Ιδιωτικό χρέος: κοροϊδία, υποσχέσεις, αλγόριθμοι!

Γιατί ο πολίτης που θέλει να πληρώσει δεν βρίσκει λύση;

Γράφει ο Απόστολος Κων. Μίχας, Οικονομολόγος

Στις πρόσφατες εξαγγελίες στη ΔΕΘ έγινε για ακόμη μία φορά ιδιαίτερα αισθητό ότι το τεράστιο πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής, παρά το γεγονός ότι αφορά εκατομμύρια πολίτες και επιχειρήσεις.

Το ερώτημα είναι πλέον απλό: γιατί, παρά τις αλλεπάλληλες ρυθμίσεις και τα μέτρα των τελευταίων ετών, το χρέος όχι μόνο δεν ελαττώθηκε αλλά γιγαντώθηκε; Γιατί το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται στη ρίζα του;

Τα κόκκινα δάνεια πέρασαν σε funds και εταιρείες διαχείρισης. Ο δανειολήπτης όμως εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα χρέος που συχνά έχει διογκωθεί από τόκους, προσαυξήσεις και έξοδα.

Και εδώ γεννάται μια εύλογη ερώτηση: Γιατί να μην μπορεί ο πραγματικός δανειολήπτης να αγοράσει το δάνειό του από τα funds και τους servicers στην τιμή που αυτό πραγματικά αποκτήθηκε, προσαυξημένη με ένα εύλογο κέρδος;

Εφόσον υπάρχει δυνατότητα προσδιορισμού της τιμής αγοράς κάθε χαρτοφυλακίου, θα μπορούσε για παράδειγμα να βρεθεί ο μέσος όρος αγοράς, ή το ποσοστό αγοράς επί της άξιας πώλησης και εκεί να προστεθεί το εύλογο κέρδος του funds κλπ. Στη συνέχεια ο δανειολήπτης να καταβάλλει, για παράδειγμα, ένα ποσοστό ως προκαταβολή και το υπόλοιπο σε εύλογο χρονικό διάστημα με χαμηλό επιτόκιο.

Δεν πρόκειται για χάρισμα. Πρόκειται για μια ρεαλιστική συμφωνία που θα μπορούσε να δώσει χρήματα στους πιστωτές, να απελευθερώσει τον πολίτη από έναν φαύλο κύκλο και να επαναφέρει οικονομικά στην κανονικότητα ανθρώπους που σήμερα αδυνατούν να αναπνεύσουν.

Και η υποχρέωση συνεργασίας; Ο δανειολήπτης που δεν συνεργάζεται χαρακτηρίζεται «μη συνεργάσιμος» και υφίσταται τις προβλεπόμενες συνέπειες. Τι γίνεται όμως όταν ο πολίτης θέλει να συνεργαστεί; Όταν τηλεφωνεί, ή ζητά ρύθμιση, ή προσπαθεί να βρει λύση, τις περισσότερες φορές δεν απαντά κανείς ούτε σε τηλέφωνα, ούτε σε e-mail ή σε άλλο τρόπο επικοινωνίας.

Αν απαντήσει κάποιος, αντιμετωπίζει μια απρόσωπη και εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία επικοινωνίας. Η υποχρέωση συνεργασίας δεν θα έπρεπε να είναι αμφίδρομη και υποστηρικτική από τους πιστωτές;

Το πρόβλημα που υπάρχει με τις ρυθμίσεις πολλών δόσεων είναι εμφανές. Όταν ο πολίτης δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις τρέχουσες ανάγκες του, πώς είναι δυνατόν να πληρώνει ταυτόχρονα παλαιά χρέη που έχουν διογκωθεί (τριπλασιαστεί στις καλύτερες περιπτώσεις) από τόκους και προσαυξήσεις;

Μήπως πρέπει επιτέλους να εξεταστεί σοβαρά η διαγραφή ή δραστική μείωση των υπέρογκων τόκων και προσαυξήσεων, ώστε να δοθεί προτεραιότητα στην εξόφληση του πραγματικού κεφαλαίου; Όταν οφείλει το δημόσιο δεν πληρώνει ούτε με προσαυξήσεις, ούτε με τόκους, γιατί στον πολίτη που δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί τα χρόνια της κρίσης τριπλασιάζεται το χρέος του με προσαυξήσεις και τόκους?

Στον ιδιωτικό τομέα, αν κάποιος καταφέρει να εισπράξει παλιές απαιτήσεις στο ύψος του κεφαλαίου του, είναι πολύ ικανοποιημένος. Με το Δημόσιο, τις τράπεζες και τα funds τι γίνεται; Πόσα και από ποιους θέλουν να παίρνουν;

Το κρίσιμο ερώτημα είναι και δημοσιονομικό: Πόσο θα κόστιζε στο κράτος μια πραγματικά βιώσιμη λύση και πόσο κοστίζει σήμερα η διαιώνιση του προβλήματος; Είμαι απολύτως βέβαιος ότι η σημερινή κατάσταση στοιχίζει πολύ περισσότερο, (αλλά αυτό μάλλον βολεύει τους πολιτικούς?) να γιατί ο λαός λέει ότι «είναι όλοι ίδιοι»• ας ξεχωρίσουν κάποιοι.

Ένας πολίτης που είναι οικονομικά εγκλωβισμένος δεν καταναλώνει, δεν επενδύει, δεν αναπτύσσει την επιχείρησή του, δεν είναι ψυχικά υγιής και αδυνατεί να δημιουργήσει νέο εισόδημα. Αντίθετα, ένας πολίτης που απαλλάσσεται από ένα μη βιώσιμο βάρος μπορεί να επιστρέψει στην κοινωνική, οικογενειακή και οικονομική δραστηριότητα.

Ένα προσωπικό περιστατικό που γεννά ερωτήματα Στις 03/09/2026 πήγα να πληρώσω τη δόση Αυγούστου της επιστρεπτέας προκαταβολής. Η κανονική δόση ήταν 91,69 ευρώ. Για καθυστέρηση μόλις δύο ημερών, το ποσό που κλήθηκα να καταβάλω ανήλθε σε 96,44 ευρώ. Η διαφορά είναι περίπου 5,2%.

Δεν γνωρίζω αν πρόκειται για τόκο, προσαύξηση ή άλλη επιβάρυνση. Και ακριβώς γι’ αυτό θέτω το ερώτημα: Ποια είναι η ακριβής νομική και οικονομική βάση μιας τέτοιας επιβάρυνσης για καθυστέρηση δύο ημερών;

Παράλληλα, για τη συγκεκριμένη συναλλαγή, κατά την οποία πληρώθηκαν και επόμενες δόσεις έως 31/12/2026, συνολικού ποσού περίπου 463,20 ευρώ, επιβαρύνθηκα από την τράπεζα με επιπλέον χρέωση 2,50 ευρώ. Το ίδιο ποσό είχα χρεωθεί και σε άλλη περίπτωση κατά την πληρωμή φόρου εισοδήματος.

Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη ερώτημα που αξίζει να απαντηθεί δημόσια. Πίστευα ότι έχουν ληφθεί μέτρα για τη μείωση ή κατάργηση τραπεζικών προμηθειών και έχει ανακοινωθεί μηδενική χρέωση για πληρωμές οφειλών προς το Δημόσιο.
Θα ήθελα να μάθω με ποιον ακριβώς τρόπο και για ποια υπηρεσία χρεώθηκε η συγκεκριμένη προμήθεια των 2,50 ευρώ; Τι μπορεί να κάνει ο Έλληνας αν δεν έχει τις γνώσεις ενός μέσου τραπεζικού υπαλλήλου;

Αυτό δεν είναι απλώς ένα προσωπικό παράπονο. Είναι ένα ερώτημα που αφορά χιλιάδες πολίτες. Γιατί ο πολίτης, όταν οφείλει στο κράτος, στην τράπεζα ή σε έναν πάροχο ενέργειας ή τηλεφωνίας, (πότε επιστρέφουν για παράδειγμα την εγγύηση) πρέπει να πληρώνει τόκους, προσαυξήσεις και επιβαρύνσεις, ενώ όταν το κράτος οφείλει χρήματα σε πολίτες και επιχειρήσεις, η αναμονή μπορεί να διαρκεί μήνες ή και χρόνια και πληρώνει χωρίς καμιά προσαύξηση; Αυτό είναι δικαιοσύνη και ισονομία;

Επιτέλους, να γίνει μια πραγματική συζήτηση Δεν ζητούμε να μην πληρώνει κανείς τις υποχρεώσεις του. Δεν ζητούμε χαριστικές λύσεις. Ζητούμε κανόνες δίκαιους, διαφανείς, ισονομίας, δικαιοσύνης και βιώσιμους.

Το ιδιωτικό χρέος δεν είναι απλώς ένας αριθμός στους οικονομικούς πίνακες. Είναι άνθρωποι, οικογένειες, επαγγελματίες και επιχειρήσεις που προσπαθούν να επιβιώσουν.

Και ίσως ήρθε η ώρα η Πολιτεία να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: Θέλει πραγματικά να εισπράξει αυτά που οφείλονται ή θέλει να διατηρεί εκατομμύρια πολίτες εγκλωβισμένους σε έναν φαύλο κύκλο χρέους, τόκων και αδιεξόδου, προκειμένου να τους αποσπά την ψήφο;

Η λύση δεν μπορεί να είναι άλλη από μία μόνιμη, γενναία και δημοκρατική ρύθμιση. Χρειάζεται μια νέα πολιτική για το ιδιωτικό χρέος, με διαφάνεια στις συναλλαγές των funds, πραγματική δυνατότητα διαπραγμάτευσης, δίκαιη αντιμετώπιση των δανειοληπτών και κανόνες που θα επιτρέπουν σε εκείνον που θέλει να πληρώσει να μπορεί πραγματικά να το κάνει.

Οι Έλληνες δικαιούνται και με το παραπάνω διότι ανακεφαλαιοποίησαν τις τράπεζες με δις ευρώ τουλάχιστον δυο φορές!!! Πόσο ακόμα, ελεος!

Γιατί ένας πολίτης που θέλει να πληρώσει αλλά δεν μπορεί, δεν χρειάζεται άλλη τιμωρία. Χρειάζεται μια πραγματική ευκαιρία να σταθεί ξανά στα πόδια του.

Ήρθε η ώρα να το κάνει η Πολιτεία ή ας το προτείνει δυνατά και τεκμηριωμένα ένα άλλο κόμμα — και θα εισπράξει τη συμπάθεια του αξιοπρεπούς λαού μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται!