
Συνέντευξη ΜΙΚΕΛΑ ΧΑΡΤΟΥΛΑΡΗ στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
«Οι 61 συνομιλίες στο βιβλίο, είναι ειλικρινείς ακόμη και όταν δεν είναι αντικειμενικές, εστιάζουν με ευαισθησία και διεισδυτικότητα στην πραγματικότητα, φωτίζουν πτυχές από το ελληνικό σήμερα, το ανησυχητικό αύριο και το βαρύ χτες. Ως τέτοιες ανοίγονται στην κρίση του κοινού».
Από πότε ξεκινά η αγάπη σας για τη δημοσιογραφία;
Από όταν μελετούσα τις αναλύσεις και τα πολιτικά σκίτσα για την απεργία πείνας των Ιρλανδών κρατούμενων ( Μπόμπυ Σαντς κ.ά.) στον γαλλικό και αγγλοσαξονικό τύπο
Πού έγιναν οι πρώτες σας δημοσιεύσεις;
Η υπογραφή μου πρωτομπήκε στο περιοδικό «Αντί» του Χρήστου Παπουτσάκη προς τα τέλη του’80. Τότε πρωτοδημοσιεύτηκε η έρευνα που είχα κάνει στο Παρίσι για το μεταπτυχιακό μου στη Δημοσιογραφία, και αφορούσε την κοινότητα των Ελλήνων διανοούμενων που, μετά τα Δεκεμβριανά αλλά και στη Δικτατορία, κατέφυγαν και αναδείχθηκαν στη Γαλλία.
Ασχολείστε με τον πολιτισμό εδώ και δεκαετίες. Ποιο γεγονός σάς έχει μείνει από τη συνεργασία σας με τις εφημερίδες;
Η πεποίθηση ότι η ανήσυχη δημοσιογραφία, η ερευνητική και μαχητική δημοσιογραφία που δεν γίνεται φερέφωνο καμίας εξουσίας, μπορεί να ενισχύσει τη δημοκρατία
Κάνατε συνεντεύξεις και παρουσιάσεις με ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών. Αρέσει στους αναγνώστες να διαβάζουν τις συνεντεύξεις από τις εφημερίδες ή τα περιοδικά;
Βιβλία με συνεντεύξεις στον Τύπο από ανθρώπους των Γραμμάτων, υπάρχουν πολλά, αλλά γενικότερο ενδιαφέρον έχουν λίγα. Κυρίως αυτά που φωτίζουν τις προκλήσεις, τα διλήμματα και τις ανησυχίες των συνομιλητών/τριών τους. Το δικό μου στοίχημα ήταν διαφορετικό. Ήθελα τα πρόσωπα που συνάντησα, να μού ξεκλειδώσουν την κατάσταση των πραγμάτων στην Ελλάδα του σήμερα, σε σύγκριση με το χτες και με ορίζοντα το πιθανό αύριο. Ανοίχτηκα δηλαδή σε πολύ ευρύτερα πεδία: από την ιδεολογική χρήση του Εικοσιένα μέχρι την επανάσταση των ταυτοτήτων.
Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο «61 Πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια» (σΠόλις);
Η δημιουργία του ξεκίνησε το 2020 με τη φιλοδοξία να αποτυπώσει το προφίλ της Ελλάδας 200 χρόνια μετά από την Επανάσταση του 1821, και να εκδοθεί το 2021. Όμως, γρήγορα αυτό το σχέδιο αναβαθμίστηκε ουσιαστικά προκειμένου να συμπεριλάβει και τη Μεταπολίτευση ως καθοριστικό σημείο αναφοράς. Αυτό σήμανε ότι, κοντά στην ιστορική και πολιτισμική διάστασή του, έπρεπε να αποκτήσει πιο αιχμηρή κοινωνική, οικονομική και πολιτική διάσταση. Άρα, ότι χρειαζόμουν πολλαπλάσιες θεματικές να σκαλίσω, πολλαπλάσια πρόσωπα να συναντήσω. Αυτό με συνάρπαζε. Με ενδιέφερε η αφύπνιση ενός ανήσυχου κοινού. Χάρη σ’ αυτό το στοίχημά μου, άνοιξε το μυαλό μου!»
