
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ με όλο και μεγαλύτερη αγωνία την πορεία της δημόσιας ζωής στην Ελλάδα. Δεν με απασχολεί ποιο συστημικό κόμμα θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές ούτε ποιος θα αποκομίσει πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη.
Με ενδιαφέρει η πατρίδα μου. Με ενδιαφέρει η Ελλάδα να γίνει μια σύγχρονη, κανονική ευρωπαϊκή χώρα, όπου οι θεσμοί εμπνέουν εμπιστοσύνη, η Δικαιοσύνη λειτουργεί αποτελεσματικά και ο δημόσιος διάλογος επικεντρώνεται στα πραγματικά προβλήματα των πολιτών.
Η τραγωδία των Τεμπών αποτέλεσε μία από τις πιο οδυνηρές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας. Οι ζωές που χάθηκαν δεν επιστρέφουν και ο πόνος των οικογενειών των θυμάτων δεν μπορεί ούτε να μετρηθεί ούτε να ξεχαστεί.
Η Πολιτεία έχει υποχρέωση να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια και να αποδοθούν ευθύνες όπου αυτές υπάρχουν.
Και αυτό ΘΑ ΓΙΝΕΙ όσο και αν κάποιοι δεν το ήθελαν ….
Ταυτόχρονα όμως, η τραγωδία αυτή άφησε πίσω της και μια άλλη πληγή.
Ένα πρωτοφανές κύμα τοξικότητας που διαπέρασε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.
Για πολλούς μήνες η δημόσια συζήτηση περιστράφηκε γύρω από καταγγελίες για χαμένα βαγόνια, παράνομες ή επικίνδυνες ουσίες, το περίφημο …μπάζωμα του χώρου, αντικρουόμενες τεχνικές εκθέσεις και καθημερινές πολιτικές συγκρούσεις.
Παράλληλα, αναπτύχθηκε έντονη αντιπαράθεση για το κατά πόσο μια τόσο μεγάλη εθνική τραγωδία μετατράπηκε σε πεδίο πολιτικής εκμετάλλευσης.
Και τώρα τι; Σιγή ασυρμάτου.
Ακόμη πιο οδυνηρό ήταν ότι ο πόνος των συγγενών των θυμάτων βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο δημόσιων συγκρούσεων και έντονων διαφωνιών, δημιουργώντας την εντύπωση ότι, εκτός από την αναζήτηση της αλήθειας, εξελίχθηκε και μια σκληρή πολιτική και επικοινωνιακή μάχη. Όλα αυτά τραυμάτισαν βαθιά την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς και δηλητηρίασαν το δημόσιο κλίμα.
Το ίδιο συνέβη και με άλλες σοβαρές υποθέσεις που απασχόλησαν και απασχολούν τη χώρα, όπως οι υποκλοπές. Για χρόνια κυριαρχούν στην πολιτική επικαιρότητα, προκαλώντας αντιπαραθέσεις, καταγγελίες και αμφισβητήσεις. Και εύλογα γεννιέται το ερώτημα.
Στο τέλος όλης αυτής της διαδρομής, τι έμεινε στην κοινωνία; Περισσότερη εμπιστοσύνη ή περισσότερη καχυποψία;
Δεν είναι δική μου δουλειά να αποφανθώ ποιος είχε δίκιο σε κάθε υπόθεση. Αυτό είναι έργο της Δικαιοσύνης.
Ως πολίτης όμως έχω δικαίωμα να ζητώ θεσμούς που λειτουργούν γρήγορα, με διαφάνεια και αξιοπιστία, ώστε να μη μένουν επί χρόνια σκιές που δηλητηριάζουν τη δημόσια ζωή.
Το ζήσαμε με την περιβόητη υπόθεση Novartis.
Και ενώ η χώρα αναλώνεται σε αυτή τη διαρκή αντιπαράθεση, η καθημερινότητα των πολιτών συνεχίζει να είναι πολύ δύσκολη.
Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά και να διαπερνά την ραχοκοκαλιά σχεδόν ολόκληρης της Ελληνικής κοινωνίας,ιδιαίτερα των νέων .
Εδώ θα ήθελα να βλέπω να συγκρούονται τα πολιτικά κόμματα.
Ποιες είναι οι συγκεκριμένες προτάσεις τους για την αντιμετώπιση της ακρίβειας; Πώς θα αυξηθεί το πραγματικό εισόδημα των πολιτών; Πώς θα στηριχθούν οι νέοι, οι οικογένειες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις; Πώς θα γίνει η ελληνική οικονομία πιο παραγωγική και πιο ανταγωνιστική;
Η αντιπολίτευση οφείλει να ασκεί αυστηρό έλεγχο στην κυβέρνηση. Αυτή είναι η αποστολή της σε μια δημοκρατία. Όμως όσοι ζητούν να κυβερνήσουν οφείλουν ταυτόχρονα να παρουσιάζουν ολοκληρωμένες, ρεαλιστικές και κοστολογημένες προτάσεις. Οι πολίτες χρειάζονται λύσεις, όχι μόνο καταγγελίες.
Και αναρωτιέμαι πολλές φορές.
Συμβαίνουν όλα αυτά και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ή έχουμε εγκλωβιστεί σε μια ιδιόμορφη πολιτική κουλτούρα διαρκούς σύγκρουσης;
Βεβαίως και αλλού υπάρχουν σκάνδαλα, κρίσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει τις ώριμες δημοκρατίες είναι ότι οι θεσμοί λειτουργούν με τρόπο που επιτρέπει στην κοινωνία να επιστρέφει γρήγορα στα ουσιαστικά ζητήματα.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από περισσότερη τοξικότητα. Έχει ανάγκη από περισσότερη εμπιστοσύνη.
Έχει ανάγκη από θεσμούς που να λειτουργούν γρήγορα, αμερόληπτα και αποτελεσματικά. Από κυβερνήσεις που να λογοδοτούν και από αντιπολιτεύσεις που να καταθέτουν αξιόπιστες, εφαρμόσιμες και κοστολογημένες προτάσεις.
Έχει ανάγκη από έναν δημόσιο διάλογο που να φωτίζει τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας και όχι να εγκλωβίζεται διαρκώς σε μια ατέρμονη σκανδαλολογία.
Αυτόν τον δημόσιο διάλογο δεν τον βλέπω με όλα τα μέσα ενημέρωσης να επιδίδονται σε έναν αγώνα δρόμου για την τηλεθέαση μέσα από σκόπιμες προβολές θεμάτων που δεν απασχολούν την Ελληνική κοινωνία παρά μόνο σηκώνουν θόρυβο για την ακροαματικότητα.
Ο έντυπος Τύπος και το διαδίκτυο στρατευμένο, σε άνωθεν εντολές πολιτικής προπαγάνδας ένθεν και κείθεν ,από μεγαλοεπιχειρηματίες που ασφαλώς καμμία σχέση δεν έχουν με την ΚΟΙΝΩΝΙΑ.
Δυστυχώς η δημοσιογραφία ως λειτούργημα υπηρετείται από πολύ λίγους εδώ και αρκετά χρόνια….
Δεν γνωρίζω αν χάσαμε πολύτιμο πολιτικό χρόνο. Γνωρίζω όμως ότι χάσαμε πολύτιμη κοινωνική εμπιστοσύνη.
Και αυτή δεν αποκαθίσταται με συνθήματα ούτε με επικοινωνιακές συγκρούσεις. Αποκαθίσταται μόνο με αλήθεια, δικαιοσύνη, διαφάνεια και πολιτική σοβαρότητα.
Γιατί, πάνω από κυβερνήσεις, αντιπολιτεύσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις, υπάρχει η Ελλάδα.
Και η Ελλάδα αξίζει να είναι μια σύγχρονη, κανονική ευρωπαϊκή χώρα, όπου η πρόοδος θα μετριέται όχι μόνο με τους οικονομικούς δείκτες, αλλά κυρίως με την ποιότητα της Δημοκρατίας, τη δύναμη των θεσμών και τη βελτίωση της καθημερινής ζωής των πολιτών της.
* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών