
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ρίζος
Δικηγόρος
Κάθε εποχή βρίσκει τον δικό της τρόπο να νοσταλγεί. Η δική μας φαίνεται πως βρήκε μια φράση που συμπυκνώνει όσο καμία άλλη τη νοσταλγία για τις δεκαετίες του ’80 και του ’90: «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια».
Αν κάποιος την έβλεπε γραμμένη σε έναν τοίχο πριν από είκοσι χρόνια, πιθανότατα θα υπέθετε ότι την έγραψε κάποιο στέλεχος μετά από μια πετυχημένηπροεκλογική συγκέντρωση. Σήμερα όμως τη συναντάς παντού.
Στα κοινωνικά δίκτυα, σε βίντεο, σε σχόλια, σε παρέες ανθρώπων που είτε ήταν παιδιά την εποχή του Ανδρέα είτε δεν είχαν γεννηθεί καν. Και κάπου εκεί καταλαβαίνει κανείς ότι μάλλον δεν μιλάμε καθαρά για πολιτική.
Υπάρχει μια μικρή καθημερινή συνήθεια που μάλλον έχουμε αποκτήσει οι περισσότεροι. Ανοίγουμε το Netflix ή κάποια άλλη συνδρομητική πλατφόρμα αποφασισμένοι να ξεκινήσουμε μια καινούργια σειρά.
Ύστερα από δέκα λεπτά αναζήτησης και άλλα πέντε αμφιβολίας, παραιτούμαστε. Δεν έχουμε καμία όρεξη να γνωρίσουμε νέους χαρακτήρες, νέα σύμπαντα και νέες πλοκές. Πατάμε «Φιλαράκια».
Ξέρουμε ήδη κάθε ατάκα του Τσάντλερ, κάθε γκάφα του Τζόι και σχεδόν κάθε διάλογο απ’ έξω. Κι όμως, πριν το καταλάβουμε, έχουν περάσει δέκα επεισόδια. Το ίδιο συμβαίνει και με την ελληνική τηλεόραση.
Το «Κωνσταντίνου και Ελένης», το «Παρά Πέντε» και δεκάδες άλλες σειρές εξακολουθούν να προσελκύουν κοινό που καλύπτει σχεδόν όλες τις ηλικίες. Σε μια εποχή με ατελείωτες επιλογές, καταλήγουμε συχνά να επιστρέφουμε σε κάτι που έχουμε ήδη δει.
Τα τελευταία χρόνια η νοσταλγία έχει αποκτήσει μια θέση σχεδόν μόνιμου συγκάτοικου στην καθημερινότητά μας. Τα πάρτι αφιερωμένα στις δεκαετίες του ’80, του ’90 και του2000 έχουν γίνει τόσο συχνά που σε λίγο θα θεωρούνται τακτική μορφή πολιτιστικής δραστηριότητας.
Η μουσική των ’90s και των αρχών του 2000 έχει επιστρέψει δυναμικά στις playlist. Τα τραγούδια του Φοίβου, οι επιτυχίες της Βίσση, της Βανδή, της Γαρμπή και τόσων ακόμη καλλιτεχνών ακούγονται ξανά παντού.
Δεν είναι όμως μόνο οι λίστες αναπαραγωγής.Η Άννα Βίσση γεμίζει στάδια, με τα εισιτήρια να εξαντλούνται σε λίγες ώρες. Οι Metallica και οι IronMaiden συνεχίζουν να γεμίζουν το ΟΑΚΑ λες και το ημερολόγιο έχει κολλήσει κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’90.
Το πιο ενδιαφέρον όμως δεν είναι αυτό.Το πιο ενδιαφέρον είναι ποιοι βρίσκονται εκεί. Δεν είναι μόνο οι σαραντάρηδες που θυμούνται τα μαθητικά τους χρόνια. Είναι και οι εικοσάρηδες. Είναι και οι δεκαπεντάχρονοι.
Είναι άνθρωποι που δεν έζησαν ποτέ την εποχή που υποτίθεται ότι νοσταλγούν. Κι όμως τραγουδούν κάθε στίχο. Γνωρίζουν κάθε ρεφρέν. Συμμετέχουν σαν να ήταν κι εκείνοι παρόντες στην εποχή που γράφτηκαν τα τραγούδια.Και δεν πρόκειται μόνο για τη μουσική.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τα πανηγύρια. Για χρόνια ακούγαμε ότι πρόκειται για ένα έθιμο που σιγά σιγά θα ατονήσει. Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε νέους ανθρώπους να συρρέουν σε αυτά περισσότερο από ποτέ.
Από τον μαθητή λυκείου μέχρι τον συνταξιούχο, όλοι βρίσκονται στον ίδιο χώρο, ακούγοντας τα ίδια τραγούδια και συμμετέχοντας στην ίδια εμπειρία. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου τρεις γενιές μπορούν να τραγουδούν το ίδιο τραγούδι για εντελώς διαφορετικούς λόγους.
Γιατί; Ίσως επειδή η νοσταλγία δεν είναι απλώς ανάμνηση.
Είναι ένας τρόπος να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον μέσα από κοινές εμπειρίες.Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα αλλάζουν διαρκώς. Οι εφαρμογές, οι τάσεις, οι πλατφόρμες, οι συνήθειες, ακόμη και ο τρόπος που επικοινωνούμε.
Μέσα σε αυτή τη συνεχή κίνηση, τα παλιά τραγούδια, οι γνωστές σειρές, οι συναυλίες,τα πανηγύρια, είναι κοινές πολιτισμικές αναφορές που λειτουργούν σαν σταθερά σημεία στον χάρτη.
Ίσως γι’ αυτό η νοσταλγία έχει τόσο μεγάλη απήχηση σήμερα. Όχι επειδή θέλουμε να γυρίσουμε πίσω. Αλλά επειδή σε μια εποχή συνεχών αλλαγών αναζητούμε κοινά σημεία αναφοράς.
Και ίσως γι’ αυτό η φράση «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια» έχει ξεφύγει εδώ και καιρό από τα όρια της πολιτικής και περιγράφει ένα συναίσθημα.
Το συναίσθημα μιας εποχής που, σωστά ή λανθασμένα, έχει αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη ως πιο απλή, πιο ανέμελη και πιο προβλέψιμη.
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν η εικόνα αυτή είναι απολύτως ακριβής. Η μνήμη άλλωστε σπάνια λειτουργεί σαν ιστορικό αρχείο. Λειτουργεί περισσότερο σαν φωτογράφος γάμου: κρατά τις ωραίες στιγμές και αφήνει εκτός κάδρου αρκετές από τις υπόλοιπες.
Ίσως γι’ αυτό η νοσταλγία παραμένει τόσο ζωντανή. Επειδή έχει καταλήξει να μην είναι καν νοσταλγία με τη στενή έννοια, αλλά κοινός τόπος. Δεν ενώνει ανθρώπους επειδή έχουν κοινές απόψεις.
Τους ενώνει επειδή έχουν κοινές αναφορές.Και σε μια κοινωνία που μοιάζει όλο και περισσότερο κατακερματισμένη, δεν είναι μικρό πράγμα να υπάρχουν ακόμη τραγούδια, σειρές, πανηγύρια, συναυλίες που μπορούν να κάνουν έναν δεκαπεντάχρονο και έναν εξηνταπεντάχρονο να τραγουδούν τους ίδιους στίχους, να γελούν με τις ίδιες ατάκες και να νιώθουν, έστω για λίγο, ότι μιλούν την ίδια γλώσσα.
