Ανέκδοτα Διηγήματα Σύγχρονων Ελλήνων Πεζογράφων

Επιμέλεια: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης

-Έρικα Αθανασίου-

Τα σουβενίρ
Για άλλη μια φορά δεν θα πήγαινε πουθενά για καλοκαίρι. Είχε βαρεθεί να την ρωτάνε τι σχέδια είχε για αυτό το καλοκαίρι. Ό,τι σχέδια είχε και για την άνοιξη. Και για τον χειμώνα και για το φθινόπωρο και για το καλοκαίρι πριν από αυτό. Να καθίσει στο σπίτι της.
Δεν ήταν ότι δεν της άρεσαν τα ταξίδια. Απλά δεν ήταν ασφαλή. Υπήρχαν τόσα προβλήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν. Θα της άρεσε να δει άλλα μέρη, να γευτεί νέες γεύσεις, να την φυσήξει διαφορετικός αέρας, να γνωρίσει καινούργιους ανθρώπους. Δεν θα της άρεσε όμως όλα αυτά να συμβούν μακριά από το σπίτι της. Και μια και δεν υπήρχε η δυνατότητα να ταξιδεύει και να μην εγκαταλείπει και το δωμάτιό της, είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τα ταξίδια. Οι καινούργιοι άνθρωποι υπήρχε περίπτωση να είναι από κλέφτες μέχρι δολοφόνοι, οι νέες γεύσεις θα μπορούσε να είναι αηδιαστικές, ο διαφορετικός άνεμος να κουβαλάει μικρόβια.

Εκτός των άλλων, από μικρή ήταν δύσκολη στον ύπνο. Ήθελε το μαξιλάρι της, το στρώμα που γνώριζε, τα σεντόνια που μύριζαν με το απορρυπαντικό που χρησιμοποιούσε η μητέρα της. Εάν ξυπνούσε το βράδυ ήθελε να μπορεί αμέσως να προσανατολιστεί από πού θα μπορούσε να πιει νερό και πού ήταν η τουαλέτα. Δεν της άρεσε να σκουντουφλάει στα σκοτάδια σε άγνωστης γεωγραφίας δωμάτια.

Μεγαλώνοντας ανακάλυψε ότι όταν το ξενοδοχείο ήταν ιδιαίτερα ακριβό, το μαξιλάρι μπορούσε να είναι εξίσου καλό με του σπιτιού της, το ίδιο και το στρώμα. Όσον αφορά τη γεωγραφία του δωματίου απλά θα έπρεπε να φροντίζει να κλείνει δωμάτια με προσανατολισμό παρόμοιο με της κρεβατοκάμαράς της, με την πόρτα του μπάνιου προς την ίδια κατεύθυνση. Στα μεγάλα ξενοδοχεία πάντα έβρισκες αυτό που ζητούσες.
Μεγαλώνοντας όμως κι άλλο δεν είχε τη δυνατότητα να πληρώνει πια αυτά τα ξενοδοχεία και στα φτηνά ενοικιαζόμενα δωμάτια δεν μπορούσες να ρωτήσεις αν το δωμάτιο είναι ανατολικό ή δυτικό και πού κοίταζε το κρεβάτι. Έτσι προτιμούσε να μένει στην ασφάλεια του σπιτιού της, όπου ο ήλιος ξεπρόβαλε πάντα από την ίδια μεριά, μπαίνοντας ακριβώς όσο του επέτρεπε στο δωμάτιό της.

Αν άκουγε κανένας τις σκέψεις της μπορεί να την πέρναγε για παλαβή. Δεν πείραζε. Και αυτή έβρισκε παλαβούς όλους αυτούς που φορτώνοντας βαλίτσες, έφευγαν για διακοπές και γύριζαν πιο ταλαιπωρημένοι και κουρασμένοι από όταν είχαν φύγει, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, προσπαθώντας να αναπληρώσουν τον χαμένο ύπνο, μένοντας όλη την ημέρα στο κρεβάτι. Έτσι ήταν η πλειοψηφία των ανθρώπων στη γειτονιά της. Τους λυπόταν κάθε φορά που έφευγαν, καθώς σκεφτόταν τα χάλια στα οποία θα γύρναγαν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο κύριος Γιώργος του πέμπτου είχε γυρίσει με σπασμένο πόδι, δεν είχε προσέξει το «προσοχή στο σκαλοπάτι» είχε πει την πρώτη φορά. Τη δεύτερη δεν είπε. Ο Γιάννης από τον τέταρτο από το τελευταίο ταξίδι είχε γυρίσει με μώλωπες στο πρόσωπο και το σώμα, η Αλίκη από τον τρίτο με γρατζουνιές σαν να είχε κοιμηθεί στην αγκαλιά αγκαθωτού θάμνου.

Δεν της άρεσαν οι διακοπές αλλά τώρα πια και να ήθελε να φύγει δεν θα μπορούσε. Και όλοι αυτοί που την ρώταγαν για τα σχέδιά της το φετινό καλοκαίρι το ήξεραν ότι δεν θα έφευγε. Την ρώταγαν περιμένοντας να τους πει αυτό ότι “ναι μπορούσε να ποτίσει τις γλάστρες τους”. «Ναι μπορούσε να ταΐσει τα γατιά τους». “Ναι, θα έβγαζε βόλτα τον σκύλο τους”.

Και αυτή περίμενε με ανυπομονησία να αδειάσει η γειτονιά. Περίμενε να γεμίσουν τα κρεμασταράκια που είχε στο άδειο ντουλάπι της με τα κλειδιά των διαμερισμάτων της γειτονιάς. Το καθένα είχε τη θέση του. Του πρώτου ορόφου κάτω κάτω. Του δεύτερου ακριβώς από πάνω, έφτιαχναν όλα μαζί πέντε ωραίες σειρές. Ήταν αυτή που κρατούσε τα κλειδιά της πόλης. Κάποια στιγμή όλα τα κλειδιά της γειτονιάς είχαν περάσει από το ντουλάπι της. Είχε μπει σε όλα τα σπίτια. Ήξερε ποιος άφηνε το σπίτι του ταχτοποιημένο και ποιος άφηνε μέχρι και πιάτα άπλυτα. Τα είχε πλύνει. Δεν μπορούσε να ριψοκινδυνέψει την επόμενη φορά που θα έμπαινε να ερχόταν αντιμέτωπη με σκουλήκια και κατσαρίδες. Ήταν εξάλλου το διπλανό της διαμέρισμα. Ο φόβος ήταν μεγάλος να μεταναστεύσουν τα ζωύφια και στο δικό της σπίτι.

Δεν έψαχνε στα δωμάτια. Ήταν ανήθικο. Πόσο ωραίο είναι να δίνεις τα κλειδιά σου να σου ποτίσουν τις γλάστρες και κάποιος να ψάχνει μέσα στα συρτάρια σου; Δεν χρειαζόταν όμως να ψάχνει για να καταλαβαίνει την εξέλιξη της ζωής των κατοίκων. Υπήρχαν σπίτια που επισκεπτόταν για πάνω από είκοσι χρόνια. Ήξερε εάν είχαν καλές σχέσεις με τα παιδιά τους και πότε άλλαζαν χόμπυ.

Τα βινύλια είχαν φύγει όλα από τη μεγάλη βιβλιοθήκη στο απέναντι διαμέρισμα και είχαν αντικατασταθεί από βιβλία τέχνης και ιστορίας. Ο μικρός στους από κάτω είχε σταματήσει το μπάσκετ και ασχολούνταν μόνο με ηλεκτρονικά. Τα μαραφέτια που είχε αγοράσει φώναζαν μάλιστα από μακριά ότι ήταν πανάκριβα. Ο συνταξιούχος του από πάνω είχε αρχίσει να μην βλέπει καλά. Αποτέλεσμα ήταν ότι το άλλοτε πεντακάθαρο σπίτι του είχε αρχίσει να βρωμίζει για τα καλά. Η χήρα του τέταρτου είχε αφαιρέσει από το σπίτι όλες τις φωτογραφίες του μακαρίτη και είχε βάλει πάλι λουλούδια και χρώματα στην γκαρνταρόμπα της. Ο καναπές του διαμερίσματος στον δεύτερο είχε αποχτήσει ένα μεγάλο βαθούλωμα από τη μια μεριά, ενώ η τηλεόραση πια έπιανε όλο τον τοίχο. Καμιά φορά αναρωτιόταν για τα ακριβά πράγματα που έβλεπε στα σπίτια τους, για τα καινούργια αυτοκίνητα και τα ρούχα με ετικέτες από σπουδαίες φίρμες. Μάλλον ήταν η πιο φτωχή από τη γειτονιά της.

Δεν χρειαζόταν να ψάχνει σε συρτάρια και ημερολόγια για να πάρει πληροφορίες για τη ζωή τους. Μερικές φορές ήταν σαν να της είχαν αφήσει σημείωμα που να την πληροφορούσε για τις εξελίξεις της.
-Σκατά, σκατά, σκατά, την υποδέχτηκε μια χαρούμενη φωνή, μόλις έβαλε τα κλειδιά στην κλειδαριά του διαμερίσματος με τον παπαγάλο.
Πέρυσι την είχε υποδεχτεί λέγοντας «Γεια σου ωραία». Μάλλον τα πράγματα είχαν αλλάξει και σε αυτό το σπίτι. Είτε για τους ενοίκους, είτε για τον παπαγάλο. Του άλλαξε νερό, του έβαλε σπόρους και λίγο φρέσκο αγγούρι, ενώ ο παπαγάλος συνέχιζε μονολογώντας την ίδια λέξη, δυναμώνοντας όλο και περισσότερο τη φωνή του.
Κλείδωσε την πόρτα ενώ σκεφτόταν ότι συνήθως έπαιρναν τον παπαγάλο μαζί τους. Ίσως για αυτό τώρα τα έβρισκε όλα σκατά. Οι παπαγάλοι ήταν κοινωνικά ζώα, τους άρεσε η κουβέντα.

Πάνω στο τραπέζι τους υπήρχε ένα τουριστικό φυλλάδιο από την Ρόδο. Σκέφτηκε τη Ρόδο, το κάστρο των Ιπποτών, τα νερά στις πηγές, τα σοκάκια στην παλιά πόλη, μιναρέδες και εκκλησίες, μέρη που ίσως δεν ξανάβλεπε ποτέ. Τώρα το μόνο που της είχε μείνει από τη Ρόδο ήταν ένας ιππότης, κολλημένος με μαγνητάκι πάνω στο ψυγείο της.
Ποτέ της δεν αγόραζε τέτοια αναμνηστικά, το ψυγείο της ήταν όμως γεμάτο από αυτά. Η ανταμοιβή της για τις γλάστρες που πότιζε, για τα σκυλιά που έβγαζε βόλτα. Ανεμόμυλοι, παραλίες, εκκλησάκια, καραβάκια, με ονόματα νησιών, πύργοι, φάροι, μπαμπούσκες και δερβίσηδες από διάφορα μέρη που δεν θα πήγαινε ποτέ. Το ψυγείο της ήταν ένας χάρτης των ταξιδιών όλων των ενοίκων της γειτονιάς.

Από τον διάδρομο άκουγε το τηλέφωνο του σπιτιού της. Σπάνια χτύπαγε το τηλέφωνό της αλλά το καλοκαίρι δεν σταμάταγε. Όλο και κάτι της ζητούσαν οι ταξιδιάρηδς γείτονες. Πότε είχαν ξεχάσει να της πούνε να μην ποτίζει πολύ την ορχιδέα, πότε ότι περίμεναν ένα πακέτο με το ταχυδρομείο, πότε αν μπορούσε να ελέγξει τον συναγερμό τους διότι είχε αναφερθεί ένα πρόβλημα από την εταιρία.

Σήκωσε το τηλέφωνο βάζοντας στοίχημα από μέσα της για το ποιος μπορεί να ήταν. Η φωνή ήταν άγνωστη. Προσπαθούσε να καταλάβει ποιος από όλους τους ενοίκους ήταν. Είχε επικεντρωθεί τόσο στη φωνή και δεν άκουγε αυτά που της έλεγε. Της πήρε χρόνο να καταλάβει ότι κάποιος της έλεγε κάτι για αστυνομία.
-Αστυνομία; Αναρωτήθηκε τελικά στο τηλέφωνο.
– Κυρία μου, μπορούμε να έρθουμε από εκεί;
Έκλεισε το τηλέφωνο, χωρίς να καταλαβαίνει τι ακριβώς είχε γίνει. Κάποιος είχε πάθει κάτι; Κάποιος είχε κάνει κάτι; Και αυτή είχε τα κλειδιά.

Δεν άργησαν να της χτυπήσουν το κουδούνι. Δύο αστυνομικοί στέκονταν στην πόρτα της, ένας με στολή, ένας χωρίς. Ήταν η υπεύθυνη της γειτονιάς. Αυτή μπορούσε να τους πληροφορήσει για τους κατοίκους της.
Οι λέξεις «σπείρα», «κοσμήματα», «τέχνη» αναδύθηκαν από τα λόγια των αστυνομικών.
-Παρακολουθούσαμε πολύ καιρό τη σπείρα αλλά δεν είχαμε καταφέρει να τους συνδέσουμε μεταξύ τους. Όλα ήταν κρυμμένα πίσω από μια ήσυχη γειτονιά. Γύρω από σχέσεις γειτόνων.
-Μα… ήταν το μόνο που σκέφτηκε να πει.

«Μα τι ακριβώς της λέγανε; Ότι η ηλικιωμένη κυρία που είχε παντού στο σπίτι σταυρόλεξα ήταν μέλος κάποιας σπείρας; Ότι ο νεαρούλης δεν έπαιζε απλώς ηλεκτρονικά αλλά βοηθούσε διαδικτυακά το έγκλημα; Ότι αυτός που έφυγε αφήνοντας άπλυτα τα πιάτα, βιαζόταν να φύγει για κάποιους καθόλου θεμιτούς λόγους; Ότι οι ένοικοι του τέταρτου που πήραν μαζί το ένα σκυλί τους ενώ άφησαν το άλλο χρειάζονταν το σκυλί για να τους προστατέψει ή να τους ξετρυπώσει κάτι που δεν θα έπρεπε;
Τώρα οι αστυνομικοί κοίταζαν το ψυγείο της.
-Μπορούμε; Της είπαν καθώς πήγαιναν πιο κοντά και κοίταζαν ένα ένα τα μαγνητάκια.
Ο ένας έβγαλε ένα σημειωματάριο. Διάβαζε δυνατά τα ονόματα από τα μέρη από όπου προέρχονταν τα αναμνηστικά στο ψυγείο και τα συνέκρινε με τις σημειώσεις του.

-Θυμόσαστε ποιος σας τα έφερε και πότε; Βέβαια και θυμόταν. Κάποτε της άρεσαν τα ταξίδια. Και τώρα ταξίδευε νοερά μαζί με τη γειτονιά της. Κοίταζε το ψυγείο της και σκεφτόταν τις ηλιόλουστες παραλίες στην Πάρο, τα εκκλησάκια στην Αστυπάλαια, το αρωματικό κρασί της Σάμου.
Έδειξε τον ανεμόμυλο.
-Ο Γιώργος Στάμου, έφερε αυτόν τον ανεμόμυλο τον Οκτώβριο του 2014 από το Άμστερνταμ.
-Η Ευτυχία Λαμπροπούλου, μου έδωσε το καραβάκι τον Ιούλιου του 2016 από τα Κύθηρα.
-Η Γεωργία Ψαρόγιωργα, την ίδια εποχή μου έφερε αυτό το καρπούζι από το Γύθειο.

Ο αστυνομικός κοιτούσε τις σημειώσεις του, πρόσθετε, σημείωνε, έγνεφε.
-Είχατε παρατηρήσει τίποτα παράξενες κινήσεις;
Δεν ήξερε τι εννοούσε παράξενες. Είχε προσέξει ότι η γειτονιά ξενύχταγε. Τα φώτα έμεναν αναμμένα συχνά μέχρι τις πρωινές ώρες, ενώ άλλοτε έλειπαν όλη νύχτα. Ο θόρυβος του ασανσέρ μαρτυρούσε πότε γυρνούσαν. Και ναι είχε προσέξει ότι συχνά βρίσκονταν μεταξύ τους στο σπίτι του ενός ή του άλλου, σπάνια όμως ήταν προσκεκλημένη τους. Ήταν η έμπιστή τους εν απουσία τους. Την ήθελαν στα σπίτια τους, μόνο όμως όταν έλειπαν.

Ήταν δυνατόν να ήταν εγκληματίες; Ήταν δυνατόν ολόκληρη γειτονιά να ήταν μια συμμορία; Κάτι τέτοιο φαινόταν να πιστεύει ο αστυνομικός. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι υποψιάζονταν και την ίδια. Το μόνο ελαφρυντικό της φαινόταν να είναι ότι είχε χρόνια να φύγει από τη γειτονιά της. Ίσως όμως και αυτό να μπορούσε να λειτουργήσει επιβαρυντικά. Μπορεί να ήταν ο ιθύνων νους πίσω από το έγκλημα. Αυτή που συντόνιζε από το αρχηγείο της γειτονιάς. Χαμογέλασε στη σκέψη.

Ποιο άραγε να ήταν το έγκλημα; Ο αστυνομικός της έδειξε το ντουλάπι με τα κλειδιά που είχε αφήσει ανοιχτό. Της έτεινε ένα ένταλμα έρευνας στα σπίτια για τα οποία είχε τα κλειδιά.
Κοίταξε τα κλειδιά και με ένα στιγμιαίο δισταγμό έδωσε και το δικό της στον αστυνόμο. Παραλίγο να του ζητήσει να ποτίζει τις γλάστρες της. Θα έφευγε, θα πήγαινε διακοπές. Δεν την ένοιαζε πού. Κοίταξε το ψυγείο της. Σε κάποιο από εκείνα τα μέρη. Έπρεπε να παραδεχτεί ότι τόσα χρόνια φοβόταν να ταξιδέψει. Αν μπορούσε όμως να κοιμάται ήσυχη σε μια γειτονιά γεμάτη εγκληματίες, αν τελικά οι εγκληματίες ήταν τόσο ήσυχοι και συνηθισμένοι άνθρωποι που νοιάζονταν για τα λουλούδια και τα ζώα τους και είχαν καθημερινές συνήθειες και ευγενικούς τρόπους, τότε δεν είχε να φοβηθεί τίποτα, όπου και να πήγαινε.
-Καλό ταξίδι, άκουσε τον παπαγάλο να της φωνάζει από το απέναντι διαμέρισμα, καθώς έκλεινε την πόρτα της.
Και ο παπαγάλος επικροτούσε. Σίγουρα ήταν πολύ καλύτερο από το «σκατά» με το οποίο την είχε υποδεχτεί την προηγούμενη μέρα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Έρικα (Ελευθερία) Αθανασίου εργάζεται ως δημοσιογράφος στις εκδόσεις ΚΗΦΙΣΙΑ και ως εκπαιδεύτρια ενηλίκων σε Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, διδάσκοντας μαθήματα οικονομικών, δημοσιογραφίας και δημιουργικής γραφής.
Έχει πτυχίο Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ), μεταπτυχιακό στην «Παραγωγή Βίντεο, Οπτικοακουστικά Μέσα και Κινούμενα Γραφικά» από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, πτυχίο ακορντεόν και βεβαιώσεις από πάμπολλα σεμινάρια.
Έχει συμμετάσχει σε πολλά φεστιβάλ και διοργανώσεις φιλαναγνωσίας. Βιβλιοκριτικές της δημοσιεύονται στο ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τον πολιτισμό Diastixo.gr.
Η πλειοψηφία των βιβλίων της είναι εφηβικά μυθιστορήματα μυστηρίου και έχουν εκδοθεί και δύο αστυνομικά μυθιστορήματά της για ενήλικες. Είναι μέλος του “Κύκλου” (Διεθνής Οργανισμός για το παιδικό και εφηβικό βιβλίο), της Ελληνικής Λέσχης Αστυνομικής Λογοτεχνίας και της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού Τύπου.