Μια κοινωνία που δεν ακούει τις κραυγές των παιδιών της

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*

Η πτώση δύο νέων κοριτσιών από ένα μπαλκόνι και η τραγική κατάληξη με τον θάνατό τους δεν είναι απλώς ακόμη ένα αστυνομικό δελτίο. Δεν είναι μία είδηση που θα περάσει για λίγες ώρες από τις οθόνες μας και θα χαθεί μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας. Είναι μια κραυγή αγωνίας μιας κοινωνίας που μοιάζει ολοένα και περισσότερο να χάνει τον προσανατολισμό της, την ισορροπία της και κυρίως την επαφή της με τον άνθρωπο.

Πίσω από τα γεγονότα δεν υπάρχουν μόνο τίτλοι ειδήσεων. Υπάρχουν δύο νέα παιδιά. Δύο ψυχές που κουβαλούσαν όνειρα, φόβους, αδιέξοδα, ανασφάλειες, επιθυμία να αγαπηθούν και να ακουστούν. Υπάρχουν οικογένειες που μέσα σε λίγα λεπτά είδαν τη ζωή τους να διαλύεται. Υπάρχουν γονείς που θα ξυπνούν κάθε πρωί με ένα γιατί, να τους συνθλίβει. Και μαζί με αυτούς, υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνία που οφείλει να κοιταχτεί στον καθρέφτη.

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι νέοι άνθρωποι μεγαλώνουν μέσα σε μια βαθιά υπαρξιακή ανασφάλεια. Η οικονομική πίεση, η κοινωνική απομόνωση, η αβεβαιότητα για το αύριο, η βία της εικόνας και των κοινωνικών δικτύων, η ανάγκη διαρκούς επιβεβαίωσης, η μοναξιά μέσα στο πλήθος, δημιουργούν ένα ψυχικό φορτίο που συχνά δεν φαίνεται. Πίσω από χαμόγελα, φωτογραφίες και καθημερινές αναρτήσεις κρύβονται πολλές φορές σιωπηλές καταρρεύσεις.

Η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί από τους νέους να είναι δυνατοί, επιτυχημένοι, όμορφοι, κοινωνικοί και ανθεκτικοί, αλλά ελάχιστα τους μαθαίνει πώς να διαχειρίζονται τον φόβο, την απογοήτευση, την ψυχική κόπωση και την απελπισία. Και ακόμη λιγότερο διαθέτει ουσιαστικούς μηχανισμούς στήριξης.

Οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται πιο εύθραυστες, οι οικογένειες πιέζονται, τα σχολεία αδυνατούν πολλές φορές να λειτουργήσουν ως χώροι ψυχικής ενδυνάμωσης και η πολιτεία αντιμετωπίζει την ψυχική υγεία περισσότερο ως δευτερεύον ζήτημα παρά ως κοινωνική ανάγκη πρώτης γραμμής.

Την ίδια στιγμή, η κοινωνία μας μοιάζει να έχει εξοικειωθεί επικίνδυνα με τον ανθρώπινο πόνο. Η είδηση γίνεται θέαμα. Η τραγωδία μετατρέπεται σε λίγα δευτερόλεπτα τηλεοπτικής κατανάλωσης. Αναζητούνται λεπτομέρειες, φήμες και εντυπώσεις, ενώ συχνά χάνεται το ουσιαστικό ερώτημα…

Τι είναι αυτό που οδηγεί ολοένα περισσότερους ανθρώπους και ιδιαίτερα νέους σε ψυχικά αδιέξοδα;
Δεν αρκεί να μιλάμε μόνο για ατομικές περιπτώσεις. Τα κοινωνικά φαινόμενα έχουν βαθύτερες ρίζες. Μια κοινωνία που παράγει διαρκές άγχος, ανασφάλεια, οικονομική πίεση και συναισθηματική αποξένωση δεν μπορεί να μένει αθώα απέναντι σε τέτοιες τραγωδίες.

Όταν οι νέοι αισθάνονται ότι δεν έχουν χώρο να εκφραστούν, να ακουστούν, να στηριχθούν χωρίς φόβο και χωρίς στιγματισμό, τότε το πρόβλημα παύει να είναι ατομικό και γίνεται βαθιά συλλογικό.

Ίσως τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας να είναι ότι μεγαλώνει μια γενιά με περισσότερα τεχνολογικά μέσα επικοινωνίας από ποτέ, αλλά με όλο και λιγότερη ουσιαστική επικοινωνία. Με περισσότερους ακολούθους στο διαδίκτυο και λιγότερους πραγματικούς ανθρώπους δίπλα της. Με μεγαλύτερη έκθεση και ταυτόχρονα βαθύτερη εσωτερική μοναξιά.

Το τραγικό αυτό γεγονός δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο με σοκ και πρόσκαιρη συγκίνηση. Χρειάζεται κοινωνικός προβληματισμός, ουσιαστική ενσυναίσθηση και κυρίως πράξεις. Περισσότερη ψυχολογική στήριξη στα σχολεία και στις δομές νεότητας.

Περισσότερη ουσιαστική παρουσία των γονιών στη ζωή των παιδιών. Περισσότερη ανθρωπιά και λιγότερη αδιαφορία. Γιατί πολλές φορές οι άνθρωποι πριν φτάσουν στην κατάρρευση έχουν ήδη εκπέμψει σιωπηλά σήματα βοήθειας που κανείς δεν πρόσεξε.

Και ίσως, μέσα στη σκληρότητα της καθημερινότητας, έχουμε όλοι ανάγκη να θυμηθούμε κάτι απλό αλλά πολύτιμο..
Οτι κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να αισθάνεται μόνος απέναντι στο σκοτάδι του.
* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών