
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Κάθε χρόνο, οι δηλώσεις “πόθεν έσχες”των πολιτικών προσώπων επαναφέρουν στην ελληνική κοινωνία τον ίδιο πικρό προβληματισμό.
Έναν προβληματισμό που δεν αφορά μόνο το ύψος των καταθέσεων, των ακινήτων ή των επενδύσεων που διαθέτουν οι άνθρωποι της εξουσίας, αλλά κυρίως το τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό χάσμα που χωρίζει πλέον τον πολιτικό κόσμο από την καθημερινότητα του απλού πολίτη.
Την ίδια στιγμή που η ελληνική κοινωνία ασφυκτιά από την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς, τις συντάξεις επιβίωσης και την ανασφάλεια για το αύριο, η εικόνα που παρουσιάζεται μέσα από τις οικονομικές δηλώσεις μεγάλου μέρους του πολιτικού προσωπικού δημιουργεί εύλογες απορίες, αγανάκτηση και δυσπιστία.
Περιουσίες πολλών ακινήτων, τραπεζικές καταθέσεις μεγάλου ύψους, επενδυτικά χαρτοφυλάκια και οικονομική άνεση που δεν θυμίζουν σε τίποτα την πραγματικότητα του μέσου ελληνικού νοικοκυριού.
Και κάπου εκεί γεννιέται ένα βαθύτερο πολιτικό και κοινωνικό ερώτημα.
Μπορεί ένας άνθρωπος που ζει σε πλήρη οικονομική ασφάλεια να κατανοήσει πραγματικά τον εργαζόμενο που μετρά τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα;
Μπορεί να αισθανθεί την αγωνία του συνταξιούχου που φοβάται τον λογαριασμό του ρεύματος ή του νέου ανθρώπου που αδυνατεί να δημιουργήσει οικογένεια επειδή ο μισθός του δεν επαρκεί ούτε για ενοίκιο;
Αυτό που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό είναι ότι η εικόνα οικονομικής ευμάρειας δεν αφορά μόνο τα κόμματα της εξουσίας ή τον παραδοσιακό χώρο της συντηρητικής παράταξης, αλλά σχεδόν το σύνολο του πολιτικού φάσματος, συμπεριλαμβανομένων κομμάτων της κεντροαριστεράς και της αριστεράς που ιστορικά επικαλούνται την κοινωνική δικαιοσύνη και την εκπροσώπηση των λαϊκών στρωμάτων.
Τελικά, ανεξαρτήτως ιδεολογικής ταυτότητας, η μεγάλη πλειοψηφία του πολιτικού προσωπικού φαίνεται να ζει σε ένα επίπεδο οικονομικής ασφάλειας πολύ μακριά από την πραγματικότητα της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Ασφαλώς, το να διαθέτει κάποιος περιουσία δεν αποτελεί από μόνο του αδίκημα ούτε λόγο πολιτικής απαξίωσης. Το πρόβλημα όμως ξεκινά όταν η πολιτική μετατρέπεται σε έναν κλειστό κύκλο ανθρώπων οικονομικά ισχυρών, οι οποίοι μπορούν να ασκούν εξουσία ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ.., μακριά από τις πραγματικές κοινωνικές πιέσεις που βιώνει η πλειοψηφία.
Η μεγάλη αντίφαση βρίσκεται ακριβώς εκεί.
Οι άνθρωποι που καλούνται να νομοθετήσουν για τον μισθό, την εργασία, τη φορολογία, την κοινωνική πολιτική και την καθημερινότητα των πολιτών, συχνά δεν έχουν καμία βιωματική σχέση με την οικονομική ανασφάλεια.
Δεν ανησυχούν για το αν θα φτάσει ο μισθός μέχρι το τέλος του μήνα. Δεν ζουν με το άγχος της επιβίωσης. Και αυτό δημιουργεί μια πολιτική πραγματικότητα αποκομμένη από την κοινωνία.
Παράλληλα, σε μια δημοκρατία που θέλει να διατηρεί την αξιοπιστία της απέναντι στους πολίτες, δεν αρκεί μόνο η δημοσιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων. Οφείλει να είναι απολύτως ξεκάθαρο και πλήρως διαφανές και το “πόθεν”, των πολιτικών προσώπων.
Η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει με καθαρότητα και χωρίς σκιές όχι μόνο τι κατέχουν όσοι ασκούν εξουσία, αλλά και με ποιον τρόπο αποκτήθηκαν οι περιουσίες, οι καταθέσεις και η οικονομική τους δύναμη.
Ίσως γι’ αυτό η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα φθίνει συνεχώς.
Γιατί ο λαός αισθάνεται ότι δεν εκπροσωπείται από ανθρώπους που ζουν όπως εκείνος, αλλά από μια πολιτική τάξη που πολλές φορές μοιάζει να ανήκει σε έναν διαφορετικό κόσμο.
Και βέβαια, μέσα σε αυτή τη γενικευμένη εικόνα, πιθανόν να υπάρχουν και ελάχιστες εξαιρέσεις ανθρώπων που διατηρούν μια πιο απλή οικονομική ζωή και μια πιο ουσιαστική σχέση με την κοινωνία. Όμως αυτές οι εξαιρέσεις δεν αρκούν για να αλλάξουν τη συνολική εντύπωση που έχει παγιωθεί στην κοινή γνώμη.
Το πρόβλημα τελικά δεν είναι μόνο οικονομικό.
Είναι βαθιά πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό.
Διότι όταν η πολιτική εξουσία απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από την πραγματικότητα της κοινωνίας, τότε μεγαλώνει η δυσπιστία, η οργή και η αίσθηση ότι η δημοκρατία λειτουργεί για λίγους και όχι για τους πολλούς.
Και αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη φθορά για μια κοινωνία που έχει ήδη πληρώσει ακριβά κρίσεις, μνημόνια, ανεργία και χρόνια λιτότητας.
*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών