
Μαργαρίτης Σχοινάς από το Λουξεμβούργο
Ισχυρή ΚΑΠ, επαρκής χρηματοδότηση και περισσότερη ευελιξία
Το μέλλον της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής μετά το 2028, η ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών αγορών και η επόμενη ημέρα της αλιείας βρέθηκαν στο επίκεντρο των παρεμβάσεων του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μαργαρίτη Σχοινά στο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας και Αλιείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο.
Με κεντρικό μήνυμα ότι η Ευρώπη καλείται να λάβει αποφάσεις που θα καθορίσουν τον χαρακτήρα της αγροτικής παραγωγής για τις επόμενες δεκαετίες, ο Έλληνας Υπουργός έθεσε στο επίκεντρο της συζήτησης τη διατήρηση μιας ισχυρής και πραγματικά ενωσιακής «Κοινής Αγροτικής Πολιτικής», ικανής να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις χωρίς να απολέσει τον ευρωπαϊκό της χαρακτήρα.
Όπως επισήμανε, η σημερινή συζήτηση αφορά το αν η πολιτική, που για περισσότερα από εξήντα χρόνια αποτέλεσε θεμέλιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, θα παραμείνει πραγματικά κοινή ή θα μετατραπεί σταδιακά σε ένα σύνολο εθνικών πολιτικών με περιορισμένη ευρωπαϊκή στήριξη.
Η Ελλάδα τάχθηκε υπέρ μεγαλύτερης απλούστευσης, μεγαλύτερης ευελιξίας και καλύτερης προσαρμογής στις εθνικές ιδιαιτερότητες, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, ότι η ευελιξία δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποδυνάμωση του κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου.
«Περισσότερη ευελιξία δεν μπορεί να σημαίνει λιγότερη Ευρώπη», υπογράμμισε ο κ. Σχοινάς, επισημαίνοντας ότι η ευελιξία αποτελεί εργαλείο και όχι αυτοσκοπό και ότι η αυξημένη επικουρικότητα πρέπει να συνοδεύεται από έναν ισχυρό κοινό ευρωπαϊκό πυρήνα, με κοινούς στόχους, κοινούς βασικούς κανόνες, κοινές αρχές εφαρμογής και κοινή λογοδοσία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη χρηματοδότηση της επόμενης ΚΑΠ, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να ζητά περισσότερη ανθεκτικότητα, περισσότερες επενδύσεις και μεγαλύτερη φιλοδοξία με λιγότερους πόρους.
Όπως ανέφερε, η νέα ΚΑΠ πρέπει να μπορεί να στηρίζει ταυτόχρονα το αγροτικό εισόδημα και τις επενδύσεις που θα καθορίσουν το μέλλον και την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού αγροδιατροφικού τομέα.
Ο Έλληνας Υπουργός υπογράμμισε, επίσης, ότι η μετάβαση στο νέο πλαίσιο απαιτεί συνέχεια, προβλεψιμότητα και αποφυγή χρηματοδοτικών κενών, καθώς καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να επιτύχει χωρίς επαρκείς πόρους και χωρίς ασφάλεια για τους παραγωγούς.