
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει μέσα στο 2026 σε πρόωρες αποπληρωμές δημόσιου χρέους συνολικού ύψους περίπου 12,84 δισ. ευρώ άνοιξε έναν νέο κύκλο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Και, όπως συνήθως συμβαίνει στη χώρα μας, η συζήτηση κινδυνεύει να περιοριστεί σε δύο εύκολα συνθήματα.
Από τη μία μειώνουμε το χρέος και θωρακίζουμε την οικονομία και από την άλλη ,χαρίζονται δισεκατομμύρια στους δανειστές αντί να δοθούν στην κοινωνία.
Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.
Πρώτα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς πληρώνει το Ελληνικό Δημόσιο.
Από τα περίπου 12,84 δισ. ευρώ, τα 6,94 δισ. αφορούν πρόωρη αποπληρωμή διμερών δανείων του πρώτου προγράμματος στήριξης, του γνωστού Greek Loan Facility, η οποία πραγματοποιήθηκε ήδη τον Ιούνιο.
Προβλέπονται ακόμη 2,5 δισ. ευρώ προς τον EFSF, μείωση κατά 1,2 δισ. του υπολοίπου των εντόκων γραμματίων και πρόωρη εξόφληση ομολογιακού δανείου περίπου 2,2 δισ. ευρώ που κανονικά λήγει τον Δεκέμβριο του 2027.
Άρα δεν πρόκειται απλώς για 13 δισ. προς τους δανειστές. Πρόκειται για μια συνολικότερη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του δημόσιου χρέους.
Τι κερδίζει η χώρα
Το κυβερνητικό επιχείρημα δεν στερείται οικονομικής λογικής.
Το χρέος που εξοφλείται νωρίτερα έχει, σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, μέση σταθμική διάρκεια περίπου 7,1 ετών και μέσο κόστος περίπου 2,9%.
Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι οι κινήσεις αυτές μπορούν να περιορίσουν τις ετήσιες δαπάνες τόκων κατά περίπου 370 εκατ. ευρώ, δηλαδή τουλάχιστον 2,6 δισ. σε ορίζοντα επταετίας.
Υπάρχει και ένα δεύτερο όφελος, λιγότερο άμεσο αλλά σημαντικό.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να κουβαλά ένα πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος. Στις 30 Ιουνίου 2026 το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται από τον ΟΔΔΗΧ στα 357,6 δισ. ευρώ, με ταμειακά διαθέσιμα περίπου 31,1 δισ. και μέση σταθμική διάρκεια 18,28 ετών.
Η πρόωρη εξόφληση, επομένως, στέλνει μήνυμα στις αγορές ότι η Ελλάδα όχι μόνο εξυπηρετεί κανονικά τις υποχρεώσεις της αλλά έχει τη δυνατότητα να τις μειώνει πριν από τη λήξη τους. Αυτό μπορεί να επιδρά θετικά στις αξιολογήσεις, στο κόστος μελλοντικού δανεισμού και γενικότερα στην αξιοπιστία της οικονομίας.
Μέχρι εδώ η κυβερνητική θέση είναι απολύτως κατανοητή.
Όμως εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική συζήτηση.
Τα 13 δισ. δεν εξαφανίζονται χωρίς κόστος
Όταν ένα κράτος χρησιμοποιεί ταμειακά διαθέσιμα για να μειώσει χρέος, πράγματι μειώνει τις υποχρεώσεις του. Ταυτόχρονα όμως μειώνει και τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία του.
Αυτό είναι κάτι που συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση.
Δεν αρκεί επομένως να πούμε ότι το χρέος μειώθηκε κατά τόσα δισεκατομμύρια.
Πρέπει να εξετάσουμε ταυτόχρονα πόση ρευστότητα χρησιμοποιήθηκε, ποιο χρέος εξοφλήθηκε, ποιο επιτόκιο είχε και ποια εναλλακτική χρήση θα μπορούσαν να έχουν οι ίδιοι πόροι.
Και αυτό ακριβώς είναι το λεγόμενο κόστος ευκαιρίας.
Η ουσία της αντιπολίτευσης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει θέσει με τον πιο απόλυτο τρόπο το ζήτημα. Υποστηρίζει ότι ένα μέρος του χρέους που εξοφλείται είναι ήδη ρυθμισμένο και χαμηλότοκο και ζητά αναστολή της διαδικασίας και συζήτηση στη Βουλή. Προβάλλει ως εναλλακτικές ένα μεγάλο πρόγραμμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας και μεγαλύτερη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Το ΠΑΣΟΚ τοποθετεί διαφορετικά το ζήτημα, ζητώντας ευρύτερη κοινοβουλευτική συζήτηση και συνδέοντας την ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και τη φορολογική επιβάρυνση της οικονομίας.
Και εδώ βρίσκεται ένα απολύτως θεμιτό πολιτικό ερώτημα.
Μέχρι ποιο σημείο πρέπει μια οικονομία να επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα μείωσης του χρέους και από ποιο σημείο και μετά πρέπει να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην παραγωγική και κοινωνική αξιοποίηση των πόρων της;
Θα μπορούσαν τα 13 δισ. να μοιραστούν;
Εδώ χρειάζεται επίσης σοβαρότητα.
Δεν ισχύει ότι επειδή υπάρχουν 13 δισ. διαθέσιμα, η κυβέρνηση μπορεί απλώς να τα μετατρέψει αύριο σε 13 δισ. αυξήσεις μισθών, συντάξεων ή επιδομάτων.
Οι πρόωρες αποπληρωμές είναι χρηματοοικονομικές πράξεις. Δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο με τις δημόσιες δαπάνες στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Η Ελλάδα δεσμεύεται πλέον από συγκεκριμένη πορεία αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών στο πλαίσιο του νέου ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου.
Άρα το σύνθημα δώστε τα 13 δισ. στον λαό, είναι πολιτικά εύηχο, οικονομικά όμως υπεραπλουστευμένο.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα πολύ σοβαρότερο ερώτημα.
Θα μπορούσε ένα μέρος αυτής της δημοσιονομικής δύναμης να στηρίξει παραγωγικές επενδύσεις;
Κοινωνική κατοικία, νοσοκομεία, σχολικές υποδομές, αρδευτικά έργα, ενεργειακά δίκτυα, μεταφορές, έρευνα, τεχνολογία, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αγροτική παραγωγή.
Εάν μια τέτοια επένδυση δημιουργεί μακροχρόνια οικονομική απόδοση υψηλότερη από το κόστος του χρέους που εξοφλείται, τότε το δίλημμα γίνεται πολύ πιο σύνθετο.
Διότι το δημόσιο χρέος δεν μειώνεται μόνο με την εξόφληση δανείων.
Μειώνεται και όταν μεγαλώνει σταθερά και παραγωγικά το ΑΕΠ.
Το 2026 το χρέος προβλέπεται περίπου στο 136,8% του ΑΕΠ, από 146,1% το 2025. Η αποκλιμάκωση αυτή είναι ασφαλώς σημαντική.
Αλλά η πραγματική επιτυχία μιας οικονομίας δεν μπορεί να μετριέται μόνο από το πόσο γρήγορα μειώνεται ένας αριθμητής σε ένα κλάσμα.
Πρέπει να εξετάζεται και ο παρονομαστής.
Το ΑΕΠ, η παραγωγικότητα, οι επενδύσεις, οι μισθοί και τελικά το πραγματικό βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας.
Ούτε πανηγυρισμοί ούτε εύκολες υποσχέσεις
Η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους δεν είναι από μόνη της λανθασμένη πολιτική. Μπορεί να μειώσει τόκους, κινδύνους και μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες.
Δεν πρέπει όμως να παρουσιάζεται και ως αυτονόητη επιλογή χωρίς εναλλακτικές.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί όχι μόνο πόσα δισεκατομμύρια εξοφλεί, αλλά και γιατί θεωρεί ότι η συγκεκριμένη χρήση των πόρων προσφέρει μεγαλύτερο όφελος από μια διαφορετική παραγωγική αξιοποίησή τους.
Από την άλλη πλευρά, η συστημική αντιπολίτευση οφείλει να εξηγεί με αριθμούς και μέσα στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς περιορισμούς πώς ακριβώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά αυτά τα χρήματα.
Γιατί τελικά το πραγματικό δίλημμα δεν είναι, Χρέος ή κοινωνία.
Είναι πολύ δυσκολότερο.
Πόσο χρέος πρέπει να αποπληρώνουμε σήμερα, πόσο πρέπει να επενδύουμε για το αύριο και ποια ισορροπία υπηρετεί καλύτερα τη χώρα σε βάθος χρόνου;
Εκεί πρέπει να γίνει η πολιτική αντιπαράθεση.
Με αριθμούς, με εναλλακτικές προτάσεις και κυρίως χωρίς την ευκολία των προεκλογικών συνθημάτων που σήμερα βρίσκονται στο ζενίθ….
* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών