ΤΟ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΟΛΑΣ

Του Αυγερινού Ανδρέου

“ Σήκω, Μαριόλα μ’, απ’ τη γη κι από το μαύρο χώμα,
Μαριώ – Μαριόλα μου. Κι από το μαύρο χώμα, ψυχή, καρδούλα μου.
Με τι χεράκια η μαύρη να σ’κωθώ, χεράκια ν’ ακουμπήσω,
Μαριώ – Μαριόλα μου. Χεράκια ν’ ακουμπήσω, ψυχή, καρδούλα μου. Κάμε τα νύχια σου τσαπιά, τις απαλάμες φτυάρια,
Μαριώ – Μαριόλα μου, τις απαλάμες φτυάρια, ψυχή, καρδούλα μου.
Ρίξε το χώμα από μεριά, τις πέτρες `πο την άλλη,
Μαριώ – Μαριόλα μου, τις πέτρες `πο την άλλη, ψυχή, καρδούλα μου.
Κι έβγα, Μαριόλα μ’, να σε ιδώ, Μαριώ – Μαριόλα μου,
κι άπλωσε το χεράκι σου και πιάσε το δικό μου.
Το μνήμα μ’ εχορτάριασε κι έλα να βοτανίσεις, Μαριώ – Μαριόλα μου, κι έλα να βοτανίσεις, ψυχή, καρδούλα μου.
Να χύσεις μαύρα δάκρυα, ίσως και μ’ αναστήσεις,
Μαριώ – Μαριόλα μου, ίσως και μ’ αναστήσεις,
ψυχή, καρδούλα μου”.

Το δημοτικό τραγούδι είναι το ξέσπασμα της ψυχής του λαού, σαν συγκλονίζεται από τη χαρά, τη λύπη ή άλλα συναισθήματα, τα οποία αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει σε στιγμές ψυχικής εξάρσεως. Είναι το ξεχύλισμα της ψυχής του λαού, που η ζωή του συνταράσσεται από έντονα βιώματα.
Ο ελληνικός λαός έζησε στο διάβα της μακραίωνης πορείας του μια έντονη ζωή και τα βιώματά του ήταν πλούσια και ποικίλα. Μόχθησε, πάλαιψε, αγνωνίστηκε, αγάπησε και μίσησε, χάρηκε κι έκλαψε, πόνεσε ο ίδιος και αισθάνθηκε συμπόνια για τους ομοίους του, όσο κανένας άλλος λαός πάνω στη γη. Κι όλα αυτά τα έκανε τραγούδι.
Ανέκαθεν ο θάνατος προσφιλούς προσώπου είναι για τον άνθρωπο το πιο πικρό πράγμα. Η εξωτερίκευση του πόνου και η αντίδραση κατά της συμφοράς δημιούργησε τα μοιρολόγια, διότι, όπως σημειώνει ο Άγις Θέρος, “ δίχως αυτό πώς θά ΄βρισκε κάποιο αντίβαρο στον καϋμό του ο άμοιρος σύζυγος, ο πατέρας, η γυναίκα ή η μάνα ή η αδελφή ή το παιδί;”.

Ο θρήνος, πρόδρομος του μοιρολογιού, είναι αρχαιότατο ελληνικό έθιμο. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα ( Ω 720) αναφέρει ότι τον νεκρό Έκτορα θρηνούσαν “ αοιδοί θρήνων έξαρχοι.
Τα μοιρολόγια του λαού μας είναι θαυμαστά αριστουργήματα της ελληνικής ευαισθησίας προϊόντα, που έχουν προκαλέσει την αποδοχή και τον θαυμασμό των λογίων όπου γης. Συνετέθησαν και εδομήμηθησαν από γυναίκες κυρίως και προεχόντως της Μάνης, της Ηπείρου ακολουθούσης κατά τρόπο ζηλευτό, της Λευκάδος και της Κρήτης εμφανιζουσών επίσης τοιαύτα δημιουργήματα.

Και τώρα το μοιρολόγι της Μαριόλας. Κατ΄αρχήν Μαριόλα σημαίνει την γυναίκα την ναζιάρα, την παιγνιδιάρα, την πονηρή, την ερωτικώς πανούργα. Σε ένα χωριό κοντά στη Ζίτσα, όπου και πύργος και σταθμός τσαούσηδων των Τούρκων, ο Βασίλης Τσίτσος, τεχνίτης νερόμυλων και νεροτριβιών, παντρεύται την ωραία Μαρία Σκόρδου, την οποία αποκαλούσε χαϊσευτικά Μαριόλα. Στις αρχές του έτους 1820 και ενώ ήταν έγκυος δέχεται στους αμπελώνες η Μαριόλα επίθεση ενός Τούρκου τσαούση, που υπηρετούσε εκεί, με σκοπό “ να την ντροπιάσει ”, δηλαδή να την βιάσει. Αποφεύγει το κακό, αλλά το βράδυ διηγείται στον άντρα της τα γεγονότα. Εκείνος αποφασίζει να τον σκοτώσει, αλλά οι προεστοί τον συγκρατουν για υστερότερο χρόνο. Το Καλοκαίρι του 1820 η Μαριόλα γεννά το παιδί της και την ημέρα των Φώτων του 1821, το βαπτίζουν. Τότε οι δημογέροντες “δίνουν το πράσινο φως” στον Τσίτσο και τον βοηθούν να σκοτώσει τον Τούρκο τσαούση. Ο Τσίτσος επικηρύσσεται και αναγκάζεται να φύγει για να σωθεί. Η διάδοση ότι διέφυγε με το καραβάνι του θρυλικού Ρόβα για την Βλαχία, δεν πρέπει να είναι βάσιμη, γιατί η δράση του Ρόβα είναι κατά 20-30 χρόνια υστερότερη. Καταφθάνει στην Κομητηνή και από εκεί στην Βλαχία, όπου μένει χρόνους δώδεκα. Γυρίζει στη συνέχεια στο χωριό του με πολλά χρήματα.

Η Μαριόλα μαθαίνει τον ερχομό του, χτενίζεται, στολίζεται και τον περιμένει. Το τελευταίο, όμως, βράδυ πέφτει η σκεπή του σπιτιού της και την καταπλακώνει. Ημιθανή την μετέφεραν στην Ζίτσα, όπου και πέθανε. Έναν χρόνο έμεινε ο Τσίτσος στο χωριό και κάθε ημέρα την έκλαιγε στον τάφο της. Της φώναζε: “ Σήκω, Μαριόλα”.
Έτσι, από τις γυναίκες των γύρω χωριών και με την συνδρομή του σημαντικού μουσικού Λάλου Φάκου, δομήθηκε το μοιρολόγι της Μαριόλας, το οποίο προϊόντος του χρόνου κατέστη πανηπειρωτικό και κατασυγκινεί τους πολλούς με την λυρικότητά του, με την απλότητά του και την ισορροπία μορφής και περιεχομένου.
Τα περισσότερα στοιχεία του μοιρολογιού της Μαριόλας έχει αρυσθεί ο ποιητής λαός από το τραγούδι της Μαρούλας, της νύφης που πέθανε ( περ. Ξενιτεμένα πουλιά, Αθήναι 1925, αριθμ. 2, Ινστιτούτο Ηπειρωτικών Μελετών, Ηπειρωτικά Δημοτικά Τραγούδια, 1000-1958, εκδόσεις Πύρρος, Αθήναι 1959).

“ – Σήκω Μαρούλα μ΄ από τη μαύρη γης
κι από το μαύρο χώμα,
σήκω και ντύσου, ψυχή μ΄ κι άλλαξε
και βάλε τα καλά σου,
ρίξε το χώμα από τη μεριά,
την πλάκα από την άλλη
σήκω να ιδείς το ψίκι πού ΄ρχεται,
έρχονται να σε πάρουν.
-Με τι χέρια, μωρέ, να σηκωθώ,
και πόδια να πατήσω;
-Κάνε τα χέρια σου, Γιόλα μ΄ τσαπιά,
τις απαλάμες φτυάρια.
-Σήκω ζυγώσαν οι συμπέθεροι,
να σ΄ εύρουν στολισμένη,
νύφη για να σε πάρουνε, Μαρούλα μου,
φλωρί μαργαριτάρι.
– Ποιος απ΄τον άλλον κόσμον εγύρισε,
κι εγώ για να γυρίσω;
Έχω κι άλλη αδελφούλα, πιο μικρότερη,
πιάστε και ντύστε εκείνη,
και ΄κείνη ας γένει νύφη, μανούλα μου! ”.
Στοιχεία, επίσης, έχουν ληφθεί από το Κουτσοβλάχικο τραγούδι “Ετοιμοθάνατη νύφη”, δημοσιευμένο και αυτό στην, ως άνω, συλλογή Ηπειρωτικών Τραγουδιών, σελ. 265, αριθμ. 361.
“ Κάτου στα έξη μάρμαρα, στα δυο μαύρα λιθάρια,
εκεί χάρος δεν κατοικάει, χάρος δεν πάει να κάτσει.
Σαν πάησε και κατοίκησε σε μι΄ αρραβωνιασμένη,
όπου το επαινέθηκε, ο χάρος δεν την παίρνει…”.
Όταν ιερουργεί και στιχουργεί ο ποιητής λαός μυριάδες εύμορφα λουλούδια γεμίζουν τη γη και χιλιάδες χελιδόνια απλώνονται στους ουρανούς !

Αυγερινός Ανδρέου