Οι «ετερόδοξες εκκλησίες» και ο Όσιος Μάξιμος ο Γραικός πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (χημικού)

Εισαγωγικά.

Από 17 έως 26 Ιουνίου 2016, στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης στο Κολυμβάρι Χανίων συγκλήθηκε Πανορθόδοξη Σύνοδος. Στη Σύνοδο συμμετείχαν τελικά οι δέκα από τις δεκατέσσερις αυτόνομες Ορθόδοξες Εκκλησίες, καθώς, λίγες μέρες πριν από την έναρξή της, ακύρωσαν, λόγω διαφωνιών, τη συμμετοχή τους το Πατριαρχείο Μόσχας, το Πατριαρχείο Αντιοχείας, η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Βουλγαρίας και η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Γεωργίας. ΄Ενα από τα κείμενα της Συνόδου, τα οποία δημοσιεύτηκαν, ήταν αυτό με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον».

Στις σελίδες 227-228 στο συνοδικό κείμενο γράφονται τα εξής: «η ορθόδοξος εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής Εκκλησιών ή ομολογιών». Ωστόσο οι παραπάνω φράσεις δέχθηκαν θυελλώδεις αντιδράσεις και σκληρή κριτική από πολλά, εγνωσμένου θεολογικού κύρους, πρόσωπα και φορείς, οι οποίοι με παρεμβάσεις των επεσήμαναν ότι «πάσχει» σοβαρά θεολογικά. Πιο συγκεκριμένα:

Χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» αδιακρίτως για τους Ορθοδόξους και για τους ετεροδόξους αιρετικούς, με αποτέλεσμα να μην οριοθετείται με σαφήνεια η Ορθοδοξία από την αίρεση, η αλήθεια από το ψεύδος. Είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτός ο όρος «Εκκλησία» στους ετεροδόξους, επειδή αυτοί έχουν καταδικασθεί από Ορθόδοξες Οικουμενικές Συνόδους ως αιρετικοί και έχουν αποκοπεί από το σώμα της. Ο όρος «ετερόδοξη Εκκλησία» είναι αντιφατικός, αφού οι δύο λέξεις αλληλοαναιρούνται. Και τούτο διότι η λέξη «ετερόδοξος» σημαίνει εκείνον που πιστεύει διαφορετικά από την πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δηλαδή σημαίνει τον αιρετικό. Δεν υπάρχουν «ετερόδοξες Εκκλησίες», επειδή δεν υπάρχει ετερόδοξος Χριστός.

Ο καθηγητής της δογματικής του ΑΠΘ Δ.Τσελεγγίδης σχολίασε ως εξής την παραπάνω πρόταση:
«Η προσπάθεια να δικαιολογηθεί ο όρος «ετερόδοξες Εκκλησίες», ως «τεχνικός όρο», είναι άστοχη, διότι η Εκκλησία ουδέποτε σε προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους χρησιμοποίησε «τεχνικούς όρους», για να εκφράσει τη δογματική της διδασκαλία, αλλά πάντοτε οι συνοδικοί Πατέρες φρόντιζαν να διατυπώνουν τις δογματικές αλήθειες της πίστεως με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια. Όφειλε λοιπόν και η «Σύνοδος» της Κρήτης να εκφράσει τη δογματική της αυτοσυνειδησία με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και ακρίβεια, έτσι, ώστε να αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο παρερμηνείας ή αντιφάσεως.

Μία άλλη δικαιολογία που προβλήθηκε είναι ότι με τη φράση «ιστορική ονομασία» αποκλείσθηκε η απόδοση εκκλησιαστικότητος στους ετεροδόξους. Ωστόσο, δεν ευσταθεί, διότι η φράση «ιστορική ονομασία», ισοδυναμεί με τη φράση «ιστορική ύπαρξη», αφού ποτέ δεν ονομάζουμε κάτι που δεν υπάρχει. Η χρησιμοποίηση του όρου «Εκκλησία» στους ετεροδόξους κατ’ ουσίαν εισάγει στην Ορθόδοξη θεολογία μία νέα αιρετίζουσα εκκλησιολογία, η οποία δεν έχει απολύτως καμμία σχέση με την Ορθόδοξη θεολογία και πατερική Παράδοση. Αποτελεί εισαγωγή της προτεσταντικής θεωρίας των «κλάδων», που καθιερώθηκε με την Β Βατικάνειο Σύνοδο».

Στη νέα αυτή εκκλησιολογία αντιτάχτηκε πολλά χρόνια πριν ο Όσιος Μάξιμος ο Γραικός. Ο άγιος αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της δράσεώς του στη Ρωσία στην οξεία πολεμική κατά των ετεροδόξων (Λατινισμός, Αρμενικός μονοφυσιτισμός), τους οποίους αποκαλούσε ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ, γιατί αυτοί έχουν καταδικαστεί από Οικουμενικές Συνόδους.

Κατά των πλανών της Ρωμαιοκαθολικής ή Λατινικής Εκκλησίας.
Στην ορθόδοξη Ρωσία υπήρχε μια μακρά γραπτή πολεμική κατά των πλανών της Ρωμαιοκαθολικής ή Λατινικής Εκκλησίας. Οι πρώτοι Έλληνες μητροπολίτες έγραψαν για τις δογματικές διαφορές της Ορθοδόξου και Λατινικής Εκκλησίας. Πολλά αντιλατινικά έργα των Πατέρων, ιδιαίτερα βυζαντινών, είχαν μεταφρασθεί. Εξάλλου ο άγιος Μάξιμος γνώριζε τις απόπειρες των παπών να παρασύρουν τη Ρωσία στην Ουνία. Φρόντιζε δε, κατά τις συναντήσεις του με τον μεγάλο ηγεμόνα, να τον ενημερώνει για τους κινδύνους, τους οποίους διέτρεχε η Ορθοδοξία στη Ρωσία. Με τα συγγράμματά του αναφερόταν στις διάφορες αιρετικές δογματικές διδασκαλίες και καινοτομίες της Δυτικής Εκκλησίας. Αφορμή για την αντιλατινική δράση του έδωσε ο ιδιαίτερος και έμπιστος ιατρός του μεγάλου ηγεμόνα Nikolai «Nemchin» (ο «Γερμανός») ή Bulev, ο οποίος ζούσε στη Μόσχα και που, διέδιδε την αστρολογία με μεγάλη επιτυχία. Αυτός προσπαθούσε να πείσει ότι οι διαφορές, οι οποίες υπήρχαν μεταξύ της Ορθοδόξου και Λατινικής Εκκλησίας, ήταν τόσο ασήμαντες, που δεν έπρεπε να αποτελούν εμπόδιο στην ένωση των δύο Εκκλησιών. Τόνιζε όχι τις διαφορές, αλλά τα θεμελιώδη δόγματα στα οποία υπήρχε συμφωνία, τα «ενούντα». Απέφευγε να επιτίθεται κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και με επιστολές, που έστελνε σε διάφορα σπουδαία πρόσωπα της εποχής με τον ήρεμο, μετριοπαθή και ήπιο τόνο των επιχειρημάτων του, εύρισκε απήχηση στους εκκλησιαστικούς κύκλους.

Ο άγιος Μάξιμος παρακινήθηκε από τον σοβαρό και φιλομαθέστατο φίλο του Θεόδωρο Κάρποφ να εκφράσει τη γνώμη του για τις ενωτικές προσπάθειες του Νικολάου. Μετά από ανταλλαγή επιστολών γράφει μια μεγάλης εκτάσεως πραγματεία για την κυριότερη δογματική καινοτομία των Λατίνων, δηλαδή της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «και εκ του Υιού» (filioque). Συνολικά ο άγιος Μάξιμος γράφει επτά επιστολές, στις οποίες αναιρεί τις διάφορες αιρετικές διδασκαλίες (περί Αγίου Πνεύματος, καθαρτηρίου πυρός, αζύμων, της νηστείας του Σαββάτου, της αγαμίας του κλήρου). Κυρίως στρέφεται στην αναίρεση τριών «μεγάλων λατινικών αιρέσεων», όπως τις ονομάζει, της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, του καθαρτηρίου πυρός και της χρήσεως των αζύμων. Αν αρθούν αυτές οι τρεις μεγάλες διαφορές, τότε υπάρχει ελπίδα ενώσεως. Όπως αναφέρει, δεν ασχολείται, αλλά εκούσια παραλείπει, ως γνωστά στους ορθοδόξους, τον έλεγχο των υπολοίπων εγκληματικών καινοτομιών, οι οποίες αναφέρονται στα μυστήρια, την ιερωσύνη και τους άλλους εκκλησιαστικούς θεσμούς, τα οποία είναι αντίθετα προς τους αποστολικούς κανόνες και διατάξεις των επτά Οικουμενικών Συνόδων. Θεωρεί επίσης τη φιλαρχία των παπών ως εμπόδιο για την ένωση των δύο Εκκλησιών.

Τα συγγράμματα του αγίου Μαξίμου κατά των Λατίνων έχουν δογματικό περιεχόμενο. Ο κύριος άξονας των επιχειρημάτων του είναι το σταθερό και αμετάβλητο των δογμάτων και η αδυναμία του ανθρωπίνου νου να εξερευνά τα θεία μυστήρια, τα οποία είναι απρόσιτα. Όποιος νοθεύει τα δόγματα, οδηγείται στην απώλεια της σωτηρίας και της αιώνιας ζωής. Η πίστη του στα δόγματα της Εκκλησίας ήταν εμπειρική και όχι διανοητική.

Ο Ιησουίτης καθηγητής Bernhard Schultze σε ογκώδες έργο του αναφερόμενο στον άγιο Μάξιμο ως θεολόγο, τον χαρακτηρίζει «Παλαμίτην», ακολουθώντας τη στάση της Δυτικής Εκκλησίας. Είναι γνωστό ότι οι θεολόγοι της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας δυσφήμησαν και συκοφάντησαν τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ως καινοτόμο και αιρετικό, γι’ αυτό και χαρακτήρισαν τη διδασκαλία του «Παλαμισμό» ή «Παλαμική θεολογία», δηλαδή ότι εκφράζει προσωπική αντίληψη, ατομικές απόψεις, και όχι την διδασκαλία της Εκκλησίας. Για να δυσφημήσει λοιπόν το έργο του αγίου Μαξίμου, τον χαρακτήρισε ακόλουθο της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Έτσι, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, ο ανωτέρω καθηγητής έπλεξε εγκώμιο στον άγιο Μάξιμο!

Κατά της Αρμενικής κακοδοξίας
Ανάμεσα στις αντιαιρετικές συγγραφές του αγίου Μαξίμου υπάρχει και ένας Λόγος κατά της Αρμενικής κακοδοξίας. Βρίσκεται στον Β Τόμο των Απάντων του Οσίου, που εξέδωσε η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Στη Ρωσία υπήρχαν εγκατεστημένοι Αρμένιοι. Άλλοι από αυτούς ήταν έμποροι, ενώ υπήρχαν και μερικοί ιατροί. Η ρωσική κυβέρνηση χρησιμοποιούσε για τις υπηρεσίες της όσους ήταν διερμηνείς ή μεταφραστές. Όπως φαίνεται, οι Αρμένιοι προπαγάνδιζαν την αίρεση του μονοφυσιτισμού, στην οποία ανήκαν. Ο άγιος Μάξιμος λέγει ότι η αρμενική κακοδοξία αποτελείται από πολλές αιρέσεις, αναφέρεται όμως σε τρεις, τις οποίες θεωρεί ως κατεξοχήν ασεβείς και τις αναιρεί.

Η πρώτη και χειρότερη από αυτές συνίσταται στην άποψή τους ότι κατά την διάρκεια των σωτηρίων παθών του Θεού-Λόγου, η απαθής θεότητα πέθανε, όπως και η ανθρώπινη φύση Του. Η δεύτερη στον ισχυρισμό τους ότι ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού μετά την Ανάληψή Του στον ουρανό απεκδύθηκε τη θεία Σάρκα Του, την οποία έλαβε από την Παναγία Μητέρα Του. Και η Τρίτη στο ότι αναμιγνύουν τις δύο φύσεις, που ενώθηκαν ασυγχύτως στον Χριστό, τη Θεία και την ανθρώπινη, πρεσβεύοντας ότι δήθεν έγιναν μία.
Προκειμένου ο Όσιος να αντιμετωπίσει τις παραπάνω αιρετικές διδασκαλίες των Μονοφυσιτών στο λόγο του αναφέρει δύο γεγονότα από την ιερή Παράδοση της Εκκλησίας. Το πρώτο είναι το θαύμα της Αγίας Ευφημίας. Την ανάμνηση του θαύματος γιορτάζει η Εκκλησία μας στις 14 Ιουλίου. Συγκεκριμένα:

Κατά την Τετάρτη Αγία και Οικουμενική Σύνοδο, που συγκλήθηκε στη Χαλκηδόνα από τους ευσεβείς αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία [17 Φεβρ.] στη μεγάλη βασιλική της αγίας Ευφημίας, οι εξακόσιοι τριάντα Πατέρες ανέλαβαν να αναιρέσουν τις αιρετικές γνώμες του αρχιμανδρίτη Ευτυχίου, που υπερασπιζόταν από τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Διόσκορο. Για να λυθεί η διαφορά με θεία απόφαση, ο πατριάρχης άγιος Ανατόλιος [3 Ιουλ.] πρότεινε στα δύο μέρη να συντάξουν τόμο περιέχοντα την αντίστοιχη Ομολογία Πίστεώς τους και τα δύο έγγραφα να κατατεθούν στη λάρνακα της αγίας Ευφημίας. Οι δύο περγαμηνές στις οποίες ήσαν γραμμένοι οι ορισμοί της Πίστεως, όσον αφορά το Πρόσωπο του Χριστού, αποτέθηκαν έτσι πάνω στο στήθος της αγίας και, αφού σφραγίσθηκε η λάρνακα, οι Πατέρες άρχισαν να προσεύχονται. Μετά από οκτώ ημέρες μετέβησαν όλοι στο ναό της Αγίας και ανοίγοντας τη λάρνακα ανακάλυψαν με θαυμασμό την αγία να κρατά στην αγκαλιά της τον Ορθόδοξο Τόμο, σαν να ήθελε να τον βάλει στην καρδιά της, ενώ ο τόμος των αιρετικών ήταν πεταμένος στα πόδια της.

Μπροστά στη λαμπρή αυτή απόδειξη της αληθείας, οι Ορθόδοξοι ανέπεμψαν ευχαριστίες στον Θεό και οι αιρετικοί αποδοκιμάστηκαν και ονειδίστηκαν από το πλήθος των πιστών.
Σύμφωνα με μία αρχαιότερη εκδοχή του θαύματος, αναφέρεται, ότι, όταν οι Πατέρες απέθεσαν τα δύο έγγραφα στην λάρνακα, η αγία άπλωσε το χέρι της σαν να ήταν ζωντανή, πήρε τον ορθόδοξο τόμο, τον ασπάσθηκε και τον επέστρεψε στους Πατέρες.

Επίσης ο αιρετικός μονοφυσίτης Σεβήρος πίστευε ότι η θεία φύση του Χριστού υφίσταται πόνο και επιθυμώντας να διακηρύξει αυτή την αίρεση έλεγε στους οπαδούς του να ψέλνουν τον Τρισάγιο ύμνο ως εξής:
«΄Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ο ΣΤΑΥΡΩΘΕΙΣ ΔΙ΄ΗΜΑΣ, ελέησον ημάς. Πρόσθεσε δηλ.τη φράση «ο Σταυρωθείς δι΄ημάς». Η προσθήκη όμως αυτή είναι αιρετική γιατί ο Τρισάγιος Ύμνος αναφέρεται στα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Με το να προσθέτει ο «σταυρωθείς δι᾽ ημάς» σημαίνει ότι σταυρώθηκαν και τα τρία πρόσωπα ενώ σταυρώθηκε μόνο το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.

Για την απόδειξη αυτής της βλασφημίας συνέβη το δεύτερο θαύμα, που αναφέρει ο όσιος Μάξιμος και είναι το εξής:
«Όταν ήταν πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη ο Πρόκλος (μαθητής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου), η Κωνσταντινούπολη για τέσσερις μήνες συνέχεια σείονταν από σεισμούς. Οι κάτοικοι τρομαγμένοι έτρεξαν έξω από τα τείχη της πόλεως σε κάποιο μέρος που ονομαζόταν Κάμποι, κι εκεί προσεύχονταν και με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσαν τον Θεό να σταματήσει το σεισμό.

