
Η επιστράτευση του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων και οι ημέρες που άλλαξαν τη ζωή της πόλης
Της Αναστασίας Γ. Καρρά
Το φθινόπωρο του 1940 η Άρτα ζούσε τις τελευταίες ημέρες μιας ειρήνης που έμοιαζε ολοένα πιο εύθραυστη. Ο πόλεμος είχε ήδη απλωθεί στην Ευρώπη και η ένταση στις ελληνοϊταλικές σχέσεις προμήνυε ότι η Ελλάδα δύσκολα θα έμενε έξω από τη σύγκρουση.
Για τους κατοίκους της πόλης, ωστόσο, η προετοιμασία για όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν δεν περιοριζόταν στις ειδήσεις και στις συζητήσεις. Είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή στην καθημερινότητά τους.
Η Άρτα ήταν από παλιά συνδεδεμένη με το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων. Οι στρατιώτες του δεν ήταν άγνωστοι περαστικοί. Ήταν άνδρες από την πόλη και τα χωριά της ευρύτερης περιοχής, πρόσωπα οικεία, που είχαν υπηρετήσει στο Σύνταγμα ή καλούνταν τώρα να φορέσουν ξανά τη στολή. Η επιστράτευση, επομένως, δεν αφορούσε μόνο μια στρατιωτική μονάδα. Άγγιζε άμεσα τις οικογένειες, τις γειτονιές και τα χωριά της Άρτας.
Έδρα του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων ήταν ο Αμυντικός Στρατώνας της Άρτας, ένας χώρος στενά συνδεδεμένος με τη στρατιωτική ιστορία της πόλης. Από εκεί οργανωνόταν η λειτουργία του Συντάγματος, ενώ για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της επιστράτευσης χρησιμοποιούνταν και άλλοι χώροι μέσα και γύρω από την Άρτα.
Η επιστράτευση πριν από το «Όχι»
Στη συλλογική μνήμη η επιστράτευση έχει ταυτιστεί με την 28η Οκτωβρίου. Στην πραγματικότητα, όμως, η προετοιμασία του 3/40 είχε αρχίσει νωρίτερα.
Ο Κ. Μάνος, που υπηρετούσε τότε ως λοχίας, περιέγραψε πολλά χρόνια αργότερα στον Κώστα Βάγια όσα θυμόταν από εκείνες τις ημέρες: «Το 40 Σύνταγμα έκανε ατομικές προσκλήσεις. Στην επιστράτευση της 1ης Οκτωβρίου 1940, στην Άρτα κάλεσαν περίπου 8 ή 10 ηλικίες».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, το Α΄ Τάγμα συγκροτήθηκε τις πρώτες ημέρες και αναχώρησε για το Καλπάκι, ενώ το Β΄ και το Γ΄ παρέμειναν αρχικά στην περιοχή της Άρτας.
Η μαρτυρία έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί μας μεταφέρει στην πραγματική εικόνα της προετοιμασίας. Η κινητοποίηση δεν έγινε μέσα σε μία ημέρα. Χρειάστηκε να συγκεντρωθούν άνδρες, να οργανωθούν οι μονάδες, να εξασφαλιστούν οπλισμός, ιματισμός και μεταφορικά μέσα.
«Επιστρατεύτηκαν τα πάντα, μουλάρια για μεταγωγικά, για το λόχο διοικήσεως, μουλάρια για τα πολυβόλα, όλα αυτά που έπρεπε να έχει μια επιστράτευση, όπως και επίταξη κτηνών. Ο καθένας πήγε στη θέση του», θυμόταν ο Μάνος.
Πίσω από αυτή τη λιτή περιγραφή διακρίνεται μια ολόκληρη κοινωνία που κινητοποιείται. Τα ζώα, απαραίτητα για τις αγροτικές εργασίες και τις μεταφορές, αποκτούσαν πλέον στρατιωτικό προορισμό. Άνδρες διαφορετικών ηλικιών εγκατέλειπαν τις δουλειές τους για να παρουσιαστούν στις μονάδες τους. Ο πόλεμος, πριν ακόμη κηρυχθεί, είχε αρχίσει να αλλάζει τη ζωή της πόλης.
Κάτω από τον πλάτανο της Αγίας Θεοδώρας
Μια από τις πιο παραστατικές εικόνες της στρατιωτικής ζωής στην προπολεμική Άρτα διασώζεται στο Νυχτολόγιο 1940–1949 του Λάμπρου Τατσιόπουλου.
Ο Τατσιόπουλος περιγράφει την παρουσίασή του για εκπαίδευση στα νέα όπλα. Το γραφείο του λόχου δεν ήταν παρά «ένα τραπεζάκι κάτω από το μεγάλο πλάτανο της Αγίας Θεοδώρας Άρτας».
Εκεί παρέδωσε το φύλλο πορείας του. Ακολούθησε το υποχρεωτικό κούρεμα, η παραλαβή των τσαρουχιών και η χορήγηση της ευζωνικής στολής. Η αφήγησή του δεν εξωραΐζει τις συνθήκες. Θυμάται τα παλιά είδη ιματισμού, τη φθορά τους και την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονταν οι στρατιώτες.
Όταν προσπάθησε να διαλέξει ένα καλύτερο ζευγάρι τσαρούχια, ο ανθυπολοχαγός Κοσμόπουλος του τα πήρε από τα χέρια και του έδωσε δύο άλλα στην τύχη, λέγοντας: «Στα καταστήματα διαλέγουν».
Αργότερα, μαζί με τον Στράτο Παπαρρίζο, πήγε να αφήσει τα πολιτικά του ρούχα σε γνωστά σπίτια, ώστε να μεταφερθούν στους δικούς τους στο Κομπότι. Όταν επέστρεψαν, βρήκαν τους ευζώνους συγκεντρωμένους στο πλακόστρωτο και τον λοχαγό Λέανδρο Δασκαλόπουλο να τους μιλά. Η απουσία τους δεν πέρασε απαρατήρητη. Η τιμωρία ήταν πέντε ημέρες φυλακή.
Η σκηνή, με τις μικρές ανθρώπινες λεπτομέρειές της, μας φέρνει πιο κοντά σε μια εποχή που συνήθως γνωρίζουμε μέσα από επίσημες ανακοινώσεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Στην αυλή της Αγίας Θεοδώρας συναντούμε νέους ανθρώπους που προσπαθούν να προσαρμοστούν στη στρατιωτική πειθαρχία, να βολευτούν με τον εξοπλισμό τους και να διατηρήσουν έναν τελευταίο δεσμό με την καθημερινή τους ζωή.
Ο χώρος γύρω από την Αγία Θεοδώρα είχε, άλλωστε, πρακτική σημασία για τη λειτουργία του Συντάγματος. Στο μεγάλο πέτρινο κτίριο κοντά στον ναό στεγαζόταν κατά τη δεκαετία του 1930 η αποθήκη ιματισμού.
Ήδη από το 1935 το κτίριο χρησιμοποιούνταν και ως νοσοκομείο του 3/40 Συντάγματος Ευζώνων, γεγονός που είχε ως συνέπεια τη μεταφορά του Εθνικού Οικοτροφείου Αρρένων από την Άρτα.
Ακόμη και η εκπαίδευση των ανδρών είχε τη δική της τοπική γεωγραφία. Ο Τατσιόπουλος αναφέρεται στις ασκήσεις στη Βαλαώρα, με επικεφαλής τον ανθυπολοχαγό Παπαλεκάκο, ο οποίος αργότερα σκοτώθηκε στο αλβανικό μέτωπο.
Η Άρτα μέσα από τα μάτια ενός στρατιώτη-ζωγράφου
Η στρατιωτική καθημερινότητα στην Άρτα του 1940 αποτυπώθηκε όχι μόνο στις αναμνήσεις των επιστράτων, αλλά και στα σχέδια ενός νεαρού καλλιτέχνη που υπηρετούσε τότε στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων: του Γιάννη Μόραλη.
Το 1940 ο Μόραλης επέστρεψε στη γενέτειρά του, την Άρτα, όπου είχε να βρεθεί από τα παιδικά του χρόνια, και τοποθετήθηκε στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων, εκτελώντας καθήκοντα πρωτοκολλητή. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, δεν ακολούθησε το Σύνταγμα στο μέτωπο, καθώς υπηρετούσε ως βοηθητικός.
Σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στην τηλεοπτική σειρά «Μονόγραμμα» της ΕΡΤ, θυμόταν την έκπληξη των στρατιωτών που η Άρτα δεν είχε βομβαρδιστεί από την αρχή του πολέμου, παρόλο που από την πόλη περνούσαν συνεχώς εφόδια για το μέτωπο. Αναφερόταν επίσης στον καταστροφικό βομβαρδισμό που ακολούθησε, με τις πολλές ανθρώπινες απώλειες.
Από τη θητεία του σώζεται η σειρά σχεδίων «Από το στρατό, Άρτα 1940», που περιλαμβάνει δεκατρία έργα και φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη. Ανάμεσά τους βρίσκονται προσωπογραφίες, όπως εκείνη του Χριστόφορου Γούντζα, αλλά και μια αυτοπροσωπογραφία του καλλιτέχνη.
Τα σχέδια αυτά προσθέτουν μια διαφορετική μαρτυρία στην ιστορία του Συντάγματος. Δίπλα στα στρατιωτικά έγγραφα και στις αναμνήσεις των επιστράτων υπάρχει και το βλέμμα ενός ζωγράφου, που αποτύπωσε πρόσωπα από τη στρατιωτική του καθημερινότητα στην Άρτα.
Η 28η Οκτωβρίου και η αναχώρηση για το μέτωπο
Όταν ξημέρωσε η 28η Οκτωβρίου 1940, μεγάλο μέρος της προετοιμασίας είχε ήδη γίνει. Οι άνδρες του 3/40 γνώριζαν τις θέσεις στις οποίες έπρεπε να μετακινηθούν.
Ο Κ. Μάνος θυμόταν χαρακτηριστικά: «Τις 28 το πρωί ακούω από τον ασύρματο ότι κηρύχθηκε πόλεμος».
Και λίγο παρακάτω: «Στις 9 η ώρα το πρωί περίπου ήμασταν έτοιμοι και ξεκινήσαμε να πάμε να καταλάβουμε τις θέσεις που είχαμε».
Το Β΄ Τάγμα κινήθηκε προς την περιοχή της Γρανιτσοπούλας, κοντά στον Καλαμά και το Δεσποτικό, ενώ το Γ΄ Τάγμα αναπτύχθηκε στην περιοχή της Βροσύνας.
Το Α΄ Τάγμα βρισκόταν ήδη στο Καλπάκι, όπου θα δεχόταν από τις πρώτες ώρες την πίεση των ιταλικών δυνάμεων.
«Το πρώτο τάγμα του 3/40 στο Καλπάκι ήρθε από την πρώτη στιγμή σε επαφή με τους Ιταλούς. Όλοι εκεί ήταν Αρτινοί, οπλίτες του Ν. Άρτας», ανέφερε ο Μάνος. Αυτή η τελευταία φράση είναι ίσως η πιο ουσιαστική για την τοπική ιστορία.
Οι άνδρες που πολεμούσαν στο Καλπάκι δεν αποτελούσαν για την Άρτα έναν απρόσωπο στρατιωτικό σχηματισμό. Ήταν δικοί της άνθρωποι.
Οι στρατιώτες που είχαν παρουσιαστεί στην Αγία Θεοδώρα, είχαν εκπαιδευτεί στη Βαλαώρα ή είχαν αποχαιρετήσει τους δικούς τους στα χωριά, βρίσκονταν τώρα στην πρώτη γραμμή του πολέμου.
Όταν τα σχολεία έγιναν νοσοκομεία
Ο πόλεμος άλλαξε και τη λειτουργία της ίδιας της πόλης. Το 1ο και το 2ο Δημοτικό Σχολείο της Άρτας επιτάχθηκαν και μετατράπηκαν σε νοσοκομεία για την περίθαλψη των τραυματιών που έφταναν από το μέτωπο.
Η Άρτα, που τότε δεν διέθετε οργανωμένο γενικό νοσοκομείο, βρέθηκε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υποδοχή και τη φροντίδα των στρατιωτών.
Η Μαρία Παπάγου, προϊσταμένη αδελφή σε νοσοκομείο διακομιδής της Άρτας, θυμόταν ότι οι πρώτοι τραυματίες άρχισαν να φτάνουν προτού ακόμη ολοκληρωθεί η οργάνωσή του. Σύντομα προστέθηκαν και οι στρατιώτες με κρυοπαγήματα.
Οι ανάγκες ήταν τόσο μεγάλες, ώστε ζητήθηκε η βοήθεια των μαθητών της πόλης. Ανταποκρίθηκαν ακόμη και δωδεκάχρονα παιδιά, βοηθώντας το νοσηλευτικό προσωπικό.
Στα νοσοκομεία της Άρτας εργάστηκαν γιατροί, όπως ο χειρουργός Βασίλης Κουριάς και ο Άρης Βενέτης, μαζί με νοσοκόμες και εθελόντριες. Οι μαρτυρίες τους αποκαλύπτουν μια άλλη πλευρά του πολέμου: τον καθημερινό αγώνα για τη διάσωση των τραυματιών, μακριά από τα πεδία των μαχών.
Από την επιστράτευση στις πρώτες απώλειες
Παρά τις προσπάθειες των γιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, ο πόλεμος άφηνε καθημερινά πίσω του νεκρούς και τραυματίες. Οι μάχες στην Ήπειρο υπήρξαν σκληρές. Το Α΄ Τάγμα του 3/40, που βρέθηκε στην περιοχή του Καλπακίου, δοκιμάστηκε ιδιαίτερα. Ο Μάνος ήταν σαφής: «Στο πρώτο Τάγμα στο Καλπάκι σκοτώθηκαν πολλοί Αρτινοί, υπήρξαν μεγάλες απώλειες».
Στις πρώτες εβδομάδες του πολέμου τα ονόματα των νεκρών άρχισαν να προστίθενται στον μακρύ κατάλογο των απωλειών. Ανάμεσά τους ο Σπυρίδων Τλούπας από τα Θεοδώριανα, που πέθανε στο Καλπάκι στις 5 Νοεμβρίου 1940, και ο Αγαθοκλής Τσάκας από το Τετράκωμο, που έπεσε στις 19 Νοεμβρίου στην περιοχή της Ζαραβίνας.
Ακολούθησαν και άλλοι, από την πόλη και τα χωριά της Άρτας. Η τοπική έρευνα έχει καταγράψει 156 Αρτινούς που έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο του 1940–1941. Πίσω από τον αριθμό βρίσκονται ισάριθμες ανθρώπινες ιστορίες, οικογένειες που περίμεναν την επιστροφή των δικών τους και χωριά που πλήρωσαν το δικό τους τίμημα.
Στο μεταξύ, το 3/40 συνέχισε την πολεμική του πορεία. Μετά την απόκρουση της ιταλικής επίθεσης, συμμετείχε στις επιχειρήσεις που οδήγησαν τον ελληνικό στρατό πέρα από τα σύνορα, στα βουνά της Βορείου Ηπείρου. Εκεί οι άνδρες του είχαν να αντιμετωπίσουν, εκτός από τον αντίπαλο, το χιόνι, το κρύο και τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες του χειμώνα.
Μια πόλη δεμένη με το Σύνταγμά της
Για την Άρτα, ο Οκτώβριος του 1940 δεν ήταν μόνο η αρχή ενός πολέμου. Ήταν το τέλος μιας γνώριμης καθημερινότητας.
Οι χώροι όπου συγκεντρώνονταν οι επίστρατοι, οι δρόμοι από τους οποίους περνούσαν οι στρατιώτες, τα σπίτια όπου άφηναν τα πολιτικά τους ρούχα και οι οικογένειες που τους περίμεναν συνδέθηκαν με γεγονότα που θα έμεναν για δεκαετίες στη μνήμη της πόλης.
Το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων είχε ήδη πίσω του μια μακρά ιστορία πολεμικών αγώνων. Το 1940, όμως, η ιστορία αυτή απέκτησε για τους Αρτινούς μια ιδιαίτερα προσωπική διάσταση.
Σήμερα, το άγαλμα του Εύζωνα στην είσοδο της Άρτας θυμίζει τη μακρόχρονη σχέση της πόλης με το Σύνταγμά της. Πίσω από τη μορφή του στρατιώτη μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους ανθρώπους που παρουσιάστηκαν για επιστράτευση εκείνο το φθινόπωρο, τους άνδρες που έφυγαν για το μέτωπο και εκείνους που δεν γύρισαν ποτέ.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική πλευρά της ιστορίας του 1940: ότι πίσω από τις ημερομηνίες, τις μάχες και τις στρατιωτικές μονάδες υπήρχαν άνθρωποι με ονόματα, οικογένειες και έναν τόπο στον οποίο ήλπιζαν να επιστρέψουν.
Βασικές πηγές
Αναστασία Γ. Καρρά, Το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων Άρτης, Άρτα, 2025.
Κώστας Βάγιας, Η Άρτα του πολέμου και της κατοχής, 2004, μαρτυρία Κ. Μάνου.
Λάμπρος Τατσιόπουλος, Νυχτολόγιο 1940–1949, 1998.
Αναστασία Γ. Καρρά, Οι 156 νεκροί από την περιοχή της Άρτας στον πόλεμο του 1940–1941, 2022.
3/40 Σύνταγμα Ευζώνων Άρτας, τέλη δεκαετίας 1930. Επίστρατοι Αρτινοί παραλαμβάνουν στρατιωτικό ιματισμό. Πηγή: Αρχείο Αναστασίας Γ. Καρρά.
