
Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά
Ο Αναγνώστης του Καραβασίλη και οι άνθρωποι του Μπαλάφα
Μια φωτογραφία του 1938 κράτησε τον τόπο. Ο Μπαλάφας κράτησε τα πρόσωπα. Και ο Καραβασίλης κράτησε τις φωνές και το χιούμορ τους.
Ο Αναγνώστης είχε γεράσει. Δεν ήταν άνθρωπος, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από το όνομά του, αλλά ο γάιδαρος του Λάμπρη. Χρόνια ολόκληρα κουβαλούσε ξύλα και καλαμπόκι, ανέβαινε στο χωράφι και στο λόγγο, πήγαινε στο μύλο και στο παζάρι, φορτωμένος ή με τον αφέντη του καβάλα.
Τώρα όμως τα χρόνια είχαν αρχίσει να βαραίνουν. Ο Λάμπρης σκεφτόταν να τον πουλήσει και να πάρει «κάνα νιο πραματάκι», που να μπορεί ακόμη να τον σεργιανάει καβάλα και να σηκώνει λίγο φορτίο.
Η Λάμπραινα δεν το έπαιρνε τόσο εύκολα απόφαση.
«Μόρχεται και κρίμα, μας έμαθε τόσα χρόνια και το μάθαμαν το ζωντανό…»
Μια μικρή φράση που μέσα της κρύβεται ίσως ολόκληρη η σχέση ενός αγροτικού σπιτιού με το ζώο του. Ο Αναγνώστης δεν ήταν απλώς ένα μέσο μεταφοράς. Είχε δουλέψει μαζί τους, είχε γεράσει μαζί τους, είχε γίνει μέρος της καθημερινής ζωής τους.
Έτσι αρχίζει ο Νίκος Καραβασίλης το «Του Αναγνώστη το μασκάρεμα», από το βιβλίο του Η τελευταία απαντοχή. Και όταν πλησίασε το πανηγύρι του Σταυρού, ο Λάμπρης έκανε αυτό που είχε αποφασίσει. Πήρε μια αυγή τον Αναγνώστη, του φόρτωσε κι ένα χερόβολο καλαμποκιά για την τροφή του και τράβηξε για το παζάρι της Άρτας.
«Μιλιούνια ο κόσμος…»
Ο Καραβασίλης δεν χρειάστηκε πολλές λέξεις για να στήσει μπροστά μας το ζωοπάζαρο: «Μιλιούνια ο κόσμος απ’ άκρη τόπου κι άλλα τόσα και πλιότερα τα ζωντανά γύρα το Πετροβούνι.»
Και ανάμεσά τους οι τσιαμπάσηδες, που «αγνάντευαν τις πραμάτειες και ρώταγαν ποιος δίνει και πόσα θέλει». Άλλοι έρχονταν να πουλήσουν, άλλοι να αγοράσουν, άλλοι κοιτούσαν τα ζώα, τα δόντια τους, την ηλικία και την κατάστασή τους. Ο Λάμπρης είδε χωριανούς, είδε ξένους, ρώτησε και ρωτήθηκε. Δυο μέρες γύριζε με τον Αναγνώστη στο Πετροβούνι ώσπου να βρεθεί αγοραστής.
Και κάπου εδώ η εικόνα του Καραβασίλη συναντά μια πραγματική φωτογραφία. Το 1935 ο Λέκκας αναφέρει την Οδηγήτρια ως χώρο της ετήσιας ζωοπανήγυρης της Άρτας και τρία χρόνια αργότερα, το 1938, ο φωτογραφικός φακός αποτυπώνει το Μουχούστι στην ίδια περιοχή.
Η πλαγιά είναι γεμάτη κόσμο και ζώα. Γαϊδούρια και άλλα υποζύγια βρίσκονται ανάμεσα στους ανθρώπους, ενώ πίσω από το ζωοπάζαρο απλώνεται η πόλη. Κι αν κάποιος σηκώσει για λίγο το βλέμμα από το πολύβουο παζάρι, αγναντεύει την Παρηγορήτισσα και το πέτρινο σχολείο της Άρτας.
…κι οι άνθρωποι του Μπαλάφα
Και φτάνουμε μετά στη δεκαετία του 1960, όταν το ζωοπάζαρο είχε πια μετακινηθεί από την παλιά του θέση στο Πετροβούνι. Εκεί συναντάμε τον Κώστα Μπαλάφα, που μας άφησε μια σειρά φωτογραφιών από τον κόσμο του.
Ο χώρος τώρα είναι διαφορετικός: επίπεδο έδαφος, μεγάλα δέντρα, ένας ανοιχτός τόπος γεμάτος ανθρώπους και ζώα. Μολονότι δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα σε ποιο ακριβώς σημείο τραβήχτηκαν οι συγκεκριμένες φωτογραφίες, οι εικόνες μας μεταφέρουν στο ζωοπάζαρο της μεταπολεμικής Άρτας.
Αν και ζώα κάθε είδους γεμίζουν τα πλάνα, είναι τελικά οι άνθρωποι που μένουν στη μνήμη. Πρόσωπα σκεφτικά, κάποτε αφηρημένα· βλέμματα που συναντούν για μια στιγμή τον φακό κι άλλα που χάνονται κάπου έξω από το κάδρο.
Άνδρες και γυναίκες των χωριών, ηλικιωμένοι, ένα παιδί· άνθρωποι ενός μεταπολεμικού κόσμου που είχε μάθει να ζει κοντά στη γη και στα ζώα, με τον μόχθο της καθημερινότητας αποτυπωμένο στα χέρια, στα ρούχα, στον τρόπο που στέκονται ή περιμένουν.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι γυναίκες. Μια γυναίκα προχωρεί ανάμεσα στα βόδια, σκυμμένη κάτω από το μεγάλο φορτίο που κουβαλά, κρατώντας συγχρόνως το ζώο της. Σε μια άλλη εικόνα, γυναίκες έχουν καθίσει χάμω μαζί με ένα αγόρι, σαν να έκλεψαν λίγες στιγμές ξεκούρασης μέσα στη μεγάλη μέρα του παζαριού.
Και ύστερα το βλέμμα σταματά στις δυο ηλικιωμένες γυναίκες. Καθισμένες καταγής ανάμεσα στα ζώα, η μία κρατά ακόμη το σχοινί περασμένο στο χέρι, ενώ η άλλη έχει τυλιχτεί ολόκληρη σε μια μάλλινη κουβέρτα. Γιατί άραγε; Κρύωνε εκείνο το πρωινό του Σεπτέμβρη; Είχε ξενυχτήσει για να φτάσει στο παζάρι; Ή μήπως, ύστερα από ώρες δρόμου και αναμονής, είχε απλώς κουραστεί και αναζητούσε λίγη ζεστασιά;
Δεν ξέρουμε τα ονόματά τους ούτε από ποιο χωριό είχαν κατέβει. Κοιτάζοντας όμως τη γυναίκα κουκουλωμένη μέσα στην κουβέρτα, είναι δύσκολο να μη σκεφτούμε τη διαδρομή που είχε προηγηθεί. Πόσο δρόμο είχαν πίσω τους; Περίμεναν ακόμη κάποιον αγοραστή; Θα επέστρεφαν το βράδυ χωρίς το ζώο ή θα έπαιρναν πάλι μαζί του τον δρόμο της επιστροφής;
Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Ο Μπαλάφας κράτησε για μας μόνο αυτή τη στιγμή.
Ίσως γι’ αυτό οι φωτογραφίες του συγκινούν ακόμη. Πίσω από το ζωοπάζαρο διακρίνεται ένας ολόκληρος μεταπολεμικός κόσμος των χωριών: ένας κόσμος κοντινός ακόμη στη γη και στα ζώα, στη χειρωνακτική δουλειά, στις μεγάλες αποστάσεις που διανύονταν δύσκολα, στο μικρό αγροτικό νοικοκυριό όπου τίποτε δεν περίσσευε εύκολα. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τις προσωπικές ιστορίες αυτών των ανθρώπων για να αισθανθούμε κάτι από το βάρος αυτής της ζωής.
Οι φωτογραφίες δεν μας παρέδωσαν τα ονόματά τους. Μας παρέδωσαν όμως τα πρόσωπά τους. Και μαζί τους κάτι που δύσκολα χωρά στα επίσημα έγγραφα: τα ρούχα, τα χέρια, τις στάσεις των σωμάτων, την κούραση και την αναμονή ενός κόσμου που έχει πια σχεδόν χαθεί.
Κι ο Αναγνώστης;
Τον αφήσαμε στο Πετροβούνι μαζί με τον Λάμπρη.
Ύστερα από δυο μέρες βρέθηκε τελικά αγοραστής. Ο Λάμπρης πήρε τα λιγοστά χρήματα και γύρισε στο χωριό. Δεν άργησε όμως να ξανακατεβεί στο παζάρι. Χρειαζόταν άλλο ζώο. Τα καλά είχαν ήδη πουληθεί και οι τιμές δεν ήταν μικρές. Τότε παρουσιάστηκε ένας μεσίτης.
«Έλα μπάρμπα», του είπε. «Σόχω ένα γομαρόπουλο πρώτης τάξεως, ένα νιο, ένα άξιο και ήμερο πράμα…»
Κάπου εκεί κοντά στεκόταν και η «πραμάτεια»: ένα όμορφο γομαρόπουλο με τρίχα που γυάλιζε, χαϊμαλί και καινούργιο σαμάρι, «ήμερο σαν αρνί».
Ο Λάμπρης πείστηκε. Έβγαλε τα χρήματα που είχε πάρει από την πώληση του Αναγνώστη και πρόσθεσε άλλες δυο φορές τόσα. Ο μεσίτης, μάλιστα, τον αποχαιρέτησε με μια υπόσχεση: «Πάρτο μπάρμπα […] και θα με θυμάσαι».
Ευχαριστημένος ο Λάμπρης πήρε τον δρόμο για το χωριό. Στα διόδια συνάντησε πατριώτες, φίλους και γνωστούς. Κάθισαν στον ίσκιο του πλάτανου, ήπιαν ένα ρακί, λίγο κρύο νερό από το πηγάδι του Γεροκώτση και κουβέντιασαν «για το παζάρι και τις πραμάτειες, για τα γλέντια και τα ψώνια, για την ακρίβεια».
Όταν ήρθε η ώρα να συνεχίσει, ο Λάμπρης γύρεψε το γαϊδούρι.
Το γαϊδούρι όμως είχε εξαφανιστεί.
Έψαξε εδώ, έψαξε εκεί, ρώτησε διαβάτες. Τίποτε. Στο τέλος πείστηκε πως του το είχαν πάρει οι «αλογοσύρτες» και γύρισε στο χωριό με σκυμμένο το κεφάλι.
Η Λάμπραινα τον βρήκε στο πεζούλι συλλογισμένο. Εκείνη τη νύχτα ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχε διάθεση για πολλά λόγια.
Λίγο πριν ξημερώσει ακούστηκε ένα γκάρισμα.
Ο Λάμπρης ανασηκώθηκε. «Ωρέ… το σκασμένο», είπε. Έμοιαζε σαν να είχε γυρίσει ο Αναγνώστης.
Άναψαν το λυχνάρι και πήγαν μαζί στο αχούρι.
Το ζώο ήταν εκεί.
Ο Λάμπρης παραξενεύτηκε. Η Λάμπραινα όμως χρειάστηκε λιγότερο χρόνο.
«Ποιος ωρέ κακοτύχε τον ξέβαψε και τον έκαμε μπιάλο;»
Τον είχαν λούσει, τον είχαν χτενίσει, τον είχαν βάψει, τον είχαν αρωματίσει και λαδώσει. Ο γερασμένος Αναγνώστης είχε γίνει αγνώριστος — τόσο, ώστε ο ίδιος του ο αφέντης να τον αγοράσει ξανά πληρώνοντας τρεις φορές όσα είχε πάρει όταν τον πούλησε.
Ο Αναγνώστης όμως δεν είχε ξεχάσει το σπίτι του. Όταν ο Λάμπρης σταμάτησε στον Γεροκώτση, εκείνος πήρε μόνος τον γνώριμο δρόμο και γύρισε στον αχυρώνα του.
Ο Λάμπρης θυμήθηκε τότε τα λόγια του μεσίτη: «Πάρτο μπάρμπα αυτό το ζωντανό και θα με θυμάσαι».
Και παραδέχτηκε: «Κι είχε δίκιο, όσο ζω δεν θα τον αλησμονήσω.»
Έτσι ο Αναγνώστης επέστρεψε τελικά στον αχυρώνα του Λάμπρη. Κι εμείς, ακολουθώντας την περιπέτειά του και παρατηρώντας τα πρόσωπα του Μπαλάφα, επιστρέψαμε για λίγο στο παλιό ζωοπάζαρο της Άρτας…


