
Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά
Την ώρα που η Άρτα γιόρταζε ακόμη την απελευθέρωσή της, ο δημοσιογράφος του «Νεολόγου» Σπυρίδων Παγανέλης διέκρινε ήδη τα πρώτα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που θα γεννούσε η μετάβαση στη νέα εποχή.
Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του για τη στρατιωτική κατάληψη της Άρτας και της Θεσσαλίας καταγράφει με αξιοσημείωτη διορατικότητα τις πρώτες ενδείξεις του αγροτικού ζητήματος, πολύ πριν αυτό λάβει τις μεγάλες διαστάσεις που γνώρισε αργότερα στη Θεσσαλία.
Τους πρώτους μήνες μετά την ενσωμάτωση της Άρτας στο ελληνικό κράτος, η νέα πραγματικότητα παρέμενε ακόμη εύθραυστη και αβέβαιη. Η ελληνική διοίκηση προσπαθούσε να οργανώσει τις πρόσφατα προσαρτημένες περιοχές, ενώ η τοπική κοινωνία βρισκόταν σε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο, ανάμεσα στον κόσμο της οθωμανικής εποχής και στις νέες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο δημοσιογράφος του «Νεολόγου» Δημήτριος Παγανέλης καταγράφει με αξιοσημείωτη διορατικότητα τις πρώτες κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις που εμφανίζονταν ήδη στην περιοχή.
Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Στρατιωτική Κατάληψις Άρτης και Θεσσαλίας διακρίνει τα προβλήματα που εμφανίστηκαν αμέσως μετά την απελευθέρωση και που λίγα χρόνια αργότερα θα εξελίσσονταν σε σοβαρές κοινωνικές συγκρούσεις γύρω από τη γη και τα τσιφλίκια.
Μέσα από τις παρατηρήσεις του διακρίνεται ήδη η απαρχή του αγροτικού ζητήματος που επρόκειτο λίγα χρόνια αργότερα να προκαλέσει σοβαρές συγκρούσεις όχι μόνο στη Θεσσαλία αλλά και στην περιοχή της Άρτας.
Ο Παγανέλης γράφει σε μια περίοδο κατά την οποία όλα έμοιαζαν ακόμη αβέβαια. Η νέα ελληνική διοίκηση προσπαθούσε να οργανώσει τις πρόσφατα προσαρτημένες περιοχές, ενώ οι σχέσεις ανάμεσα στους χριστιανικούς και μουσουλμανικούς πληθυσμούς παρέμεναν εύθραυστες.
Παρά τις ανησυχίες που υπήρχαν στην Αθήνα, ο ίδιος σημειώνει πως οι σχέσεις ανάμεσα στους κατοίκους διατηρούνταν αρχικά σε σχετικά ήρεμο κλίμα. Περιγράφει μάλιστα τις βραδινές επισκέψεις Οθωμανών στρατιωτικών σε σπίτια χριστιανών της Άρτας, αλλά και τις κοινές συγκεντρώσεις και συζητήσεις «μετά την υποχώρησιν προς τα πέριξ του ποταμού».
Ο δημοσιογράφος θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε επιτρέψει προσωρινά τη χρήση τουρκικών κανονιοβολισμών από το φρούριο της Άρτας κατά τη διάρκεια θρησκευτικής εορτής των μουσουλμάνων, κίνηση που —όπως γράφει— προκάλεσε μεγάλη ικανοποίηση στους Οθωμανούς κατοίκους της πόλης.
Την ίδια στιγμή όμως διακρίνει ήδη τους πρώτους κινδύνους. Σε αρκετά σημεία του κειμένου του εκφράζει την ανησυχία του ότι οι νέες ελληνικές αρχές δεν γνώριζαν επαρκώς τις ιδιαιτερότητες της περιοχής και θα επιχειρούσαν να εφαρμόσουν βίαια τις συνήθειες και τις πολιτικές πρακτικές της «παλαιάς Ελλάδος» σε μια κοινωνία εντελώς διαφορετική.
«Χωρεί ουδέν ήττον μετ’ ασφαλείας», γράφει χαρακτηριστικά, φοβούμενος ότι η απότομη διοικητική μεταβολή θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις στους πληθυσμούς της νέας επαρχίας.
Ιδιαίτερη ανησυχία δείχνει και για τη δράση διαφόρων τοπικών παραγόντων, τους οποίους κατηγορεί ότι επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν τη νέα κατάσταση για προσωπικό όφελος, καλλιεργώντας πολιτικές αντιπαραθέσεις και εντάσεις.
Σε ένα από τα σημαντικότερα σημεία του βιβλίου του προειδοποιεί ανοιχτά ότι οι νέες συνθήκες μπορούσαν εύκολα να οδηγήσουν σε κοινωνικές συγκρούσεις γύρω από τη γη και την αγροτική οικονομία της περιοχής.
Παρότι δεν χρησιμοποιεί ακόμη τον όρο «αγροτικό ζήτημα», είναι φανερό πως είχε ήδη αντιληφθεί το πρόβλημα που επρόκειτο να δημιουργηθεί με τα μεγάλα τσιφλίκια και τις σχέσεις ανάμεσα στους γαιοκτήμονες και στους καλλιεργητές.
Ο Παγανέλης φαίνεται να κατανοεί ότι η μετάβαση από την οθωμανική διοίκηση στο ελληνικό κράτος δεν σήμαινε αυτόματα και κοινωνική δικαιοσύνη για τους αγροτικούς πληθυσμούς.
Αντίθετα, διαβλέπει πως οι νέες πολιτικές ισορροπίες μπορούσαν να οξύνουν ακόμη περισσότερο τις ήδη υπάρχουσες αντιθέσεις.
Σε άλλο σημείο εκφράζει τον φόβο ότι η κομματική αντιπαράθεση και οι πολιτικές πρακτικές της Αθήνας θα μεταφέρονταν πολύ γρήγορα και στις νέες επαρχίες.
Με έντονη ειρωνεία σημειώνει ότι οι κάτοικοι των περιοχών αυτών κινδύνευαν να «αφομοιωθούν» σύντομα από τις παθογένειες της ελληνικής πολιτικής ζωής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά του στην ψυχολογία των ίδιων των κατοίκων. Ο δημοσιογράφος παρατηρεί ότι πολλοί χριστιανοί της περιοχής αντιμετώπιζαν ακόμη με επιφυλακτικότητα τη νέα κατάσταση, ενώ οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί ζούσαν μέσα στην αβεβαιότητα και στον φόβο για το μέλλον τους.
Μέσα σε αυτό το εύθραυστο περιβάλλον, το ζήτημα της γης αποκτούσε ήδη καθοριστική σημασία.
Οι ανησυχίες του Παγανέλη αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι το αγροτικό ζήτημα εμφανίστηκε στην περιοχή της Άρτας πολύ νωρίτερα από ό,τι στη Θεσσαλία, όπου αργότερα πήρε πανελλήνιες διαστάσεις.
Στην Άρτα, ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, η συγκέντρωση μεγάλων εκτάσεων γης στα χέρια ισχυρών γαιοκτημόνων δημιούργησε έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και πολιτικές συγκρούσεις.
Κεντρική μορφή εκείνης της περιόδου υπήρξε ο Κωνσταντίνος Καραπάνος, ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες της περιοχής, του οποίου το όνομα συνδέθηκε στενά με τις αντιπαραθέσεις γύρω από τα τσιφλίκια και τις σχέσεις με τους καλλιεργητές.
Οι ρίζες όμως αυτών των συγκρούσεων φαίνεται πως ήταν παλαιότερες και προϋπήρχαν της ίδιας της απελευθέρωσης. Ήδη από το 1873, κάτοικοι χωριών της περιοχής των Τζουμέρκων και της επαρχίας Άρτας είχαν απευθύνει διαμαρτυρία προς το ελληνικό κράτος, ζητώντας τη μεσολάβησή του απέναντι στις πιέσεις που δέχονταν γύρω από τη γη και τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα μέσα στην ακόμη οθωμανική επικράτεια.
Στις καταγγελίες τους περιέγραφαν ένα καθεστώς εκβιασμών και αυθαίρετων διεκδικήσεων, υποστηρίζοντας ότι επιχειρούνταν να μετατραπούν παλαιά φορολογικά δικαιώματα —όπως ο φόρος του ιμόρου— σε πλήρη κυριότητα πάνω στις γαίες που καλλιεργούσαν επί γενιές.
Οι χωρικοί κατηγορούσαν επιστάτες και εκπροσώπους μεγάλων γαιοκτημόνων ότι τους πίεζαν να υπογράψουν συμβόλαια παραχώρησης των κτημάτων τους, ενώ όσοι αντιδρούσαν αντιμετώπιζαν διώξεις, φυλακίσεις και βίαιες πιέσεις από τις οθωμανικές αρχές.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αναφερόταν, κάτοικοι ολόκληρων χωριών οδηγήθηκαν δεμένοι στις φυλακές των Ιωαννίνων ή συνελήφθησαν ακόμη και όταν κατέφυγαν προσωρινά στο ελληνικό κράτος για να γλιτώσουν από τις καταπιέσεις.
Ήδη από τότε το όνομα του Κωνσταντίνου Καραπάνου εμφανιζόταν συνδεδεμένο με τις διεκδικήσεις πάνω στις γαίες της περιοχής, γεγονός που δείχνει ότι το αγροτικό ζήτημα δεν γεννήθηκε μετά το 1881.
Αντίθετα, αποτελούσε ήδη μια βαθιά κοινωνική σύγκρουση, την οποία η απελευθέρωση απλώς έφερε πιο έντονα στην επιφάνεια.
Οι συγκρούσεις αυτές δεν περιορίστηκαν μόνο στην τοπική κοινωνία.
Πολύ γρήγορα μεταφέρθηκαν και στη Βουλή, μέσα από τις έντονες αντιπαραθέσεις του Καραπάνου με τον βουλευτή Παχή, ο οποίος εξέφραζε συχνά διαφορετικές απόψεις για τη διαχείριση των προβλημάτων της περιοχής και τη θέση των αγροτικών πληθυσμών.
Την ώρα λοιπόν που οι επίσημοι εορτασμοί παρουσίαζαν την απελευθέρωση ως οριστικό τέλος μιας εποχής, κάποιοι παρατηρητές διέκριναν ήδη ότι η νέα πραγματικότητα έκρυβε και σοβαρές κοινωνικές αντιθέσεις.
Και ίσως αυτό να αποτελεί σήμερα μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές εκείνης της περιόδου: ότι πίσω από τους πανηγυρισμούς της ελευθερίας άρχιζαν ήδη να διαμορφώνονται τα προβλήματα που θα απασχολούσαν την περιοχή για πολλές ακόμη δεκαετίες.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι πρώτες παρατηρήσεις του Παγανέλη αποκτούν σήμερα ιδιαίτερη ιστορική αξία, καθώς αποτυπώνουν τη στιγμή ακριβώς κατά την οποία άρχιζαν να διαμορφώνονται οι κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις που θα απασχολούσαν την Άρτα για πολλές δεκαετίες.
Ίσως μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Δημήτριος Παγανέλης διορίστηκε νομάρχης Άρτας. Ο δημοσιογράφος που ήδη από το 1881 είχε διακρίνει τις πρώτες κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις της νέας εποχής, βρέθηκε σύντομα στη θέση εκείνου που έπρεπε πλέον να τις διαχειριστεί.
Συγκέντρωση κατοίκων στην Άρτα, λίγες εβδομάδες μετά την απελευθέρωση του 1881. Ο ομιλητής αναφέρεται στον Κωνσταντίνο Καραπάνο, κεντρική μορφή των πρώτων πολιτικών αντιπαραθέσεων γύρω από τη γη και τα τσιφλίκια της περιοχής. (Καλλιτεχνική αναπαράσταση)
