Συνέντευξη του Δημοσθένη Καμπούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Δημοσθένης Καμπούρης γεννήθηκε το 1977. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.
Έχει εκδώσει συλλογές διηγημάτων, από τις οποίες η “Στη βροχή με μηχανάκι” Ελληνικά Γράμματα 2001, περιλήφθηκε στον βραχύ κατάλογο Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας στην κατηγορία Διήγημα και στον βραχύ κατάλογο λογοτεχνικού περιοδικού Διαβάζω πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα.

Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;
Παιδί διάβαζα τα συνηθισμένα αναγνώσματα, Ιούλιο Βερν και τα λοιπά, ώσπου κάποια στιγμή, έκτη δημοτικού πρέπει να ήμουν, έπεσε στα χέρια μου ο κίτρινος φάκελος του Καραγάτση. Έπαθα μεγάλη ζημιά. Το διάβαζα και το ξαναδιάβαζα.

Πρώτη φορά που ερχόμουν σε επαφή με μια άλλη οπτική πάνω στα πράγματα, στη ζωή, στους ανθρώπους. Στο ίδιο βιβλίο ο Καραγάτσης αναφέρει ως δικούς του αγαπημένους τον Παπαδιαμάντη, τον Μωπασάν, τον Ζολά και τον Ντοστογιέφκσυ. Σιγά-σιγά λοιπόν άρχισα να ψάχνω κι αυτούς.

Και η πρώτη σας επαφή με το γράψιμο;
Στο δημοτικό είχαμε τα «σκέφτομαι και γράφω». Μου άρεσε πολύ αυτό σαν κατάσταση και σαν προτροπή: σκέφτομαι και γράφω. Κρατούσα, επίσης, ημερολόγιο.

Όταν διάβασα τον κίτρινο φάκελο παθιάστηκα να γράψω μυθιστόρημα, και μάλιστα με αστυνομική υφή. Έγραψα ένα μικρό κεφάλαιο. Βρήκα μάλιστα κι έναν κίτρινο φάκελο, ένα κίτρινο ντοσιέ στην πραγματικότητα, για να το βάζω μέσα. Ήταν παιχνίδι πιο πολύ όλα αυτά..

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;
Γύρω στα δεκαπέντε κι ενώ σαν έφηβος αναρωτιόμουν και ψαχνόμουν και διάβαζα για να καταλάβω τι συμβαίνει με τον κόσμο και τους ανθρώπους και με τον εαυτό μου. Φυσικά ελάχιστα κατάλαβα τότε. Ξεκίνησα να γράφω. Σκεφτόμουν πως θα γίνω συγγραφέας.

Είχα δει και κάποιες ταινίες με συγγραφείς και θα μου άρεσε να ήμουν κι εγώ ένας. Δεν έγραφα ακριβώς ιστορίες όμως. Κρατούσα ένα σωρό σημειώσεις για τις ιστορίες που κάποια στιγμή θα έγραφα. Κάποια στιγμή πράγματι ξεκίνησα να τις γράφω.

Ώσπου κατάλαβα πως στην πραγματικότητα έγραφα ψευδοφιλοσοφικές μπούρδες. Έκανα στροφή κι άρχισα να αφηγούμαι απλά ανθρώπινες ιστορίες.

Και οι πρώτες δημοσιεύσεις;
Το 2001 εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο με διηγήματα, το στη βροχή με μηχανάκι απ’ τα Ελληνικά Γράμματα. Είχαν τότε υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη και τους τα πήγα. Τα είχα δείξει πιο πριν σ’ έναν καθηγητή μου στη θεολογική σχολή τότε και συγγραφέα, τον Νίκο Ματσούκα, και με είχε ενθαρρύνει. Περιέγραφα τη ζωή μιας μερίδας νέων της πόλης. Το βιβλίο είχε επιτυχία και κέρδισε κάποιες υποψηφιότητες σε βραβεία.

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή διηγημάτων « Η βόλτα με το φτυάρι», εκδόσεις ΒΑΓΟΝΕΤΟ;
Άρχισα να συχνάζω σαν πελάτης στο βιβλιοπωλείο που είχε ο Γιώργος Γκόζης στην Χαριλάου, πολύ πριν κάνει ακόμα τις εκδόσεις Βαγονέτο. Μου αρέσουν τα μικρά βιβλιοπωλεία, μου αρέσει και ο Γιώργος Γκόζης.

Είχε τότε κυκλοφορήσει το προηγούμενο βιβλίο μου, ο Έρωτας στην κωλότσεπη και ο Γιώργος το έφερε στο βιβλιοπωλείο του, το διάβασε και του άρεσε. Με ρώτησε αν είχα και κάτι άλλο έτοιμο και αν ναι τι σκόπευα να κάνω με αυτό. Του είπα πως ναι και πως δεν ήξερα.

Μου είπε τότε για τις εκδόσεις που σκόπευε να κάνει και με ρώτησε αν ήμουν διατεθειμένος να περιμένω. Φυσικά και ήμουν!

Μια άγνωστη φωνή στο τηλέφωνο πλάθει άγνωστους κόσμους. Ποιος είναι ο λόγος που όταν κρυβόμαστε πίσω από το τηλέφωνο είμαστε αποκαλυπτικοί ο ένας στον άλλο;
Δεν είναι αυτό το θέμα, αν είμαστε πιο αποκαλυπτικοί όταν κρυβόμαστε πίσω απ’ το τηλέφωνο ή όχι. Το θέμα είναι τι φανταζόμαστε για το πρόσωπο όταν ακούμε μόνο μια φωνή.

Στο συγκεκριμένο διήγημα ο ήρωάς μου ακούει μια φωνή που δεν μπορεί ούτε να χαρακτηρίσει ούτε να ταξινομήσει. Και λίγο αργότερα του συμβαίνει το ίδιο και με το ζωντανό πρόσωπο που γνωρίζει.

Όμως αρχίζει και ελκύεται απ’ αυτό το πρόσωπο, αυτή τη φωνή και όλα τα άλλα, που δεν μπορούν να χωρέσουν σε κανένα πρότυπο, σε κανένα καλούπι. Κι αυτό τον μπερδεύει και τον αποσυντονίζει γιατί έχει μια άλλη εικόνα του εαυτού του, των υποτιθέμενων επιθυμιών του και των υποτιθέμενων θέλω του.

Περίφημο είναι το διήγημα ένας άνδρας με το φτυάρι. Μήπως αυτό σας ενέπνευσε να γίνει και ο τίτλος του βιβλίου;
Ναι, το ομώνυμο διήγημα ενέπνευσε και τον τίτλο. Μου άρεσε το πως ο τίτλος αυτός ηχούσε παράδοξα, το πως συνδύαζε κάτι ανάλαφρο και όμορφο με κάτι βαρύ και ίσως απειλητικό. Είναι η ιστορία ενός πρώην ζευγαριού που ξαναβρίσκονται για να θάψουν το σκύλο τους.

Είναι το τελευταίο πράγμα που τους συνδέει. Το φτυάρι που βρίσκει και κουβαλάει ο ήρωας για την ταφή έχει τη δική του σημασία.

Χαμηλόφωνοι χαρακτήρες , γραμμένοι με λιτότητα και αγάπη. Αυτό θέλουν να διαβάσουν οι αναγνώστες;
Ο κάθε αναγνώστης θέλει να διαβάσει αυτά που, εκείνον ειδικά, τον συγκινούν. Έτσι κι εγώ, σαν συγγραφέας γράφω εκείνα που θα ήθελα και σαν αναγνώστης να διαβάσω.

Αλλοίμονο αν κάθε συγγραφέας προσαρμοζόταν στο τι πίστευε πως η πλειοψηφία του κοινού θέλει να διαβάσει, αν έβγαινε έξω απ’ τον εαυτό του. Εξάλλου δε νομίζω ότι υπάρχει τέτοιο πράγμα, κοινό γούστο της πλειοψηφίας, ή αν υπάρχει δε συγκινεί πραγματικά, απλά διασκεδάζει ίσως για κάποια ώρα.

Γιατί προτιμάτε να γράφετε διηγήματα;
Ο Ρέυμοντ Κάρβερ είχε απαντήσει σ’ αυτήν την ερώτηση πως απλά αυτό προλάβαινε λόγω φόρτου υποχρεώσεων, να κάνει. Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για όλους εμάς που εργαζόμαστε σε άσχετες δουλειές για την επιβίωση. Μάθαμε να γράφουμε διηγήματα.

Παλαιότερα οι διηγηματογράφοι είχαν σπουδαία φήμη, έγραφαν σε εφημερίδες και περιοδικά. Γιατί σήμερα οι εκδότες θεωρούν τα διηγήματα αντιεμπορικά;
Γιατί ίσως το διάβασμα των πολυσέλιδων μυθιστορημάτων λειτουργεί και κάπως σαν ναρκωτικό, σαν απόδραση απ’ την καθημερινότητα και τις σκοτούρες και οι εκδότες επενδύουν σ’ αυτά. Το καταλαβαίνω ως ένα βαθμό απ’ την πλευρά ορισμένων αναγνωστών.

Η ζωή είναι πολύ δύσκολη και σκοτεινή για να θέλει κανείς μετά να διαβάσει και κάτι βαρύ και απαισιόδοξο ή που θα τελειώσει σύντομα κι εκείνος θα επιστρέψει πάλι στη γνώριμη κατάστασή του.

Διαβάζουν σήμερα οι Έλληνες βιβλία;
Δε μπορώ να μιλήσω με στατιστικά, δε γνωρίζω. Τα βιβλία είναι πάντα εκεί για όποιον τα χρειαστεί. Συχνά πάντως εκπλήσσεσαι με τα πρόσωπα που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για το διάβασμα και μάλιστα για αναγνώσματα καθόλου ελαφρά ή κυρίως ψυχαγωγικά.

Πολλοί νέοι γράφουν. Το όνειρό τους είναι να εκδοθούν οι ιστορίες τους. Παλαιότερα περίμεναν με αγωνία να αποκτήσει οντότητα η πρώτη τους συλλογή με διηγήματα. Σήμερα ανεβάζουν τα διηγήματά τους στο διαδίκτυο. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να βοηθήσει την συγγραφή;
Την συγγραφή τη βοηθάει η προσπάθεια, η τριβή. Το ότι είναι σήμερα πιο εύκολο να παρουσιάσεις κάτι ίσως μειώνει κάπου την ένταση της προσπάθειας, χαμηλώνει τον πήχη των προσωπικών προσδοκιών. Δεν είμαι σίγουρος πάντως.

Άρα η έκδοση ενός βιβλίου εξακολουθεί να είναι η ασφαλέστερη οδός;
Σίγουρα εκεί τα κριτήρια είναι υψηλότερα καθώς και η ποιότητα της όλης δουλειάς. Και φυσικά άλλη η αίσθηση του βιβλίου και άλλη της οθόνης.

Πώς νιώθετε όταν ένας αναγνώστης εκφράζεται με καλά λόγια για ένα διήγημα ή ένα βιβλίο σας;
Είναι ίσως το πιο όμορφο συναίσθημα αλλά και το πιο αλλόκοτο. Πως δηλαδή συνέβη και τον άγγιξε μια ιστορία που κατά βάθος την έγραψες γιατί άρεσε σε σένα κι αυτό ήταν όλο κι όλο;