
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ρίζος
Δικηγόρος
Παρακολουθώντας κανείς τη δημόσια συζήτηση γύρω από το έργο του Δήμου Αρταίων εύκολα καταλαβαίνει ότι έχουμε αρχίσει να συγχέουμε τη διαχείριση της καθημερινότητας με την ανάπτυξη.
Όχι ότι αυτό είναι φαινόμενο που παρουσιάστηκε από τη σημερινή δημοτική αρχή. Και η προηγούμενη διοίκηση συχνά παρουσίαζε ως σημαντικό έργο πράγματα που στην πραγματικότητα αποτελούσαν αυτονόητες υποχρεώσεις ενός Δήμου.
Η διαφορά είναι ότι επί σειρά ετών η συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από τα ίδια θέματα, χωρίς να απαντάται το βασικό ερώτημα: πού θέλουμε να πάει η Άρτα;
Στα δελτία τύπου του Δήμου και στο δημοτικό συμβούλιο ακούμε για καθαρισμούς, κοψίματα χόρτων, συντηρήσεις δημοτικών κτιρίων και διάφορες μικρές παρεμβάσεις της καθημερινότητας. Όλα αυτά ασφαλώς πρέπει να γίνονται. Δεν αποτελούν όμως αναπτυξιακό σχέδιο.
Πολύ περισσότερο όταν ακόμη και για ορισμένα από αυτά υπάρχουν συχνά παράπονα πολιτών ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Το κόψιμο των χόρτων, για παράδειγμα, είναι υποχρέωση της δημοτικής αρχής. Δεν είναι όραμα για μια πόλη.
Δύσκολα μπορεί κανείς να συμμεριστεί τον ενθουσιασμό των πανηγυρικών δηλώσεων για εγκαίνια νέων χώρων ΚΕΠ και ΚΑΠΗ. Φυσικά είναι θετικό οι υπηρεσίες να στεγάζονται σε καλύτερους χώρους και κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με αυτό. Όμως οι υπηρεσίες αυτές υπήρχαν και πριν.
Δεν δημιουργήθηκε κάτι νέο, ώστε να πανηγυρίσουμε. Ήδη υπάρχουσες υπηρεσίες μεταφέρθηκαν από ένα κτίριο σε ένα άλλο. Χρήσιμο; Βεβαίως. Αναπτυξιακό άλμα; Δύσκολα μπορεί να το υποστηρίξει κανείς.
Το ίδιο ισχύει και για ορισμένες διοργανώσεις που παρουσιάζονται ως αναπτυξιακές δράσεις. Πρόσφατα, για παράδειγμα, δαπανήθηκαν περίπου 9.000 ευρώ για τη διέλευση ποδηλατικού αγώνα από την περιοχή (ΔΕΗ Tour of Hellas 2026).
Οι εικόνες ήταν ασφαλώς όμορφες και η δημοσιότητα θετική. Το ερώτημα όμως είναι το εξής: ποιο ήταν το άμεσο ή έμμεσο οικονομικό αποτύπωμα για την πόλη; Προσελκύσθηκαν επισκέπτες στην Άρτα; Έμειναν χρήματα στις τοπικές επιχειρήσεις;
Το ίδιο ισχύει για κάθε αθλητική ή συναφή διοργάνωση που αναλαμβάνει η πόλη, δαπανώντας χρήματα. Διότι η ανάπτυξη δεν μετριέται με φωτογραφίες και δημοσιεύματα. Μετριέται με τα αποτελέσματα που αφήνει πίσω της.
Αν η τοπική οικονομία αποκομίζει πολλαπλάσιο όφελος από το κόστος της διοργάνωσης, τότε η δαπάνη δικαιολογείται. Αν όχι, οφείλουμε να αναρωτηθούμε αν τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν αποτελεσματικότερα αλλού.
Το πιο ανησυχητικό που προκύπτει από όλα αυτά είναι ότι δεν φαίνεται να υπάρχει μια συνολική εικόνα για το πού θέλουμε να πάει η πόλη μας. Ποιο είναι το αποτύπωμα που επιδιώκει να αφήσει η σημερινή δημοτική αρχή; Ποια θα είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην Άρτα που παρέλαβε και στην Άρτα που θα παραδώσει; Δύσκολα μπορεί να σταθεί ως κεντρικό σύνθημα ενός προεκλογικού απολογισμού το «παραδώσαμε δέκα κλαδεμένα δέντρα και πέντε φρεσκοβαμμένα σχολεία».
Υπάρχει, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη οράματος. Όχι ως μιας αφηρημένης έννοιας για προεκλογικές ομιλίες, αλλά ως του εργαλείου που καθορίζει τις προτεραιότητες. Μόνο αν θέσουμε συγκεκριμένο στόχο για την πόλη μας μπορούμε να δουλέψουμε συγκροτημένα όλοι – φορείς και πολίτες – προς την επίτευξή του.
Αν αποφασίσουμε, για παράδειγμα, ότι θέλουμε να γίνουμε μια πόλη με ισχυρό τουριστικό προσανατολισμό, τότε πρέπει να επικεντρωθούμε στην προβολή της περιοχής, την κατασκευή υποδομών και να συζητήσουμε σοβαρά αν μια πόλη που θέλει να ζει από τον τουρισμό μπορεί να έχει κλειστή αγορά τα Σαββατοκύριακα και στις ώρες που κυκλοφορούν οι επισκέπτες.
Αν αντίθετα θεωρούμε ότι το μέλλον της περιοχής βρίσκεται στον πρωτογενή τομέα, τότε το μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων πόρων πρέπει να κατευθυνθεί σε έργα και υποδομές που στηρίζουν τα χωριά και την αγροτική παραγωγή.
Αν πιστεύουμε ότι η ανάπτυξη θα έρθει μέσα από τη μεταποίηση και την επιχειρηματικότητα, τότε οφείλουμε να συζητήσουμε σοβαρά για οργανωμένους χώρους εγκατάστασης επιχειρήσεων και για τη δημιουργία ενός πραγματικού βιοτεχνικού πάρκου.
Όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν ταυτόχρονα. Οι πόροι είναι περιορισμένοι και οι επιλογές αναγκαστικά έχουν κόστος ευκαιρίας. Αν προσπαθούμε να κάνουμε λίγο από όλα, τότε καταλήγουμε σε σπασμωδικές κινήσεις που στο τέλος έχουν μηδενικό ή και αρνητικό αποτύπωμα.
Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται να αποφασίσουμε ποια θέλουμε να είναι η ταυτότητα της πόλης μακροπρόθεσμα και στη συνέχεια να κατευθύνουμε προς τα εκεί τις αποφάσεις και τα χρήματά μας.
Αντί γι’ αυτό, συχνά η δημόσια συζήτηση εξαντλείται σε ζητήματα που, όσο χρήσιμα κι αν είναι, δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα. Το θέμα του «Ξενία» κυριάρχησε ως το μείζον θέμα σε ολόκληρη την προεκλογική περίοδο των προηγούμενων δημοτικών εκλογών, λες και η αναπτυξιακή στρατηγική ενός Δήμου μπορεί να συνοψιστεί σε ένα μόνο ακίνητο.
Βέβαια, αν είχαμε αποφασίσει τι ταυτότητα θέλουμε να έχει η πόλη μας, θα ήταν εύκολο να επιλέξουμε και την ιδανική χρήση του Ξενία, ακριβώς γιατί η χρήση του θα εξυπηρετούσε το συνολικό όραμα για την πόλη.
Η Άρτα δεν έχει ανάγκη από περισσότερες συζητήσεις για τα αυτονόητα. Έχει ανάγκη από μια σοβαρή συζήτηση για το μέλλον της. Γιατί όταν γνωρίζεις πού θέλεις να φτάσεις, τότε μπορείς να αποφασίσεις ποια έργα χρειάζονται, ποιες δαπάνες έχουν νόημα και ποιες προτεραιότητες πρέπει να τεθούν.
Όταν όμως δεν υπάρχει ξεκάθαρος προορισμός, τότε κάθε έργο μοιάζει σημαντικό, κάθε πρωτοβουλία παρουσιάζεται ως επιτυχία και κάθε δρόμος φαίνεται σωστός, αλλά στην πραγματικότητα κάνουμε μερεμέτια σε ένα οικοδόμημα που χρειάζεται ριζική ανακαίνιση.
