Επετειακές “γραφές” στον Ελπ. Ιντζέμπελη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΥΧΤΑ

Απρίλιος 1826. Το αγιάζι ήταν ακόμη τσουχτερό στα κορφοβούνια. Τρυπούσε τα κόκαλα. Οι αρματολοί, τα ελεύθερα παλικάρια άντεξαν ακόμη ένα χειμώνα ένοπλου αγώνα. Από την εποχή που οι Φιλικοί κήρυξαν τον ξεσηκωμό, σε κάθε σημείο της Ελλάδος εκδηλώθηκαν οι πρώτες συλλογικές επαναστατικές πράξεις. Το ίδιο συνέβη και στο Μεσολόγγι και ιδιαίτερα από την εποχή που ο Λόρδος Βύρωνας πάτησε το πόδι του εκεί. Ένας άλλος αέρας φύσηξε, γεμάτος λευτεριά να γεμίσει τις καρδιές των Ελλήνων. Και τα αμούσταγα αγόρια ακόμα αντρώσανε και αψήφησαν την τουρκιά. Πολλά παλικαρούδια, αρματώθηκαν μαζί με τους γονιούς τους ακολουθώντας ατρόμητους καπεταναίους. Όλοι είχαν αφημένη την ψυχή τους στην πατρίδα, στον αγώνα για τη λευτεριά.

Μέχρι τη τελευταία στιγμή που ήρθε ο πρώτος πόνος και η Αντριάνα, η μαμή, τη ξάπλωσε να τη ξεγεννήσει, η Ταρσώ, δεν το είχε βάλει κάτω. Όλες τις δουλειές της αγροικίας και του υποστατικού είχε αναλάβει από την ημέρα που πέθανε ο πατέρας της και ο Αναστάσης, τρεις ημέρες μετά το γάμο τους και το θάνατο του Λόρδου Βύρωνα, την άφησε και πήρε τα βουνά για τον απελευθερωτικό αγώνα.
-Που με αφήνεις μονάχη. Μείνε κοντά μου άμυαλε, εσύ θα σώσεις τούτον το τόπο! του φώναζε όταν εκείνος της απαντούσε μέσα από το πλούσιο χαμόγελό του, που μαρτυρούσε την άμυαλη και αυθόρμητη δύναμη της νιότης.
-Ταρσώ, μην λες λολαμάρες. Δεν είμαι μόνος, είμαστε πολλοί. Το παιδί που θα μεγαλώσεις στη κοιλιά σου πρέπει να γεννηθεί σε λεύτερη πατρίδα. Του το οφείλουμε, αλλιώς να μην το κάναμε.

Αυτά τα λίγα είπε ο Αναστάσης στη Ταρσώ κι έφυγε μαζί με κάμποσα άλλα συνομήλικα παλικάρια να πάνε ν’ ανταμώσουν τον οπλαρχηγό Κίτσο Τζαβέλα, που μόλις είχε φτάσει στα μέρη τους για να βοηθήσει το Μεσολόγγι να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.
Το όνομα αυτό είχε γίνει θρύλος, μαζί και του Δημήτρη Μακρή, του Νότη Μπότσαρη και πολλών άλλων αρχηγών του Αγώνα. Ο παπά Λάμπρος, που είχε μετατρέψει το κατώγι του σπιτιού του Χρήστου Καψάλη, σε κρυφό σχολιό και δίδασκε Ελληνικά γράμματα, έλεγε και διάφορες ιστορίες για τις ανδραγαθίες του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά του Τουρκοφάγου, του Εμμανουήλ Παπά, πρωτεργάτη της επανάστασης στη Μακεδονία, του Κανέλλου Δεληγιάννη ισχυρή προσωπικότητα στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, και πολλών άλλων άξιων ανδρών.

Τρεις φορές είχε κατέβει κρυφά από τους προμαχώνες, ο Ανέστης, ετούτο το διάστημα για να συναντήσει την Ταρσώ. Πολύ τη νοιαζόταν καθώς ήταν μόνη κι έρημη.
Τελευταία φορά που συναντήθηκαν οι δυο νέοι ήταν σαν ζύγωνε η ώρα να γεννήσει και οι Τούρκοι ετοιμάζονταν να επιτεθούν για άλλη μια φορά στο πολιορκημένο Μεσολόγγι με τους εξουθενωμένους πλέον Έλληνες από την μακροχρόνια πολιορκία του Κιουταχή και του Ιμπραήμ.
Βράδυ, την ώρα που το σκοτάδι είχε πήξει, επιτέλους, έφτασε σαν κλέφτης, με χίλιες προφυλάξεις στο σπιτικό του. Οι δυο νέοι έμειναν ξύπνιοι όλο το βράδυ κάνοντας όνειρα και δίνοντας ευχές, για το παιδί τους να γεννηθεί γερό και να πατήσει χώμα ελεύθερο.
-Τι ωραία που θα ήταν να έμενες μαζί μου, πρόφερε γλυκά η Ταρσώ.
-Μη πιάνεις τα ίδια λόγια στο στόμα σου γυναίκα, βαραίνουν τη ψυχή μας και δεν μας βγάνουν πουθενά.

-Ξέρω, ξέρω, Αναστάση μου. Προηγείται ο Αγώνας, η ελευθερία της Πατρίδας. Όμως γυναίκα είμαι και με πιάνει το παράπονο.
-Φτάνει ο καιρός που θα γυρίσουμε στα σπίτια μας. Άκουσα σκόρπια λόγια από τον Μπότσαρη και τον Τζαβέλα πώς οι Άγγλοι υποστηρίζουν τον Κάνιγκ.
-Ποιος είναι αυτός;
-Σάματις ξέρω! Κανένας σαν τον λόρδο Βύρωνα μπορεί να είναι. Ποιος να ξέρει, θα δούμε, συμπλήρωνε εκείνος.
-Αφού δεν ξέρεις, πώς λες ότι φτάνει ο καιρός να λευτερωθούμε;
-Είπαν οι καπετανέοι, ότι αν εξυπηρετούνται τα βρετανικά συμφέροντα, γρήγορα θα τελειώσει ο πόλεμος.
-Πόσο γρήγορα;
-Που θες να ξέρω, Ταρσώ μου!
-Λόγια, λόγια, πήξαμε στα λόγια.

-Μη χολοσκάς κι όλα θα γίνουν, ολοκλήρωνε ο Αναστάσης με κατευναστικό ύφος για να μερέψει τη γυναίκα του.
Εκείνη, πήρε να κάνει σαπουνάδα στα γένια του, έπειτα έπιασε το ξυράφι κι όταν εκείνος πήγε ν’ αντιδράσει, τα λόγια της τον σταμάτησαν.
-Θέλω να φιλήσω στο πρόσωπό σου τον μικρό Ανέστη· κι όχι τον άντρα πολεμιστή.
Μόλις άρχισε να τον ξυρίζει, εκείνος, αναστέναξε. Αργότερα, λίγο πριν τελειώσει ακούστηκε.
-Αύριο όλοι θα γελούνε σαν με δούνε ξυρισμένο. Θα μου φωνάζουν: τι θέλει τούτο το βυζανιάρικο στους προμαχώνες.
-Την αντρική ψυχή δεν την κάνουν τα γένια. Άστους να λένε. Εσύ, θα έχεις νιώσει τα φιλιά μου, του απάντησε και με τα δάχτυλά της του έπλενε τα μάγουλα και το λαιμό.
Με καθαρά κορμιά ξάπλωσαν κάτω από τη βαριά φλοκάτη, αγκαλιασμένοι σφιχτά.
-Κατάλαβες;
-Ναι, κλωτσάει! πολεμιστής θα γίνει.
-Σαν τον πατέρα του.

Δεν μίλησαν άλλο έμειναν προσηλωμένοι στη σιωπή που τους επέβαλαν η κούραση και το σμίξιμο. Καμώθηκαν πως κοιμήθηκαν ενώ μετρούσε ο ένας τις ανάσες του άλλου.

-Αν τις επόμενες μέρες αρχίσουν να καίνε τα χωριά, φύγε πριν φτάσουν στο δικό μας. Πήγαινε στο σπίτι του Καψάλη, μην διακινδυνεύσεις τη ζωή σου. Εκείνος, είναι ταγμένος να βοηθήσει τους γέρους και τα γυναικόπαιδα.
-Φωτιά να πέσει στη Τουρκιά.
-Θα γίνει κι’ αυτό. Πρόσεχε.
Αυτές ήταν οι τελευταίες κουβέντες του. Την φίλησε στο μέτωπο. Το φιλί του αποχωρισμού ήταν πικρό. Ακούμπησε το χέρι του στην κοιλιά της με ένα αχνό χαμόγελο. Κατόπιν με βήμα αποφασιστικό, χωρίς να κοιτάξει πίσω του, έφυγε. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της και του φώναξε.
-Είμαι περήφανη για σένα. Ο Θεός μαζί σου.

Οι επόμενες ημέρες ήταν δύσκολες για το Μεσολόγγι και για την Ταρσώ. Τούρκοι και Αρβανίτες είχαν ξεχυθεί κι έκαιγαν ακόμη και το μικρότερο χωράφι. Στο πέρασμά τους τίποτα ζωντανό δεν άφηναν παρά μόνο στάχτες, αίμα και συμφορά. Η Ταρσώ ανυπομονούσε να γεννήσει πριν ξεσπάσει και στο χωριό της η μάνιτα τους. Φοβόταν για το μικρό της, μην το πάρουν και το τουρκέψουν. Ευτυχώς, ο Θεός την λυπήθηκε και στις τέσσερις Απριλίου, η γριά Αντριάνα, η μαμή, την ξεγέννησε κι ένα όμορφο λιανό κοριτσάκι είδε το φως του σκλαβωμένου κόσμου.
Κάθε ημέρα όλο και πιο κοντά στο χωριό ακούγονταν κρότοι από κανόνια και τουφέκια. Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι και καμένη σάρκα και πολλές φορές ο αγέρας γινόταν αποπνικτικός. Ο κλοιός στένευε γύρω από το Μεσολόγγι. Φίδια ζώσανε την καρδιά της. Αν σκοτωνόταν η ίδια ή ο άντρας της; Αν της παίρνανε το παιδί, ο Αναστάσης δεν θα έβλεπε ποτέ το παιδί του; Αυτές οι σκέψεις βασάνιζαν την Ταρσώ, ώσπου πήρε την απόφαση να πάει να βρει τον Αναστάση να του δείξει το μωρό τους.

Φόρεσε μαύρα ρούχα που της έδωσε η μαμή Αντριάνα και μεταμφιεσμένη σε γριά, με το μικρό της καλά καμουφλαρισμένο στον κόρφο της, σούρουπο έφτασε στον προμαχώνα σε αναζήτηση του άντρα της.
Δύσκολα κατάφερε η Ταρσώ να τον συναντήσει. Σαν τρελός έκανε εκείνος που την είδε ξαφνικά μπροστά του. Τρελός από έκπληξη και πανικό για το πώς θα μπορούσε να τους προστατέψει αφού είχε κανονιστεί τα μεσάνυχτα να εγκατέλειπαν την πόλη. Την έσφιξε στην αγκαλιά του, έπειτα χάιδεψε την κόρη του και αμέσως με εμφανέστατη απόγνωση της εξήγησε ότι σήμερα ήταν η τελευταία νύχτα. Την απόφαση που είχαν πάρει οι καπεταναίοι να εγκαταλείψουν κρυφά την πόλη πριν την επίθεση των Τούρκων, γιατί όλοι ήσαν εξουθενωμένοι από την μακροχρόνια πολιορκία και θα ήταν άδικο να χαθούν τόσα παλικάρια.

-Θα πας μαζί με τα άλλα γυναικόπαιδα όταν ξεκινήσουμε, της τόνισε, και να προσπαθήσεις να μην κλάψει το μωρό και μας προδώσει, θα περάσουμε μέσα από τον τούρκικο κλοιό. Θα συναντηθούμε μόλις ξεφύγουμε, εντάξει;
-Εντάξει.
-Ο Θεός μαζί μας, είπε ο Αναστάσης και φίλησε και τις δύο γυναίκες του.
Εκείνη σαν αντρειωμένη τον έπιασε σφιχτά από το μπράτσο και του είπε με φωνή σταθερή
-Όλα καλά θα πάνε, θα δεις.

Σάββατο ήταν και θα ξημέρωνε Κυριακή των Βαΐων, όλα ήταν έτοιμα. Ακριβώς μεσάνυχτα θα κινούσαν για τη μεγάλη έξοδο σε τρεις φάλαγγες με επικεφαλής η κάθε μία από έναν από τους τρεις αρχηγούς, Τζαβέλα, Μπότσαρη, Μακρή. Και πράγματι, έτσι έγινε. Δώδεκα ακριβώς ξεκίνησε η πρώτη φάλαγγα. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα κι ενώ όλα έδειχναν ότι θα τα κατάφερναν, ξαφνικά οι ορδές των βαρβάρων καιροφυλακτούσαν, ξεχύθηκαν καταπάνω τους κι άρχισαν να τους σφυροκοπούν με τουφεκιές και κανονιές.
Πολλοί Έλληνες ξοδεύτηκαν χωρίς να προλάβουν ν’ αντιδράσουν. Οι δύο φάλαγγες που ακολουθούσαν ρίχτηκαν κι εκείνες στη μάχη φέρνοντας μεγάλη αντίσταση στους Κιουταχή και Ιμπραήμ.
Μέσα στην αντάρα μια φωνή ακούστηκε: «πίσω-πίσω στα κανόνια». Πολλοί υπάκουσαν και φεύγοντας πίσω για το Μεσολόγγι, διέσπασαν την αμυντική τους διάταξη που είχαν όλοι μαζί. Οι Τούρκοι που είχαν πάρει θέσεις τούς έσφαζαν αλύπητα.
Ο Αναστάσης, με το νου του εστραμμένο στη Ταρσώ, πολεμούσε σαν λυσσασμένο σκυλί μαζί με άλλα παλικάρια ξοδεύοντας πολλούς Τούρκους και κατάφεραν να είναι από τους πρώτους που ξέφυγαν από τον τούρκικο κλοιό και να σκορπιστούν στα γύρω βουνά να σωθούν.

Η Ταρσώ παρασυρμένη από τον όχλο, κρατώντας πάντα σφιχτά στην αγκαλιά της την κόρη της, κατάφερε να ξεφύγει μέσα στον ορυμαγδό της φωτιάς και του μολυβιού και γύρισε πίσω στο χωριό. Στο σπίτι του Χρήστου Καψάλη, όπως την είχε ορμηνέψει ο Αναστάσης.
Στο σκοτεινό κατώγι δεν έπεφτε τρίχα. Στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, γέροι, γυναίκες και παιδιά με τεταμένες αισθήσεις φόβου να τους έχει κόψει την ανάσα προσδοκούσαν να αποφύγουν το μοιραίο τέλος.
Μόλις λίγο καταλάγιασε ο φόβος και ο πανικός, η Ταρσώ, τράβηξε το μάλλινο σκουτί να δει την κόρη της που όλες εκείνες τις δύσκολες ώρες δεν είχε βγάλει άχνα· σαν να ήταν δασκαλεμένο το βρέφος να μείνει στη σιωπή.
Στην αρχή δεν κατάλαβε, μα μόλις αντιλήφθηκε, πόσο πολύ από τον φόβο της είχε σφίξει το προσωπάκι της στο στήθος της για να μην κλάψει και προδοθούν την ώρα της εξόδου στον αλλόφρονα πανικό, είχε πάθει ασφυξία.
Με την παλάμη της έκλεισε το στόμα της κι άρχισε να κλαίει με γοερούς λυγμούς. Ήθελε να φωνάξει μα δεν τόλμησε.

Ο παπάς, με ψελλίσματα σταύρωσε τη μικρή και συμβούλεψε την Ταρσώ να φανεί δυνατή.
Ο ορυμαγδός της μάχης είχε μεταφερθεί και στους δρόμους του χωριού, γύρω από τους προμαχώνες που δινόταν τιτάνια πάλη και συχνά κατέληγε στην ανατίναξη κάποιας μπαρουταποθήκης.
Με σαλεμένα τα λογικά από το μίσος, η Ταρσώ αγκάλιασε το νεκρό μωρό της και σηκώθηκε να φύγει. Ο παπάς που πήγε να την σταματήσει σπρώχτηκε λέγοντας του, ότι πάει να βρει τον άντρα της, να πολεμήσει στο πλάι του.
Μόλις που πρόλαβε να βγει έξω και να απομακρυνθεί μερικά μέτρα όταν ένα γιουρούσι Τούρκων κύκλωσε το σπίτι. Έσπασαν την πόρτα και τα παράθυρα και όρμισαν μέσα για να σφάξουν και να ληστέψουν.
Η Ταρσώ, λούφαξε πίσω από μία μάντρα, έγινε ένα κουβάρι καλύπτοντας με το σώμα της το άψυχο βρέφος. Πολλοί Τούρκοι είχαν μπει μέσα στο σπίτι και πιο πολλοί ακόμη συνωστίζονταν γύρω του, όταν ένας εκκωφαντικός κρότος τίναξε στον αέρα το σπίτι μαζί με Έλληνες και Τούρκους. Τότε θυμήθηκε πως στο κατώγι καθόταν επάνω σε κάτι μικρά βαρέλια που μάλλον είχαν μπαρούτι.

Η Ταρσώ, με σαλεμένο μυαλό ψιθύριζε στο αφτί της κόρης της. Ευτυχώς μικρό μου, πρόλαβα να σε γλιτώσω από το θάνατο. Τώρα θα πάμε στον μπαμπά σου.
Αμέσως σηκώθηκε και δίχως έγνοια να προστατευτεί, αδιάφορη αν την έβλεπαν και την σκότωναν, πήρε το μονοπάτι για τους προμαχώνες, ήθελε να πάει εκεί που ακόμη πολεμούσαν κι έφερναν σθεναρή αντίσταση, οι απομείναντες Έλληνες. Τα βόλια σφύριζαν γύρω της όπως και οι ανθρώπινες κραυγές. Εκείνη σαν να ήταν μόνη παρηγορούσε με θερμά λόγια την κόρη της: Κάνε υπομονή μικρό μου και φτάνουμε στο μπαμπά. Σε αγαπάει, θα δεις, θα σε πάρει αγκαλίτσα και θα σου λέει τραγουδάκια. Είναι καλός ο μπαμπάς… είναι παλικάρι.
Δεν θα είχε κάνει εκατό μέτρα όταν ένα αδέσποτο βόλι καρφώθηκε στο αριστερό της στήθος. Σταμάτησε, έσφιξε στην αγκαλιά της την κόρη της, αιωρήθηκε για λίγο ώσπου λύγισε κι έπεσε ανάσκελα με ανοιχτά μάτια να κοιτάζει τον ουρανό με μια έκφραση ικανοποίησης στο πρόσωπό της να δηλώνει το αντάμωμα με την ελευθερία.
Ξημερώνοντας η δωδεκάτη Απριλίου του 1826, το Μεσολόγγι ήταν ένας σωρός από πυρίκαυστα ερείπια. Ανάμεσα στις φωτιές και τους καπνούς, ένας βαριά λαβωμένος άντρας σερνόταν με δυσκολία ανάμεσα σε πτώματα αντρών και γυναικών να βρει τη γυναίκα του ψελλίζοντας σαν τρελός. Ταρσώ μου… Ελευθερία, θα βαφτίσουμε την κόρη μας.

Προτεινόμενα για εσάς