοπύρ’». Ήταν μόνιμα τα λόγια των μανάδων μας όταν πηγαίναμε εκδρομή, λέμε τώρα, στα παρακείμενα χωριά. Να πάρουμε το παγούρ’. Κι έτσι όλα ήμασταν παγουριασμένα. Το παγούρι κρεμασμένο απ’ το λαιμό με νερό από την «Κρύα Βρύση» που ήταν, έλεγαν, πιο κρύο και πιο θαυματουργό. Από άλλη βρύση μάλλον το νερό ήταν υποδεέστερο. Έτσι έλεγαν, αυτό κάναμε.

Στο σχολείο δεν παίρναμε παγούρια, γιατί παίρναμε αναγκαστικά το τσίγκινο κυπελλάκι για να πιούμε το γάλα στο διάλειμμα. Νερό απ’ τη βρύση της πλατείας του σχολείου, κι ας μην ήταν από την «Κρύα Βρύση». «Ανάγκα και οι θεοί πείθονται». Και μας έβλεπες όλους/ες με κρεμασμένη απ’ το λαιμό την τσάντα και πάνω στην τσάντα κρεμασμένο το κύπελλο. Τώρα μη φανταστεί κανείς πως οι τσάντες ήταν «μοδάτες» ή συγκεκριμένης μάρκας ή ακόμη δωρεά από εθνικό χορηγό-ευεργέτη. Από τον αργαλειό είχαν βγει με τραγαμαλίσιο μαλλί που τροχάλαγαν τα χέρια «οι ρουφιάνες» λες και ήταν το τροχείο του μυλωνά.
Και πέρασαν τα χρόνια, μιλάμε για πολλές δεκαετίες. Παγούρι δεν θυμάμαι να το χρησιμοποιήσαμε. Μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Μία ήταν όταν πήγαμε να κόψουμε ξύλα στο δάσος. Ήμουν περίεργο ον. Δεν ήπια από το δικό μου το παγούρι, ήπια από το παγούρι του παππού. Μα ο παππούς όμως δεν είχε στο παγούρι νερό. Είχε τσίπουρο. Φωτιά και λάβα. Ζεματίστηκα, έκοψα κατ’ και χώθ’κα μέσα στο ποτάμ’ να μού φύγει η κάψα. Κι ο παππούς από πίσω να φωνάζει «τι θα πω εγώ στη γιαγιά σου μωρέ σατανά». Τρομακτική αληθινά εμπειρία.
Τέλος το παγούρι. Κάποτε κάποτε την ταυτίζαμε τη λέξη με το αγγούρι και κάναμε και λογοπαίγνια. Μάλιστα επί ερωτικής απογοητεύσεως. «Έμεινε ο Γιώργος παγούρ’ και του ‘μεινε στο χέρ’ το αγγούρ’». Και πέρασαν τα χρόνια και αγγούρια και παγούρια ουδαμού για να δροσιστούμε κι έφτασε ο κορωνοϊός και μας «ζαβζέκιασε» και χάσαμε τ’ αυγά και τα πασχάλια μας. Κι ούτε ψάχνουμε κι ούτε βρίσκουμε μονάχα ακούμε και ακολουθούμε. «Μέσα τα κεφάλια, κόψτε τα πανηγύρια-εκεί χοραμπ’δάει ο ιός, στα θέατρα δεν μας πιάνει-, από μέσα «εκπορεύεται», απ’ όξω, απ’ το εξωτερικό φοβάται να μας έρθει και πάει λέγοντας.

Και λέει. Πολλά λέει… Αύξηση κρουσμάτων, στα όρια του συναγερμού. Λίγο ακόμα και ξανά μανά τα μέτρα του Απριλίου. Κι ανοίγουν και τα σχολεία και μεγάλο το πρόβλημα να μαντρώσουμε τα παιδιά και δόστου μια «Κεραμέως αριθμητική». Τόσα παιδιά σ’ όλη την Ελλάδα, τόσες οι αίθουσες, άρα 17 σε κάθε αίθουσα. (Να σκούξου ή να γελάσω; Σκούζουν οι δάσκαλοι και γελάνε οι γονείς). Το σκούξιμο απαγορεύεται, ο γέλωτας είναι ειρωνεία. Ορέ τα παιδιά, γι’ αυτά ποιος θα μιλήσει; Άλλη φορά… Σε άλλη περίσταση. Τώρα λύσαμε το μέτρημα… Και η λύση είναι θαυματουργή. Το παγούρι. Το ξεχασμένο παγούρι βγαίνει πάλι στην επιφάνεια. Εξ ου και το σύνθημα. «Γιούρια, γιούρια, γιούρια, σχολεία με παγούρια». Τι θα περιέχουν; Θα δούμε. Όχι υγειονομικό υλικό, όχι προστασία μαθητών και εκπαιδευτικών, όχι προσλήψεις προσωπικού κι ούτε «δυο γκλίτσες γράμματα». Νερό, νεράκι… Οψόμεθα! « “Η Αριστεια” θα δείξει».

Με τη σκέψη αυτή σωστός είναι και ο έντονος προβληματισμός των Ηπειρωτών και ανοιχτό το ενδεχόμενο μήπως αδειάσει και η Παμβώτιδα. Μεγαλύτερος είναι ο προβληματισμός όταν αυτά όλα τα αναθέτουμε στους νεοπαγείς εθνικούς μας ευεργέτες. Ο ένας θα δώσει τις μάσκες δωρεάν, ο άλλος τα παγούρια. Αναμένομεν την ανακοίνωση του Άδωνη. «Στα πλαίσια της προσέλκυσης επενδυτών και της οικονομικής ανάπτυξης δίνονται δωρεάν μάρκες για το Καζίνο».
«Το σπαραγμό σου Ελλάδα μου, ποια νύχτα θα μου κρύψει;
Ποιος πόνος θα μου πει;
Ξεπέρασα τον πόνο πια και τη βαθιά μου θλίψη
κι έφτασα στη σιωπή.
Και στέκω εμπρός σ’ ένα σωρό ρημάδια και συντρίμμια,
κι ούτε μια δέηση να πω μπορώ, και ούτε μια βλαστήμια». Φώτης Αγγουλές

Προτεινόμενα για εσάς