Πώς η οικονομία ξέφυγε από τον έλεγχο της Δημοκρατίας;

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ρίζος
Δικηγόρος

Το 2009, ενώ η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση είχε ήδη ξεσπάσει και η ελληνική μόλις που διαφαινόταν, ο Γιώργος Παπανδρέου χρησιμοποίησε τη φράση «Δημοκρατία και Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα». Χλευάστηκε αρκετά.

Ήταν άλλωστε η εποχή που η λέξη «σοσιαλισμός» ακουγόταν ήδη κάπως παλιομοδίτικη, ενώ η αγορά είχε ανακηρυχθεί περίπου σε φυσικό νόμο, όπως η βαρύτητα.

Δεν την αμφισβητείς, προσαρμόζεσαι. Δεκαεπτά χρόνια μετά, η φράση έχει ενδιαφέρον όχι τόσο ως δικαίωση εκείνης της πολιτικής τοποθέτησης, όσο επειδή επαναφέρει ένα ερώτημα που στο μεταξύ μάθαμε να αποφεύγουμε: ποιος κυβερνά τελικά την οικονομία;

Η εύκολη απάντηση είναι οι κυβερνήσεις που εκλέγουμε. Μόνο που εδώ και δεκαετίες ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής πολιτικής παρουσιάζεται σαν να βρίσκεται έξω από το πεδίο της πολιτικής επιλογής.

Το κράτος ήταν κακός επιχειρηματίας, οι αγορές έπρεπε να «απελευθερωθούν» και ο ανταγωνισμός θα έκανε καλύτερα τη δουλειά. Με αυτό το επιχείρημα ιδιωτικοποιήθηκαν δημόσιες επιχειρήσεις και το κράτος αποχώρησε ή περιόρισε δραστικά την παρουσία του στην ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες και σε άλλους στρατηγικούς τομείς. Το αποτέλεσμα, βέβαια, δεν έμοιαζε πάντοτε με εκείνο που περιέγραφαν τα εγχειρίδια.

Στις περισσότερες από αυτές τις αγορές οι πολλοί έγιναν στην πορεία λίγοι, ενώ ανάλογη συγκέντρωση συναντάται και σε άλλους βασικούς κλάδους, όπως το λιανεμπόριο τροφίμων.

Το κρατικό μονοπώλιο θεωρήθηκε απόδειξη οικονομικής καθυστέρησης, αλλά τα ιδιωτικά ολιγοπώλια και καρτέλ φαίνεται να μας ενοχλούν λιγότερο. Και το κράτος που αποσύρθηκε στο όνομα του ανταγωνισμού επιστρέφει πλέον για να επιδοτήσει τον πολίτη ώστε να αντέξει τις τιμές της αγοράς, από τους λογαριασμούς ενέργειας μέχρι τα διάφορα pass.

Ο φορολογούμενος χρηματοδοτεί δηλαδή το κράτος και το κράτος επιστρέφει μέρος των χρημάτων στον φορολογούμενο ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις τιμές της αγοράς, χρηματοδοτώντας επί της ουσίας την αισχροκέρδεια των καρτέλ. Για μια θεωρία που ξεκίνησε με την υπόσχεση του «λιγότερου κράτους», η διαδρομή έχει ασφαλώς ενδιαφέρον.

Η ελληνική οικονομική κρίση έδειξε μια διαφορετική, πολύ σκληρότερη πλευρά του ίδιου ζητήματος. Εκεί έγινε σαφές ότι η εκλογή μιας κυβέρνησης δεν συνεπάγεται πάντοτε και τη δυνατότητα εφαρμογής της οικονομικής πολιτικής για την οποία εξελέγη.

Οι πιστωτές, οι αγορές ομολόγων, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, η ΕΚΤ, οι δημοσιονομικοί κανόνες και οι οίκοι αξιολόγησης μπήκαν ξαφνικά στο καθημερινό πολιτικό μας λεξιλόγιο. Για χρόνια ακούγαμε αν ένα μέτρο θα καθησυχάσει τις αγορές ή αν μια απόφαση θα στείλει το «σωστό μήνυμα».

Δεν ήταν όλα αυτά φανταστικοί περιορισμοί – μια χώρα που δανείζεται προφανώς δεν μπορεί να αδιαφορεί για τους όρους δανεισμού της. Αποδείχθηκε όμως πόσο στενά μπορεί να γίνουν τα όρια μέσα στα οποία καλείται να κινηθεί μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση.

Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πολιτικό ερώτημα. Δεν υπάρχει σοβαρή συζήτηση για μια σύγχρονη οικονομία χωρίς αγορές, επιχειρήσεις, επενδύσεις και ιδιωτική πρωτοβουλία.

Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια οικονομία της αγοράς και σε μια κοινωνία της αγοράς. Στη δεύτερη περίπτωση η σχέση αντιστρέφεται και αντί η πολιτική να θέτει τους κανόνες μέσα στους οποίους λειτουργεί η οικονομία, η πολιτική αρχίζει να αναζητά ποια περιθώρια της αφήνει η οικονομία.

Αυτό ήταν κάποτε αυτονόητο πεδίο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Η ιστορική της υπόσχεση δεν ήταν απλώς ότι θα διαχειριστεί καλύτερα τον καπιταλισμό, ούτε βέβαια ότι θα καταργήσει κάθε μορφή αγοράς. Ήταν ότι η οικονομική δύναμη πρέπει να υπόκειται στη δημοκρατική εξουσία.

Από αυτή τη λογική προέκυψαν το κοινωνικό κράτος, η προοδευτική φορολογία, τα ισχυρά εργατικά δικαιώματα, η δημόσια παρουσία σε στρατηγικούς τομείς και η αναδιανομή. Με διαφορετικές εκδοχές από χώρα σε χώρα, υπήρχε ένας κοινός πυρήνας ότι η οικονομία δεν αποτελεί έναν αυτόνομο χώρο στον οποίο η Δημοκρατία απλώς παρακολουθεί τις εξελίξεις.

Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται από αυτή τη λογική.

Αποδέχθηκε πολλές από τις βασικές παραδοχές του οικονομικού φιλελευθερισμού, συμμετείχε σε κυβερνήσεις συνεργασίας με συντηρητικά κόμματα και έχασε μέρος της οργανικής σχέσης που διατηρούσε με εργατικά και λαϊκά στρώματα. Δεν συνέβη παντού με τον ίδιο τρόπο ούτε μπορεί η πτώση της να εξηγηθεί μόνο από αυτό.

Ωστόσο, όταν η πολιτική σου πρόταση καταλήγει να είναι μια κοινωνικά ηπιότερη εκδοχή ενός οικονομικού μοντέλου που καθορίζεται από τον αντίπαλό σου, κάποια στιγμή προκύπτει το εύλογο ερώτημα για ποιον λόγο υπάρχεις.

Η ιδεολογική αυτή υποχώρηση είχε και μια επικοινωνιακή συνέπεια που στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα εμφανής μετά την κρίση. Η συντηρητική και φιλελεύθερη παράταξη κατάφερε σε σημαντικό βαθμό να ταυτίσει τις δικές της οικονομικές επιλογές με την έννοια του «ρεαλισμού».

Η απόκλιση από αυτές δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μια άλλη οικονομική πρόταση που μπορεί να είναι σωστή ή λανθασμένη, αλλά πολύ συχνά ως επικίνδυνο πείραμα. Η συζήτηση φτάνει γρήγορα στις αγορές που θα ανησυχήσουν, στις επενδύσεις που θα φύγουν και, ειδικά στην Ελλάδα, στο φάντασμα μιας νέας δημοσιονομικής περιπέτειας.

Τα μνημόνια απέκτησαν έτσι και μια δεύτερη ζωή και εκτός από ιστορική εμπειρία, λειτουργούν ως μόνιμη προειδοποίηση για το τι υποτίθεται ότι περιμένει όποιον αμφισβητεί τη φιλελεύθερη ορθοδοξία.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η ιδεολογική επικράτηση φαίνεται ακόμη και στο λεξιλόγιο. Η ιδιωτικοποίηση περιγράφεται σχεδόν αυτονόητα ως «μεταρρύθμιση», ενώ μια πρόταση ισχυρότερης δημόσιας παρέμβασης πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι δεν αποτελεί επιστροφή στον κρατισμό.

Αντίστοιχα, η «ευελιξία» στην αγορά εργασίας απέκτησε θετικό πρόσημο πολύ ευκολότερα από την ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Δεν χρειάζεται καν να συμφωνήσει κάποιος με τη δεύτερη επιλογή για να παρατηρήσει την ασυμμετρία.

Η μία πλευρά κατάφερε να παρουσιάσει τις ιδεολογικές της επιλογές περίπου ως τεχνική κανονικότητα και να αφήσει στην άλλη το βάρος της απόδειξης ότι κάθε διαφορετικός δρόμος δεν οδηγεί στον γκρεμό.

Η σοσιαλδημοκρατία έκανε το λάθος να συζητήσει για πολύ καιρό μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Η προσπάθεια να αποδείξει ότι είναι υπεύθυνη κυβερνητική δύναμη ήταν λογική• λιγότερο λογικό ήταν ότι σε αρκετές περιπτώσεις έφτασε να φοβάται οποιαδήποτε πρόταση μπορούσε να χαρακτηριστεί ριζοσπαστική.

Έτσι όμως άφησε ακάλυπτη ακριβώς την κοινωνική ανάγκη που ιστορικά δικαιολογούσε την ύπαρξή της, την πεποίθηση ότι η πολιτική μπορεί πράγματι να αλλάξει τους συσχετισμούς στην οικονομία και όχι απλώς να μετριάσει τις συνέπειές τους.

Η εκλογική γεωγραφία της Ευρώπης δείχνει τι συμβαίνει όταν αυτή η πεποίθηση εξασθενεί, με την παλιά εναλλαγή Κεντροδεξιάς – Κεντροαριστεράς να υποχωρεί συνεχώς και την Ακροδεξιά να διεκδικεί όλο και συχνότερα τη θέση του βασικού αντιπάλου του πολιτικού κέντρου.

Το βλέπουμε στη Γαλλία με το δίπολο Μακρόν – Λεπέν, ενώ στη Γερμανία το 43,8% του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ επιβεβαιώνει μια μετατόπιση που είχε ήδη γίνει ορατή, ιδιαίτερα στα ανατολικά κρατίδια.

Η Ακροδεξιά βρίσκει πλέον σημαντική απήχηση ακόμη και σε εργατικά και λαϊκά στρώματα που κάποτε αποτελούσαν τον κοινωνικό χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, αξιοποιώντας υπαρκτές ανασφάλειες χωρίς στην πραγματικότητα να προτείνουν μια οικονομική πολιτική προς όφελός τους. Αντίθετα, σύνθετα προβλήματα αποκτούν απλούστερους και πιο βολικούς ενόχους: τον μετανάστη, τον ξένο ή κάποια απροσδιόριστη «ελίτ».

Γι’ αυτό η απάντηση της σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση προς μια άχρωμη πολιτική του κέντρου. Αν θέλει να αποκτήσει ξανά λόγο ύπαρξης, χρειάζεται να αποκτήσει και πάλι αιχμές και έναν ριζοσπαστισμό που δεν θα εξαντλείται στη φρασεολογία.

Να αμφισβητήσει την ιδέα ότι κάθε σημαντική παρέμβαση στην οικονομία είναι εξ ορισμού αναχρονιστική ή επικίνδυνη και να ξαναφέρει στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης ζητήματα οικονομικής ισχύος, όπως τη συγκέντρωση των αγορών, τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, τη θέση της εργασίας, τον δημόσιο έλεγχο στρατηγικών τομέων. Και να το κάνει χωρίς να απολογείται προκαταβολικά επειδή αυτά δεν περιλαμβάνονται στη σημερινή οικονομική ορθοδοξία.

Σε αυτό το σημείο η λέξη «σοσιαλισμός» στη φράση του 2009 αποκτά ξανά ενδιαφέρον. Όχι ως πρόσκληση να αναζητήσουμε λύσεις σε οικονομικά μοντέλα του περασμένου αιώνα, αλλά ως υπενθύμιση μιας πολύ παλιότερης σοσιαλδημοκρατικής αξίωσης, αυτής του εκδημοκρατισμού της οικονομίας.

Της δυνατότητας, δηλαδή, μιας κοινωνίας να αποφασίζει πολιτικά για την κατανομή της οικονομικής δύναμης και να μην περιορίζεται στην εκ των υστέρων διόρθωση των αποτελεσμάτων της αγοράς.

Ίσως λοιπόν το πρόβλημα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι ότι έγινε λιγότερο αριστερή ως προς κάποιο ιδεολογικό μέτρο. Είναι ότι για μεγάλο διάστημα έπαψε να πείθει πως υπάρχει κάτι ουσιώδες που θέλει να αλλάξει. Το κενό αυτό καλύπτεται σήμερα στην Ευρώπη, και συνήθως από δυνάμεις που δίνουν στη λέξη «βαρβαρότητα» μια επικαιρότητα που το 2009 ελάχιστοι θα της αναγνώριζαν.