Κάποια μέρα, όταν η γη σείονταν και ο λαός έλεγε το «Κύριε ελέησον», μια αόρατη δύναμη άρπαξε μέσα από τον λαό ένα παιδί, το ύψωσε προς τον ουρανό και όταν το παιδί ξαναγύρισε στη γη, είπε πως άκουσε μια θεική φωνή που του παρήγγειλε να πει στον επίσκοπο ότι στις λιτανείες που κάνουν πρέπει να ψέλνουν το: «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». Ο Πατριάρχης Πρόκλος ζήτησε τότε από το λαό να ψάλλουν όλοι μαζί τον ύμνο αυτό. Και μόλις άρχισαν να τον ψέλνουν, αμέσως ο σεισμός σταμάτησε.

Έτσι, λοιπόν, το περιστατικό εκείνο με το σεισμό έγινε η αιτία, ώστε η φιλανθρωπία του Θεού να φανερώσει στους ανθρώπους, ποιο είναι το θέλημα του Θεού.
Επίσης ο Άγιος Μάξιμος αναφέρει και ένα άλλο γεγονός για να ανατρέψει τις αιρετικές θέσεις των μονοφυσιτών.

Γράφει τα εξής:
«Ύστερα από τα σωτήρια πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και την Ανάληψή Του στον ουρανό, άλλοι με χαρά ακολούθησαν το αποστολικό κήρυγμα και δέχτηκαν το Άγιο Βάπτισμα, ενώ άλλοι αντιστάθηκαν σε αυτό με σφοδρότητα και φιλονικούσαν με συνέπεια σε όλη την οικουμένη να ξεσπάσουν εμφύλιες διαμάχες και διωγμοί των χριστιανών. Τότε ένας ιερέας του Απόλλωνα στο Μαντείο των Δελφών ζήτησε να μάθει από τον θεό Απόλλωνα τι είναι το νέο αυτό κήρυγμα, που είχε έλθει αστραπιαία σε όλη τη γη περί του νεοφανούς Θεού, του Ιησού Χριστού. Τόλμησε έτσι να ρωτήσει το είδωλο του Θεού Απόλλωνα. Τότε ο δαίμονας του ειδώλου θύμωσε από την ερώτηση και απάντησε ως εξής σε αυτόν: «Καλύτερα να μην με ρωτούσεςκαθόλου γι΄αυτό, ω ακόλαστε υπηρέτη μου. Αυτός που υπέφερε είναι ΘΕΟΣ, αλλά η θεότης του ΔΕΝ ΥΠΕΦΕΡΕ»
Δηλ. ο δαίμονας άθελά του μίλησε για το σωτήριο Πάθος του Θεού-Λόγου.

Και τελειώνει τον λόγο του ο Όσιος ως εξής:
«Σας συμβουλεύω πιστοί φίλοι και αγαπημένοι αδελφοί, ΝΑ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΘΕΙΤΕ από την αισχρή φιλία και τη δολία συζήτηση μαζί τους (δηλ.τους αιρετικούς), αν πράγματι επιθυμείτε μεχρι τέλους να διατηρήσετε τους εαυτούς σας υγείς στην ορθη πίστη που κληρονομήσατε από τους προγόνους σας.
Να ξέρετε, ότι κάθε αίρεση έχει αρχηγό της τον διάβολο, επειδή αυτός είναι ο αναφερόμενος στο Ευαγγέλιο εχθρός. Είναι εκείνος ο άνθρωπος που μέσα στο σιτάρι της καθαρής ευαγγελικής θεογνωσίας έσπειρε τα πονηρά ζιζάνια, δηλαδή τις διάφορες αιρέσεις με τις οποίες ο αισχρότατος προσπαθεί να μας παρασύρει και δι΄ αυτών να μας απομακρύνει από την άμωμη ορθόδοξη πίστη.

Ας οπλιστούμε λοιπόν με την καλή πανοπλία των δογμάτων, που είναι τα θεολογικά κεφάλαια του Ιωάννου του Δαμασκηνού, ας τα εμπεδώσουμε, ώστε να είμαστε σε θέση με τις αιχμές τους να περιφράξουμε όλα τα ανοικτά στόματα των πολεμίων μας (δηλ. των αιρετικών) και να συντρίψουμε την κάθε αναίδεια, που εναντιώνεται στον Χριστό… «Ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας».