Ανέκδοτα διηγήματα σύγχρονων Ελλήνων πεζογράφων

Επιμέλεια: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης

Αγγελος Χαριάτης

Οι βέρες

Οι ημέρες είχαν αρχίσει να το σκάνε νωρίς. Ο επιθεωρητής Κόνερι άφησε απαλά να γλιστρήσει το ποτήρι με το ουίσκι πάνω στη λεία, στην εντέλεια γυαλισμένη επιφάνεια του γραφείου του. Είδε το τσιγάρο του να καίγεται στο σταχτοδοχείο, παρατηρώντας τις γαλάζιες τολύπες να σκαρφαλώνουν προς το υποκίτρινο χαμηλωμένο με γυψοσανίδες ταβάνι. Πάνω από αυτό είχε κατασκευαστεί ένα ολόκληρο δίκτυο εξαερισμού, μα η σκληρή αλήθεια ήταν πως ήταν το τέλειο πεδίο για να κάνουν ανενόχλητα και αμέριμνα οι αρουραίοι τις βόλτες τους.

Πλαστικές ταμπέλες σε κάθε τοίχο του γραφείου του δήλωναν πως το κάπνισμα απαγορευόταν. Αδιαφορούσε παντελώς. Ακόμη και η έγγραφη επίπληξη του ελεγκτή του υπουργείου υγείας είχε καταλήξει εκεί όπου θεωρούσε ο επιθεωρητής ότι άρμοζε. Τροφή στον καταστροφέα εγγράφων. Τουλάχιστον τηρούσε τη διαδικασία καταστροφής εγγράφων προσωπικών δεδομένων. Σκέφτηκε τα μούτρα του ελεγκτή όταν τον είδε εκείνο το πνιγηρό φθινοπωρινό απομεσήμερο, για την ακρίβεια όταν κατάφερε να τον δει πίσω από ένα σύννεφο καπνού, να του χαμογελά ανάβοντας τέσσερα τσιγάρα το ένα πίσω από το άλλο. Προκαλώντας τον, του άρεσε να προκαλεί την υποκρισία, αυτό που ονόμαζαν κρατικές δομές. Ήταν αξιολύπητοι. Δεν είχε εμφανίσει το ποτήρι του, μήτε το μπουκάλι, όχι από φόβο μα περισσότερο από οίκτο για τον ταλαίπωρο κρατικό λειτουργό. Όχι πως εκείνος δεν υπηρετούσε το κράτος, αλλά να… ήταν τελείως διαφορετικό να κόβεις πρόστιμα για θεριακλήδες κι αλλιώς να συλλαμβάνεις δολοφόνους και να τους στέλνεις στα μπουντρούμια (αν φυσικά ο δικαστής δεν κοιμόταν όρθιος).

Είχε σηκωθεί για να ξεμουδιάσει. Είχε πιαστεί τόση ώρα στην άβολη καρέκλα του. Ο κωδικός της αντικατάστασης παγίων, είχε χρόνια κλειδωθεί από το υπουργείο οικονομικών. Η επίπλωση περασμένων δεκαετιών έκανε ακόμη πιο μίζερη την καθημερινότητα των αστυνομικών στο τμήμα, μόνο οι σφαίρες και τα αλεξίσφαιρα γιλέκα εγκρίνονταν χωρίς φειδώ. Ακόμη και το χαρτί για την τουαλέτα έφτανε σε δόσεις. Τι περιμένουν, να σκουπιζόμαστε με τα κουτιά από τις σφαίρες; αναρωτιόταν κάθε φορά που ήταν υποχρεωμένος από τη φύση να επισκεφτεί την τουαλέτα. Πάντα ασφαλώς ελλόχευε ο κίνδυνος η σφαίρα να μπει σε λάθος θαλάμη.
Με τα δάκτυλά του είχε αγγίξει τις μεταλλικές περσίδες με μια κίνηση που θύμιζε άνοιγμα παπύρου, δημιουργώντας μια χαραμάδα, θέλοντας περισσότερο να βαθύνει την προοπτική του οπτικού του πεδίου ώστε να συγκεντρώσει τη σκέψη του.

Έξω η νύχτα φαινόταν πως θα έπαιρνε για άλλη μια φορά τα υγρά μονοπάτια της μοναξιάς και της απόγνωσης, της τρέλας, των ουρλιαχτών, των σπασμένων κεφαλιών πάνω σε σκληρούς τοίχους, των οιμωγών, και των κομμένων κάθετα με ξυράφι φλεβών μέσα σε μπανιέρες με καυτό νερό.
«Τη μισώ αυτήν την πόλη… » είπε μέσα από το δόντια του, την ώρα που οι σειρήνες των περιπολικών ούρλιαζαν, αφήνοντας πίσω τους τα κόκκινα και μπλε σημάδια να καθρεφτίζουν την απόλυτη παράνοια μιας ακόμη νύχτας που θα κυλούσε το ίδιο δύσκολα όπως οι προηγούμενες.
Πήρε στα χέρια του το ποτήρι κι ανακάτεψε τα παγάκια αργά, μέχρι να απελευθερώσουν την κατάλληλη δόση ψυχρότητας σε όλο το σώμα του ποτού. Είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό του ένα αλαζονικό χαμόγελο. Κάτι σαν κομπασμός για την εξουσία η οποία του είχε δοθεί. «…Αλλά και την λατρεύω» συνέχισε δίνοντας έναν επιτηδευμένο τόνο θαυμασμού στην τελευταία λέξη. Θα ταίριαζε να δηλώσει σε μια πρόταση κάτι σαν «λατρεύω να μισώ την πόλη» ή έστω «μισώ να λατρεύω την πόλη».

Τελείωσε με μια δυνατή –σε διάρκεια και ποσότητα– γουλιά το ποτό. Ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος και για τα δεκαπέντε ουίσκι που κατανάλωνε κατά τη διάρκεια της ημέρας· ο μόνος τρόπος από τότε που η γυναίκα του χαιρέτησε τον κόσμο με μια βαθιά πληγή κοψίματος κατά μήκος του λαιμού της, ένα υγρό και ψυχρό βράδυ σαν κι εκείνο. Ήταν ο πρώτος φόνος. Τρεις μήνες πίσω.
Με αργά βήματα, σαν να είχε οριστικά απωλέσει την αίσθηση του χρόνου (πράγμα που δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα μετά το άδικο κι οδυνηρό φυσικό τέλος της γυναίκας του) έμεινε μπροστά από τα φύλλα του σιδερένιου φωριαμού σάμπως να κοίταζε με περισυλλογή ένα σπουδαίο έργο τέχνης. Κι ύστερα χωρίς ίχνος δισταγμού σαν να βίαζε με όλη τη δύναμη της ψυχής του το έργο άνοιξε με μανία τα φύλλα και ξερίζωσε μέσα από τα σπλάχνα του τους φακέλους με το χρονικό και το υλικό των στυγερών δολοφονιών.
Ο δολοφόνος ήταν μόνος. Υπέθεταν πως ήταν μόνος. Οι κατά συρροή δολοφόνοι αποζητούσαν την αποκλειστικότητα του έργου τους, το έβλεπαν μέσα στο αρρωστημένο τους μυαλό σαν τέχνη, ένα άρωμα εικαστικών, μια μυρωδιά συγγραφικής μυθοπλαστικής επινόησης.

Είχε την ίδια μεθοδολογία: επίθεση από πίσω, στιγμές ασφυξίας μέχρι λιποθυμίας και ύστερα κόψιμο της καρωτίδας με αιχμηρό αντικείμενο, μάλλον μαχαίρι με λεπτή μακριά και κοφτερή λάμα. Οι γυναίκες μεταξύ 35 και 45 ετών. Μελαχρινές. Αδύνατες. Με μικρά στήθη. Μάλλον μετρίου ύψους. Παντρεμένες ή αρραβωνιασμένες. Φόραγαν φούστες, τουλάχιστον μέχρι να τους τις βγάλει ο δράστης και να τις αφήσει με το εσώρουχο. Δεν υπήρχαν ίχνη βιασμού. Ούτε είχε εντοπιστεί γενετικό υλικό. Ο τόπος: πάρκα με ανεπαρκή φωτισμό, υπόγειες διαβάσεις πεζών, σκοτεινά σοκάκια, ημιτελείς πολυκατοικίες. Οι ώρες των εγκλημάτων: από τα μεσάνυχτα μέχρι λίγο πριν το λυκαυγές. Αυτό ασφαλώς ενείχε μια κάποια δυσκολία στην αυξημένη περιπολία των δρόμων. Η υπηρεσία είχε πάψει πλέον να πληρώνει νυχτερινά κι αργίες. Το πρόσχημα της εκτέλεσης του καθήκοντος ήταν επαρκέστατη δικαιολογία. Οι προσλήψεις είχαν καταταχθεί στις άγνωστες λέξεις κι έννοιες του υπουργείου. Το γερασμένο προσωπικό με εβδομήντα ώρες την εβδομάδα είχε φτάσει στα ακριβή όρια της κατάρρευσης.

Έχει όλα τα χαρακτηριστικά του «δράκου», χωρίς το σεξουαλικό στοιχείο, σκέφτηκε ο επιθεωρητής Κόνερι. Έβαλε τους φακέλους στη σειρά. Τους κοίταξε με αντίστροφη χρονολογική σειρά. Από τον πιο πρόσφατο έως τον πιο παλιό. Χωρίς συναίσθημα, σαν να έριχνε μια ματιά σε ένα φωτογραφικό άλμπουμ ενός αγνώστου. Ένιωσε αναγούλα, είχε τάση για έμετο. Αλλά κρατήθηκε. Και την ίδια στιγμή ένιωσε ένα περίεργο συναίσθημα, κάτι που δεν μπορούσε να κατανοήσει, ούτε ασφαλώς να περιγράψει· πάντως άγγιζε το φάσμα της ευχαρίστησης, κάτι σαν τα λεπτά που έπονται ενός καλού γεύματος, ή σαν την επαναφορά στη μνήμη μιας σκηνής αγαπημένης ταινίας.
Διάβασε τις αναφορές. Άρχισε να κοιτά τις φωτογραφίες. Ψάρεψε μέσα από την τσέπη του σακακιού του την ταμπακιέρα του. Χωρίς να έχει πάρει τη ματιά του από τις φωτογραφίες άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Με κάθε ρουφηξιά πλησίαζε όλο και πιο πολύ στον θάνατο. Του ήταν αδιάφορο. Το άφησε στο σταχτοδοχείο και έβαλε ένα ακόμη ποτό. Πλατάγισε τη γλώσσα του.

Εκείνη η στιφή γεύση, σαν σκουριασμένο καρφί ήταν από τις αγαπημένες του.
Είχε σκυμμένο το πρόσωπό του, σαν στρατιώτης που μόλις είχε ηττηθεί έπειτα από σκληρή μάχη, τα μάγουλά του σκαμμένα, τα γένια, τριών ημερών, έκαναν ακόμη πιο θλιμμένη τη μορφή του, το πηγούνι, κάποτε, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θεληματικό, ο λαιμός είχε αρχίσει να φορτώνεται τις πρώτες ζάρες της μέσης ηλικίας, ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπό του καθώς απολάμβανε τη θερμότητα που του παρείχε το αλκοόλ, καθώς απολάμβανε τη μυρωδιά από το τσιγάρο του, καθώς απολάμβανε την καθημερινή του πτώση (κι ας μην είχε διαβάσει ποτέ του Καμύ).
Συμμετείχε στην ομάδα έρευνας. Το είχε ζητήσει την ημέρα που ανακάλυψαν το άψυχο βεβηλωμένο σώμα της συζύγου του. Κι ας είχε αντίρρηση ο διοικητής. Ήταν ικανός, είχε αποδείξει ότι ήταν ικανός στο παρελθόν. Κι ύστερα όταν η σχέση του με το ποτό καλυτέρευε για εκείνον αλλά χειροτέρευε για τον επαγγελματικό του περίγυρο και τον έκανε όλο και πιο λίγο κάθε μέρα, τον είχε κρατήσει στην υπόθεση περισσότερο από λύπηση, περισσότερο για να τον σώσει από την κατάρρευση.

Έφερε στο μυαλό του την εικόνα της τελευταίας γυναίκας. Έγειρε την καρέκλα, τέντωσε την πλάτη του, έβαλε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι, σαν να ήταν αιχμάλωτος, έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ανακαλέσει τη σκηνή. Είδε το πτώμα κι ύστερα του φάνηκε πως την είδε ζωντανή και κοίταξε τον παράμεσο του δεξιού χεριού της. Το δακτυλίδι λαμπύριζε σαν αιμάσσουσα ηλιακή σφαίρα. Άνοιξε τα μάτια, ταραγμένος, έτοιμος να χυθεί σαν παχύρευστο υγρό από τη λεία επιφάνεια της δερμάτινης καρέκλας. Κοίταξε την πρώτη φωτογραφία. Το άψυχο κορμί του κοριτσιού (τριάντα πέντε ετών είχε κάθε δικαίωμα να χαρακτηριστεί αντικειμενικά ως τέτοιο) πεσμένο μπρούμητα έμοιαζε σαν να κοιμάται, χωρίς μαξιλάρι, με τις παλάμες να ακουμπάνε στη βρεγμένη άσφαλτο σαν σε επίκληση σε έναν τρομερό και τρομακτικό άγνωστο παγανιστικό θεό. Το εξασκημένο του μάτι παρατήρησε πως έλειπε η βέρα. Γούρλωσε από έκπληξη τα μάτια. Είχε σμίξει τα πυκνά του φρύδια αδιαφορώντας για την ενίσχυση του βάθους των ρυτίδων της έκφρασης. Τα χείλη του σφιγμένα. Ένας πόνος στον οισοφάγο, μια κίνηση για να ξεσφίξει τη γραβάτα. Ανακούφιση, ηρεμία κι ύστερα μια σκέψη «τα ήθελε και τα ‘παθε» πέρασε σαν ηλεκτρική εκκένωση από τα ηλεκτρόδια του μυαλού του.

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Με μια κίνηση που θύμισε ξεχασμένο αντιήρωα νουάρ αμερικανικής παραγωγής ταινία, έπιασε πλαγιαστά το τσιγάρο και κάνοντας μισή περιστροφή το έπαιξε για ένα δευτερόλεπτο στα παχιά του χείλη μέχρι να ρουφήξει τον καπνό μέχρι τα μύχια της μπερδεμένης του ψυχής. Έφερε το ποτήρι του στο ύψος των ματιών του σαν να ήθελε μέσα στο υγρό περιεχόμενο να ανακαλύψει τη μέγιστη κι απόλυτη αλήθεια της ζωής κι ύστερα το ήπιε με μια γουλιά και χωρίς καμία αναστολή.
Κι ύστερα πάλι νέα εικόνα, νέα ταραχή, νεα ευχαρίστηση, αμφίσημα συναισθήματα, η φωτογραφία, η βέρα στο δεξί με τη μαγεία της εμφάνισης και της εξαφάνισης. Μέχρι να που σκέφτηκε τη δική του γυναίκα, την πρώην πια, και δάκρυα σαν διάφανα μαργαριτάρια κύλησαν από τα μάγουλά του, μόνο που δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν δάκρυα χαράς ή λύπης.

Την αγαπούσε και τη μισούσε ταυτόχρονα, μια ερμαφρόδιτη ένωση.
Ένα χτύπημα στην πόρτα, που φανέρωνε ανυπομονησία κι οργή τον έκαναν να σκουπίσει βιαστικά τα δάκρυά του με την ανάποδη της παλάμης του και να σηκωθεί με αξιοπρέπεια, όση αξιοπρέπεια μπορούσε να μαζέψει τη δεδομένη στιγμή. Η πόρτα άνοιξε. Τα δικά του παιδιά είχαν έρθει για επίσκεψη, θέλοντας να τον πάρουν μαζί τους, στα ανήλιαγα δωμάτια με τα χοντρά άσπρα φενιζόλ αντί για τοίχους.
«Όλα τελείωσαν, ευτυχώς…» ψέλλισε ανακουφισμένος. Άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του για να σιγουρευτεί. Όλες οι βέρες ήταν εκεί· τακτοποιημένες στη σειρά σαν κρίκοι που ένωναν την ίδια αλυσίδα.