Ο τίτλος αυτός είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;
Ο τίτλος είναι ένα κλείσιμο ματιού. Είναι μια μεταφορά για την πραγματικότητα που δεν έχει παραποιηθεί, για καταστάσεις που δεν είναι κατασκευασμένες, ούτε «τραβηγμένες απ’ τα μαλλιά», για προσεγγίσεις που προβάλλουν την αλήθεια και όχι μια ωραιοποιημένη εκδοχή της. Αυτά ήταν και τα ζητούμενά μου σ’ αυτές τις συνομιλίες. Οι φωτογραφίες «polaroid» χάρη σε μια πρωτοποριακή τεχνολογία και ειδικές φωτογραφικές μηχανές που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘40, με ένα ‘κλικ’ έβγαιναν τυπωμένες, έγχρωμες, και, το κυριότερο, δεν επιδέχονταν καμία επεξεργασία, κανένα photoshop, άρα καμία ωραιοποίηση. Μετά από μερικά χρόνια αλλοιώνονταν, αλλά ως τότε ήταν τίμιες. Έτσι και οι 61 συνομιλίες στο βιβλίο: είναι ειλικρινείς ακόμη και όταν δεν είναι αντικειμενικές, εστιάζουν με ευαισθησία και διεισδυτικότητα στην πραγματικότητα, φωτίζουν πτυχές από το ελληνικό σήμερα, το ανησυχητικό αύριο και το βαρύ χτες. Ως τέτοιες ανοίγονται στην κρίση του κοινού.
Ποιος είναι ο λόγος που έχετε χωρίσει το βιβλίο σε κεφάλαια;
Ακούω μερικές φορές αναγνώστες/στριες να μου μιλούν με τα καλύτερα λόγια για την ελεύθερη περιήγησή τους στις «Πολαρόϊντ», και για τις συνομιλίες που διάβασαν από εδώ κι από εκεί.
Όμως η σειρά των εννέα κεφαλαίων είναι κρίσιμη, και την διάλεξα μετά από πολλή σκέψη όπως και το ποιες συνομιλίες θα διασταυρώνονται σε καθένα από αυτά. Ήταν σαν να δοκίμαζα κινήσεις στο σκάκι. Ποια σειρά στις συνομιλίες βοηθά το κοινό να καταλάβει καλύτερα το μεγάλο παιχνίδι που απλώνεται σαν χαλί κάτω από την καθημερινότητά μας; Όχι πάντως η αλφαβητική σειρά. Ακόμα και στο κεφάλαιο 8 που φαίνεται ομοιογενές αφού ακούμε έξι πεζογράφους και έναν καινοτόμο εκδότη, οι θεματικές είναι τελείως διαφορετικές μεταξύ τους, κάτω από τον ευρύχωρο τίτλο «Η λογοτεχνία σηκώνει το γάντι». Και υπάρχουν άλλες επτά λογοτεχνικές φωνές που παρεμβαίνουν σε άλλα κεφάλαια.
Γράφετε ότι οι συνομιλίες του τόμου οργανώθηκαν σαν ένα πολυφωνικό αφήγημα για την κατάσταση των πραγμάτων στην Ελλάδα. Μήπως από τις συνεντεύξεις φανερώνεται μια αθέατη Ελλάδα;
Σε ένα διεθνές πλαίσιο που αλλάζει ραγδαία τον 21ο αιώνα, οι μεταβολές που βιώνουμε είναι κομβικές. Γι’ αυτό προσπάθησα να αφουγκραστώ την περίπλοκη πραγματικότητα που μάς τυλίγει και μας ορίζει, μαζί με τις άγνωστες πλευρές της. Το κλειδί μου ήταν η σχέση εμπιστοσύνης με τις συνομιλήτριες και τους συνομιλητές μου.
Έτσι, μέσα από τις εμπειρίες και τις ανησυχίες, τις γνώσεις, τον προβληματισμό, τους φόβους, τις σκοτεινές διαπιστώσεις ή και τις ελπίδες που κατέθετε κάθε φωνή, αναδείχθηκαν και αθέατες πλευρές του σήμερα που μπορούν να επηρεάσουν το αύριο. Έτσι στις «Πολαρόιντ» συζητιούνται και τα αθέατα τείχη που πληγώνουν τη δεύτερη γενιά μεταναστών, επίσης η ενοχοποίηση των εθνοτικά ‘άλλων’ ελλήνων πολιτών, η ριζική αλλαγή στην προοδευτική δυναμική της μεσαίας τάξης που αποδυναμώνεται, η αύξηση στη ζήτηση ψυχικής βοήθειας ακόμα και από τα φτωχοποιημένα στρώματα, η κανονικότητα που χαρακτηρίζει το φαινόμενο της διαφθοράς, κ.ά.
Και πάντως, είναι αθέατα και τα ρυάκια και τα ρεύματα που μπορεί να μην ακούγονται, αλλά αποκτούν εκρηκτική ορμή όταν εκδηλωθούν στον κοινωνικό ανταγωνισμό.
