Άγνωστες πτυχές από το μαρτύριο της Οσίας Μητρός ημών Θεοδώρας

Έρευνα του πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ Γ
13.Η συνάντηση
Είναι μέρα της εβδομάδος Τρίτη και πριν την Μεγάλη εβδομάδα, όταν αποβραδίς ο Ανανίας επισκέπτεται την Θεοδώρα στο Ασκητήριό του και την ενημερώνει, ότι την αυριανή μέρα θα ξαναπάει στην Πρέντα.
Ο Νικηφόρος παρακολουθεί με προσοχή και παίρνει την απόφαση με το παιδικό του μυαλό, να ακολουθήσει τον παπά.
Εξάλλου από την Τρίτη το βράδυ οι δύο ηγουμένες βρίσκονται στην οικία του Ιππολύτου στην Πρέντα, για να συναντήσουν την επομένη τον Ανανία. Ταυτόχρονα διασκορπίζονται οι πέντε ιερείς και καταλαμβάνουν θέσεις σε όλες τις διαβάσεις του δάσους, ένας δε εξ αυτών κρύβεται κοντά στο μοναδικό πηγάδι της περιοχής.
Όταν ο Ανανίας αναχώρησε από το ασκητήριο, ήταν πολύ πρωί, βαθύ σκοτάδι και δεν κατάλαβε ότι τον ακολουθούσε ο μικρός Νικηφόρος. Αυτός είχε σηκωθεί κρυφά, όταν η μητέρα του βγήκε από το σπήλαιο για να τακτοποιήσει τις δύο κατσίκες. Όταν όμως μετά από μισή ώρα επέστρεψε στο σπήλαιο, διαπίστωσε την απουσία του μικρού Νικηφόρου και κατάλαβε ότι ακολούθησε τον ασκητή. Αμέσως έντρομη ακολούθησε την στενωπό του δάσους, μήπως και προλάβει τον Νικηφόρο.
Γύρω στο μεσημέρι της Τετάρτης, ο Ανανίας βρισκόταν σε θέση που απείχε γύρω στο ένα τέταρτο από την Πρέντα, όταν ακούει γρύλισμα άγριου ζώου και εν συνεχεία φωνές μικρού παιδιού. Αμέσως επιστρέφει προς τα εκεί που ακούστηκαν οι φωνές και βλέπει τον Νικηφόρο τραυματισμένο, να βρίσκεται μέσα σε ένα χαντάκι. Αμέσως τον παίρνει στα χέρια και τον μεταφέρει γρήγορα, παρά τα γεράματα και τη κούρασή του, στο πρώτο σπίτι του χωριού που συναντά. Παρακάλεσε δε την οικοδέσποινα να τον περιποιηθεί μέχρις ότου επιστρέψει και τον παραλάβει.
Όταν έφυγε από το σπίτι ο Ανανίας, για να πάει στην οικία του Ιππολύτου, η οικοδέσποινα ρωτά το παιδί και μαθαίνει ότι ονομάζεται Νικηφόρος και είναι γιός της Θεοδώρας και του παππού. Κατάλαβε ότι ο μικρός είναι ο Διάδοχος του θρόνου.Δεν πρόλαβε να συνέλθει από την ταραχή της, όταν βλέπει την Θεοδώρα να μπαίνει στην αυλή του σπιτιού. Όταν την είδε ο μικρός Νικηφόρος έτρεξε στην αγκαλιά της.

Η οικοδέσποινα αμέσως γονατίζει μπροστά στην επισκέπτρια και αναφωνεί:
-Βασίλισσά μου Θεοδώρα, ο λαός σε αναζητεί.
-Κάποιο λάθος έγινε. Δεν είμαι η βασίλισσα, αλλά δούλη του Υψίστου, απαντά η Θεοδώρα. Και παίρνει τον Νικηφόρο και φεύγει γρήγορα.
Όταν η οικοδέσποινα εκείνη συνήλθε από την ταραχή της, τρέχει αμέσως να ειδοποιήσει ότι είδε την βασίλισσα. Φτάνει στο πηγάδι, όπου ήταν ένας ιερεύς, στον οποίο αναφέρει τα πάντα. Και ο ιερεύς στην συνέχεια αποκαλύπτει στην γυναίκα ότι ο ίδιος πριν λίγη ώρα, που βρισκόταν σε κάποιο σημείο του δάσους κόβοντας ξύλα, συνάντησε μια γυναίκα που αναζητούσε ένα γέροντα με ένα παιδί και την θεώρησε τρελή.
Η οικοδέσποινα τρέχει προς την οικία του Ιππολύτου για να ειδοποιήσει ότι είδε την βασίλισσα, ο δε ιερέας τρέχει για να προλάβει καθ΄οδόν την βασίλισσα.

14.Ο Ανανίας και οι δύο Γερόντισσες στο σπίτι του Ιππόλυτου.
Στο σπίτι του Ιππολύτου εν τω μεταξύ είχε φτάσει ο Ανανίας. Τον υποδέχτηκαν εγκάρδια και οι οικείοι, αλλά και οι δύο ηγουμένες, που βρισκόταν εκεί από το προηγούμενο βράδυ. Λαμβάνοντας τον λόγο η Ηγουμένη Μαρία λέγει στον ασκητή Ανανία.
-Πάτερ Ανανία,σας φέρουμε τις ευλογίες του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη, που σας στέλνει δύο κατσίκες, ρουχισμό και τρόφιμα. Επειδή ο ρουχισμός και τα τρόφιμα είναι πολλά, να εκλέξεις μόνος σου όσα σου χρειάζονται και τα υπόλοιπα να μοιραστούν στους φτωχούς.
Ανοίγει δε εν συνεχεία τον σάκο, ο οποίος περιέχει κατά μεγάλο μέρος γυναικείο ρουχισμό. Όταν τα είδε ο Ανανίας, όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκε αλλά ακούστηκε να λέγει:
-Ο Θεός φώτισε τον Άγιο Μητροπολίτη μας…
Ταυτόχρονα μόνος του διπλώνει τα ρούχα και τα τοποθετεί στον σάκκο.
Αμέσως η Ηγουμένη Μαρία τον ρωτάει:
-Υπάρχει πάτερ καμιά γυναίκα στο ασκητήριο;
-Όχι, απαντά ο ασκητής.
-Τότε θα σας είναι άχρηστα τα γυναικεία ρούχα, του λέγει η Ηγουμένη.
Ο Ανανίας σιωπά και γίνεται κατακίτρινος. Βρίσκεται σε μεγάλη αγωνία και μπροστά σε ένα μεγάλο δίλλημα. Δεν γνωρίζει τι πρέπει να κάνει.
Σε λίγο φτάνει στο σπίτι και η γυναίκα που περιποιήθηκε τον τραυματισμένο Νικηφόρο φωνάζοντας: «Είδα την βασίλισσα….»

Ταραχή και δέος κατέλαβε τους πάντες. Και ενώ οι ηγουμένες κλαίνε ο Ιππόλυτος βγαίνει από το σπίτι του τρέχει και ανεβαίνει σε κάποιο βράχο και σφυρίζει συνέχεια για να προσέλθουν και οι υπόλοιποι ιερείς. Σε λίγο φτάνουν ασθμαίνοντες όχι μόνο οι ιερείς, αλλά και πολλοί χωρικοί από τα γύρω, που έμαθαν για το γεγονός.
15.Περιπλανώμενη η Οσία στα Τζουμέρκα.
Νέα δοκιμασία ξεκινάει για την βασίλισσα. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να χαθούν τα ίχνη της.. Έχοντας στην αγκαλιά της τον μικρό Νικηφόρο, προσπαθεί να κρυφτεί σε λαγκάδια και ρεματιές. Μέρες ταλαιπωρείται στα ορεινά Τζουμέρκα. Δεν γνωρίζει όμως ότι πολύ διακριτικότατα την παρακολουθεί ο παπα-Νικόλας, ένας από τους ιερείς που συμμετείχαν στην προσπάθεια εντοπισμού της. Κουρασμένη και ταλαιπωρημένη καθώς ήταν κάθησε σε ένα βράχο, που είχε σχήμα αναπαυτηρίου, για να ξεκουραστεί. (πρόκειται για τον βράχο που αναφέρει η παράδοση). Εκεί την πλησιάζει ο ιερέας, που την παρακολουθούσε μέρες, της υποκλίνεται εδαφιαία και λέγει σ΄αυτή, δίνοντάς της το περιδέραιο.
-Βασίλισσά μου, έχω εντολή από τον Μητροπολίτη να σας επιστρέψω το κειμήλιο, το οποίο χάσατε….
-Ούτε κειμήλιο έχασα, ούτε βασίλισσα είμαι. Η Βασίλισσά σας βρίσκεται στα ανάκτορα. Εγώ είμαι απλά μια δούλη του Υψίστου.

Ο ιερέας επιμένει. Μετά από επίμονη προσπάθεια να μάθει ποια είναι, η Θεοδώρα του φανερώνεται και δέχεται να φιλοξενηθεί στο σπίτι του. Ζητάει δε να συναντήσει τον ασκητή Ανανία.
Ο Ανανίας ειδοποιείται και καταφτάνει μετά από λίγες μέρες μαζί με τις δύο ηγουμένες. Η Θεοδώρα βλέποντας τον κάτωχρο Ανανία, παίρνει το περιδέραιο, το δείχνει στον ασκητή και του λέγει:
-Πάτερ Ανανία,ο χρυσός πρόδωσε αυτόν τούτον τον Χριστό.Πώς είναι δυνατόν να λυπηθεί εμένα;
Οι κατάξηροι από τις στερήσεις οφθαλμοί του Ανανία,υγραίνονται από τα δάκρυα που αρχίζουν να κυλούν στο πρόσωπό του και το στόμα του ψελλίζει
-Συγχώρηση ζητώ Βασίλισσά μου..

Η Ηγουμένη Μαρία αρχίζει να παρακαλεί την Θεοδώρα να επιστρέψει, αλλά συναντά την σθεναρή αντίδραση της .
Τελικά αποφάσισε να γυρίσει.
Η συγκίνηση που κατέλαβε τους πάντες στο άκουσμα της απόφασης της Θεοδώρας ήταν απερίγραπτη. Δάκρυα άρχισαν να ρέουν από τα μάτια των παρισταμένων.
Στην Άρτα ο λαός της πόλης είναι κυριολεκτικά ανάστατος. «Ζει η Βασίλισσα… Να φύγει η Γαγγρινή… Έρχεται η Θεοδώρα…» ακούγεται σε ολόκληρη την πόλη. Ο λαός γιορτάζει. Η Βασίλισσα Θεοδώρα αναμένεται σαν λύτρωση της πόλης και του Δεσποτάτου από τα δεινά του πρόσφατου κακού παρελθόντος.

16.Η μεταστροφή του Μιχαήλ
Ο Ευθύμιος στο «Χρονικό του Γαλαξειδίου» αναφέρει ότι η ψυχή του Μιχαήλ ταραζόταν και έβλεπε άσχημα όνειρα και είχε χάσει τον ύπνο του από τις τύψεις της συνειδήσεως.Και ένα βράδυ φανερώθηκε στον Μιχαήλ ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός με όλη του την λάμψη της θεϊκής ευμορφίας και του είπε τα εξής λόγια:
« Μιχαήλ! το κακό, όπου έκαμες, θα σού γένη ένα φοβερότατο κρίμα, διατί ακούοντας του εχθρού μου Σατανά τα διαβολικά λόγια, εδίωξες την αγγελικήν σου γυναίκα· εγώ θα σε παιδεύσω παραδειγματικά, ρίχνοντας από τον ουρανό φωτιαίς και αστροπελέκια, που να σε κατακάψουνε μαζί με την παλλακή την μιαρώτατη του Σατανά φιλενάδα· και αν αγαπάς την αγάπη μου, γοργόν να πηγαίνης να πάρης την Θεοδώραν στο αρχοντικό σου, διά να σού συχωρέσω το κακό, που έκαμες».
Έτσι αρχίζει πλέον η μετάνοια του Μιχαήλ.Απαιτεί από την Γαγγρινή να εγκαταλείψει τα Ανάκτορα και να φύγει. Η Γαγγρινή αρνείται πεισματικά. Οργισμένος ο Μιχαήλ καλεί δύο από τους έμπιστους αξιωματικούς της αυλής, τους δίνει τις δέουσες οδηγίες για την υποδοχή της Θεοδώρας, ο ίδιος δε λόγω υποχρεώσεων αναχωρεί για τα νησιά του Δεσποτάτου.

17.Η επιστροφή
Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων της Άρτας και των περιχώρων συγκεντρώθηκε στην περιοχή της Γέφυρας προκειμένου να υποδεχθεί την βασίλισσα. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούν χαρμόσυνα.
Πριν μπει όμως η Αυγούστα στην πόλη της ‘Άρτας, ζήτησε να επισκεφθεί πρώτα τη θαυματουργή Οδηγήτρια στη μονή της Παναγίας Βλαχέρνας και να την ευχαριστήσει που άκουσε τις προσευχές της.
Στις τρείς το μεσημέρι φθάνει η πομπή στην περιοχή της γέφυρας.Τέσσερις ημίονοι μεταφέροντας την συνοδεία της βασίλισσας. Πρώτος κατεβαίνει από το άλογο Ανανίας με τον Νικηφόρο, στην συνέχεια οι δύο ηγουμένες και τελευταία η Θεοδώρα. Η πομπή ξεκινάει και μια παράξενη σιωπή κυριαρχεί παντού. Μια πομπή μου μοιάζει με κηδεία. Κηδεία της προηγούμενης κακής κατάστασης, που έμελλε να αναστήσει εντός ολίγου την νεκρή βασίλισσα Θεοδώρα. Όταν η πομπή έφτασε στην υψηλή καμάρα της θρυλικής γέφυρας, η βασίλισσα σταματά. Υψώνει το κεφάλι της και βλέπει τον περικαλλή ναό της Παρηγορήτισσας, για τον οποίο κατηγορήθηκε ως σπάταλη, βλέπει την Μονή της Κάτω Παναγιάς και της Ελεούσας, γονατίζει και κλαίει. Μαζί της ο λαός, γονατίζει και όλοι σιωπηλά προσεύχονται. . Ευχαριστεί την Παναγία την Παρηγορήτισσα για την προστασία που της πρόσφερε κατά την διάρκεια της πεντάχρονης εξορίας της και συγχρόνως την παρακαλεί να γίνει φρουρός της Άρτας και προστάτης του λαού της, που ποτέ δεν την ξέχασε αλλά αγωνίστηκε γι΄αυτήν.Έτσι δια των προσευχών της Οσίας η πόλη της Άρτας έγινε Παναγιοφρούρητη και Θεομητοροσκέπαστη.

Σηκώνεται πρώτη η βασίλισσα και προχωρεί προς την Μητρόπολη της πόλεως μαζί με την συνοδεία της και ολόκληρη εκείνη η ανθρωποθάλασσα την ακολουθεί. Φθάνει στην Πύλη ή τόξο του Ναού του Αγίου Γεωργίου, που μετονομάστηκε αργότερα «Ναός της Αγίας Θεοδώρας της Βασίλισσας». Εκεί την περιμένει ο Επίσκοπος, κληρικοί και μοναχές. Η Θεοδώρα γονατίζει, ασπάζεται το χέρι του Αρχιερέα και το ιερό εγκόλπιό του. Αυτός δε της λέει:
-Ζήθι Βασίλισσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου Θεοδώρα.
-Άρατε πύλας, άρατε και εισελεύσεται η Βασίλισσα.
Όλοι εισέρχονται εντός του ναού και αρχίζει η δοξολογία. Η Θεοδώρα καταλαμβάνει την θέση στο μέσον. Μπροστά της βρίσκεται ο Νικηφόρος, δίπλα της οι δύο ηγουμένες και πίσω ο ασκητής Ανανίας.

18.Το τέλος της Γαγγρινής
Ο Αλγέριος ο οποίος παρακολουθούσε την κατάσταση που δημιουργήθηκε, πείστηκε ότι τα πάντα χάθηκαν και τα σχέδια ανατράπηκαν. Συγκεντρώνει τους φίλους του τους αυλικούς και μαζί με αυτούς την Κασσιανή την Γαγγρινή. Διατάζει ίππευση και αναχωρούν «εν καλπασμώ» από τα ανάκτορα.Μετά από λίγες μέρες γίνεται γνωστό στην Άρτα ότι η Γαγγρινή έπεσε από το αφηνιαμένο της άλογο και σκοτώθηκε.

19.Η επιστροφή της Θεοδώρας στα ανάκτορα.
Η βασιλική πομπή έφθασε στα ανάκτορα,που ήταν εκεί,όπου είναι η σημερινή Μητρόπολη. Η Θεοδώρα μπαίνει στα ανάκτορα και κατευθύνεται στα διαμερίσματά της που είναι κλειδωμένα και σφραγισμένα. Διατάσσει την διάρρηξη των θυρών και τότε βρέθηκε προ εκπλήξεως. Τα δωμάτιά της είχαν μετατραπεί σε αποθήκες αποσκευών της Γαγγρινής.Αυτή είχε συγκεντρώσει ό,τι μπόρεσε, τα συσκεύασε για να τα φορτώσει, αλλά δεν πρόλαβε να τα φυγαδεύσει.
Το πρωί της επομένης, με εντολή της Θεοδώρας ανοίχθηκαν οι συσκευασίες της Γαγγρινής, καταγράφτηκε το περιεχόμενό τους και διαμοιράστηκε στους πληγέντας από τις πλημμύρες του Αράχθου κατοίκους των συνοικισμών Πλησίων οίκων (Πλησιών ), Μακράν οίκων (Κωστακιών), του συνοικισμού του νέου εκ του ποταμού χώρου(Νεοχωρακίου), Γραμμενίτσας και Βλαχέρνας. Ήταν μεγάλη εβδομάδα, όταν συνέβησαν αυτά και η Βασίλισσα μαζί με τον διάδοχο Νικηφόρο αποσύρθηκε στην Κάτω Παναγιά για να ησυχάσει, στην πραγματικότητα όμως περίμενε την επιστροφή του συζύγου της Μιχαήλ Β. Στην ίδια μονή γιόρτασε και την Ανάσταση.
Την Κυριακή της Ανάστασης, πέρασε από το Ίδρυμα της Συνεστιάσεως, όπου οι φτωχοί έπαιρναν τον «Κόμματον», δηλαδή την μερίδα του άρτου και της τροφής (στα σημερινά κομμάτια) και τα βρήκε σε άθλια κατάσταση λόγω της εγκατάλειψης. Έδωσε εντολή να ξεκινήσουν την επαναλειτουργία τους, γεγονός που δεν σταμάτησε σε όλη την διάρκεια της ζωής της βασίλισσας.

20.Η συνάντηση της Θεοδώρας με τον σύζυγό της Μιχαήλ Β.
Ολόκληρη την ημέρα της Κυριακής του Πάσχα και την νύκτα η Θεοδώρα την πέρασε στην Μονή της Ελεούσας. Την Δευτέρα μεταβαίνει στην Βλαχέρνα. Εκεί έρχεται και την συναντά ο σύζυγός της Μιχαήλ Β και μεταβαίνουν μαζί στην Μονή των Εισοδίων της Παναγίας.
Στην συνέχεια η Αγία Θεοδώρα επιστρέφει στα ανάκτορα. Αρχίζει πάλι να εργάζεται για την οικονομική στήριξη, την ηθική και χριστιανική διαπαιδαγώγηση του λαού. Έτσι αναδεικνύεται το ίνδαλμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και ιδιαίτερα του λαού της Άρτας, η οποία αναδημιουργείται από την καταστροφή.
Η Αγία εκτός των άλλων, ανέθρεψε και διαπαιδαγώγησε και τα νόθα τέκνα του συζύγου της, που είχε αποκτήσει με την Γαγγρινή, τον Ιωάννη και τον Θεόδωρο, τα οποία εγκαταλείφθηκαν από την μητέρα τους.
Το 1260 μ.Χ. πεθαίνει ο Μιχαήλ Β΄ σε ηλικία 60 ετών.Η Αγία Θεοδώρα μετά τον θάνατο του συζύγου της γίνεται μοναχή και εγκαταλείπει τα εγκόσμια. Από τότε η επικράτεια του Δεσποτάτου βρίσκεται υπό την εξουσία του Νικηφόρου…….

Επίλογος. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλουμε στην Οσία μητέρα μας Θεοδώρα που μας αξίωσε να συνθέσουμε νέα συναξαριακή πληρέστερη βιογραφία της.Η παρουσία της και συμπόρευσή της ήταν και είναι εμφανέστατη σε όλη την ερευνητική πορεία. Ως ανάξια όμως τέκνα της τολμούμε να την παρακαλέσουμε:
Α. Να μας συγχωρέσει, γιατί στην εποχή της πανδημίας λησμονήσαμε «έργω και λόγω» ότι τα χαριτόβρυτα λείψανά της αποτελούν «ΙΑΜΑΤΩΝ ΡΕΙΘΡΟΝ ΑΚΕΝΩΤΟΝ».
Β. Να μην παύσει να πρεσβεύει υπέρ ημών και του λαού ιδιαιτέρως σήμερα που η παναίρεση του οικουμενισμού (με όλα τα παρακλάδια της) μόλυνε τον εκκλησιαστικό χώρο και αλλοίωσε συνειδήσεις.
Γ. Να ενισχύει δια των πρεσβειών της τους αγωνιστές Ορθοδόξους Χριστιανούς, ώστε να αναδεικνύονται Ομολογιακά αναστήματα
Δ.Να φωτίσει τους αρμόδιους, ώστε να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την επίσημη ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ μαζί με την ΟΜΟΛΟΓΗΤΡΙΑ ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗ ΑΓΓΕΛΙΝΑ ΔΟΥΚΑΙΝΑ, ώστε η μνήμη τους να εορτάζεται συγχρόνως στις 11 Μαρτίου πανηγυρικά ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΑ εις ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.ΑΜΗΝ.