Νίκος Ανδρουλάκης: «Πέντε προτάσεις για ασφαλή και σύγχρονο σιδηρόδρομο»

Το τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, όπου δεκάδες συνάνθρωποι μας έχασαν με τόσο άδικο τρόπο τη ζωή τους, χάραξε μια κόκκινη γραμμή, ένα «ως εδώ», στη συλλογική συνείδηση του ελληνικού λαού.
Η φράση «πάρε με όταν φτάσεις», που έγινε σύνθημα των διαδηλώσεων, αποτελεί την έκφραση της αγωνίας μιας κοινωνίας, που βλέπει και πάλι την αδυναμία της πολιτείας να της διασφαλίσει τα αυτονόητα. Το δυστύχημα αποκάλυψε τον συντονισμό όλων των παθογενειών της λειτουργίας του κράτους αλλά και τον αμετανόητο τρόπο άσκησης εξουσίας των κυβερνώντων. Με τον πιο δραματικό και βίαιο τρόπο τραβήχτηκε η κουρτίνα αποκαλύπτοντας τη γύμνια του “επιτελικού κράτους”.
Μετά τον Αλέξη Τσίπρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαχειρίστηκε το κράτος ως προσωπικό λάφυρο και όχι ως μοχλό ανατροπών υπέρ του γενικού συμφέροντος των πολιτών. Το παρέδωσε σε ένα κλειστό σύστημα ημετέρων και το χρησιμοποίησε ως εφαλτήριο της επικυριαρχίας τους.

Άλλωστε, και μόνο η ανάγνωση των βιογραφικών όσων διορίστηκαν στις διοικήσεις των δημοσίων οργανισμών και από τις δυο τελευταίες κυβερνήσεις, αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε καμία αξιοκρατία παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις που απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Η Σύμβαση 717 για την εγκατάσταση συστήματος τηλεδιοίκησης στο σιδηροδρομικό δίκτυο από το 2014, που υπογράφηκε, παραμένει ακόμα ανολοκλήρωτη.
Μολονότι προβλεπόταν να ολοκληρωθεί σε δύο χρόνια το αργότερο, έγινε λάστιχο με απανωτές παρατάσεις από τις Κυβερνήσεις των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και της Νέας Δημοκρατίας. Το κόστος του έργου από τα 41 εκ. ευρώ αυξήθηκε στα 54 εκατ. ευρώ. Αποτέλεσμα: Εννέα χρόνια μετά από την υπογραφή της να μην έχει υλοποιηθεί ακόμα, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη ήδη περνούν στο επίπεδο 2 τηλεδιοίκησης, όταν εμείς δεν έχουμε ακόμη εγκαταστήσει το επίπεδο 1.
Αποκαλυπτικό της κυβερνητικής αδιαφορίας είναι το πόρισμα της Αρχής Διαφάνειας, που εντόπιζε τις παρατυπίες και είχε παραδοθεί στους αρμοδίους πριν την τραγωδία.
Στο μεσοδιάστημα και ενώ ήταν γνωστό το δραματικό έλλειμμα ασφάλειας των μεταφορών, απαξιώθηκαν όλες οι παράλληλες δικλείδες ασφαλείας των διπλών βαρδιών σταθμαρχών και του Κέντρου Διαχείρισης στα κεντρικά του ΟΣΕ στην οδό Καρόλου.

Για όλα αυτά υπάρχουν συγκεκριμένες ευθύνες, που όσο και να επιδιώκει η κυβέρνηση να τις διαχύσει, δεν μπορεί να αντιστρέψει την πραγματικότητα. Όταν όλα πηγαίνουν καλά, γίνονται «με εντολή Μητσοτάκη». Όταν όμως υπάρχουν ευθύνες, προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από την «άγνοια» περιφρονώντας τη νοημοσύνη του ελληνικού λαού. Ήταν όμως ο ίδιος που σε προεκλογική εκδήλωση της Νέας Δημοκρατίας το 2019 υποσχόταν να θεραπεύσει τις παθογένειες στον σιδηρόδρομο, που τώρα επικαλείται.
Ποια άγνοια, όμως, όταν ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων κατέτασσε τη χώρα πρώτη σε θνησιμότητα ανά σιδηροδρομικό χιλιόμετρο;
Τίποτα πια μετά την τραγωδία των Τεμπών δεν μπορεί ούτε και πρέπει να είναι όπως ήταν πριν. Οφείλουμε να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών στον σιδηρόδρομο, ένα πεδίο στο οποίο απέτυχαν τόσο η ιδιωτική Hellenic Train, όσο και οι δημόσιοι ΟΣΕ, ΕΡΓΟΣΕ και Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων.
Έξι χρόνια μετά, η πώληση του 100% της ΤΡΑΙΝΟΣΕ στην ιταλική Ferrovie Dello Stato Italiane, έχει αποτύχει.
Ο Αλέξης Τσίπρας μολονότι χαρακτήριζε ξεπούλημα το αρχικό αντίτιμο των 300 εκατ. ευρώ, την ιδιωτικοποίησε με μόλις 45 εκατ. ευρώ προικοδοτώντας την παράλληλα με 250 εκατ. για τις άγονες γραμμές. Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι με νέα σύμβαση, ο Κώστας Καραμανλής έκανε ακόμη πιο ευνοϊκούς τους όρους για την ιταλική εταιρεία.

Για τον λόγο αυτό, προτείνουμε την προσωρινή επαναφορά της σε κρατικό έλεγχο και την εξεύρεση σύντομα νέου στρατηγικού επενδυτή, που θα διασφαλίζει την υλοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων για να αποκτήσουμε σιδηροδρομικές μεταφορές στα βέλτιστα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων ήταν απούσα και στο τιμόνι της βρέθηκαν πρόσωπα χωρίς ουσιαστική γνώση του αντικειμένου. Είναι επιβεβλημένη η ανασύστασή της με βάση τα διεθνή πρότυπα και την άμεση εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων στην παροχή τεχνογνωσίας και εποπτείας ώστε να μπορέσει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη του επιβατικού κοινού. Στο πλαίσιο αυτό, η ηγεσία της θα πρέπει να είναι υψηλού συμβολισμού και ευρύτατης αποδοχής.
Η νέα αυτή Αρχή θα πρέπει να είναι και υπεύθυνη για την εκπαίδευση και πιστοποίηση του προσωπικού του ΟΣΕ, το οποίο δεν μπορεί να προσλαμβάνεται από το παράθυρο, όπως συνέβη με τον εν λόγω Σταθμάρχη, αλλά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και αναγκών.

Η αξιολόγηση και η αξιοκρατία στην ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού του ΟΣΕ πρέπει να είναι προτεραιότητα.
Ένα κράτος αξιόπιστο και εγγυητής του δημοσίου συμφέροντος οφείλει να κόψει τον ομφάλιο λώρο με τα κομματικά ρουσφέτια. Η επιλογή των διοικήσεων των δημοσίων οργανισμών πρέπει να αποσυνδεθεί από τον εκλογικό κύκλο κάθε κυβέρνησης ώστε να στελεχώνονται από τους πραγματικά άξιους και ικανούς.
Έτσι και στην περίπτωση του ΟΣΕ και της ΕΡΓΟΣΕ η επιλογή των διοικήσεων θα πρέπει να γίνεται με ανοιχτό διαγωνισμό, με μια αδιάβλητη και ακομμάτιστη διαδικασία.
Παράλληλα θα πρέπει να προχωρήσουμε στις απαραίτητες επενδύσεις στο σιδηροδρομικό δίκτυο. Τα τρένα αποτελούν το πιο φιλικό προς το περιβάλλον μέσο μαζικής μεταφοράς, που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή. Ενώ η Ευρώπη δίνει δισεκατομμύρια μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης για μείωση των εκπομπών αερίων, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αξιοποίησε ελάχιστα.
Είναι εθνική ανάγκη και συμφέρον μας να εκσυγχρονίσουμε και να αναβαθμίσουμε τον σιδηρόδρομο απέναντι στα όποια συμφέροντα μέχρι τώρα τον κρατούσαν δέσμιο παλαιοκομματικών συμπεριφορών. Πώς μπορούν κάποιοι να μιλούν για τη σημασία της γεωπολιτικής θέσης της χώρας, όταν δεν επενδύουν στα δίκτυα μεταφορών και παραμένουμε σιδηροδρομικά απομονωμένοι από την υπόλοιπη Ευρώπη;
Είναι καιρός να διασφαλίσουμε τα βασικά, τα στοιχειώδη και τα αναγκαία.
Έχουμε χρέος να οικοδομήσουμε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.
Να τολμήσουμε βαθιές τομές. Να λάβουμε αποφάσεις με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.
Ήρθε η ώρα να αποφασίσουμε για την Ελλάδα, που θέλουμε να ζούμε.

*Άρθρο Νίκου Ανδρουλάκη, Προέδρου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ»