
Οι ρυθμίσεις της Κυβέρνησης για τους servicers: Ένα βήμα μπροστά, δύο πίσω
Χρειάστηκαν επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, χιλιάδες πλειστηριασμοί και αμέτρητες καταγγελίες δανειοληπτών για να αναγνωρίσει επιτέλους η Κυβέρνηση τα σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία των servicers.
Σήμερα, όμως, αντί να αντιμετωπίσει τις αιτίες που άφησαν χιλιάδες οφειλέτες απροστάτευτους, επιχειρεί να παρουσιάσει ως μεταρρύθμιση ένα σύνολο αποσπασματικών παρεμβάσεων.
Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο των κυβερνητικών επιλογών είναι ότι, αντί να ενισχύεται το υφιστάμενο πλαίσιο προστασίας των δανειοληπτών, καταργούνται ακόμη και εργαλεία που θα μπορούσαν, με τις αναγκαίες βελτιώσεις, να συμβάλουν σε βιώσιμες ρυθμίσεις των οφειλών τους, σημειώνεται σε κοινή ανακοίνωση Μιλένας Αποστολάκη, υπεύθυνης Κ.Τ.Ε. Τραπεζών, Ιδιωτικού Χρέους και Δημήτρη Σπυράκου, Γραμματέα Τομέα Προστασίας Δανειοληπτών και Ιδιωτικού Χρέους ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στην οποία τονίζονται και τα εξής:
«Ειδικότερα, με το Σχέδιο Νόμου που έδωσε σε διαβούλευση για τους servicers και τις διαδικασίες ρύθμισης οφειλών, η Κυβέρνηση επέλεξε – δίχως να το κατονομάζει – να προχωρήσει στην κατάργηση του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών του Ν. 4224/2013. Στη θέση του θεσπίζει τη Διαδικασία Διμερούς Ρύθμισης Οφειλής, όχι για να διορθώσει τις αδυναμίες του Κώδικα, αλλά τελικά για να εξαλείψει τις όποιες θετικές αναφορές και εργαλεία αυτός είχε για μία βιώσιμη και ρεαλιστική για τον οφειλέτη ρύθμιση.
Υπενθυμίζεται ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας έθετε υψηλές προδιαγραφές και προσδοκίες, ενώ περιείχε και έναν κατάλογο τύπων ρύθμισης με βάση τον οποίο ο πιστωτής μπορούσε να προχωρήσει στη ριζική αναδιάρθρωση, ακόμη και με διαγραφή μέρους της οφειλής.
Ωστόσο, στην πράξη ο Κώδικας παρέμενε αναποτελεσματικός, γιατί δεν προβλεπόταν κανένας ουσιαστικός έλεγχος ως προς την πρόταση του πιστωτή ούτε κάποια δυνατότητα προσφυγής του οφειλέτη.
Γι’ αυτό και το ΠΑΣΟΚ, με τις τροπολογίες που έχει καταθέσει, είχε προτείνει τη ριζική βελτίωσή του προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των δικαιωμάτων των οφειλετών.
Όμως η Κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται να βελτιώσει την υφιστάμενη κατάσταση. Γι’ αυτό και η μόνη προδιαγραφή που περιγράφουν οι κυβερνητικές διατάξεις ως προς την προτεινόμενη ρύθμιση είναι η δυνατότητα των πιστωτών, απέναντι σε οφειλέτες με δυσχέρειες αποπληρωμής, να αξιώνουν προκαταβολή 15% προκειμένου να τους παράσχουν τη ρύθμιση.
• Καμία δέσμευση ή κατεύθυνση ως προς τη διάρκεια, τα κριτήρια ή τους λοιπούς όρους της ρύθμισης, ώστε αυτή να είναι βιώσιμη.
• Καταργείται το προσάρτημα του Κώδικα Δεοντολογίας με το πλήθος των ενδεικτικών αλλά ιδιαίτερα σημαντικών εργαλείων ρύθμισης.
• Καμία σοβαρή οργάνωση της δυνατότητας του οφειλέτη για αντιπρόταση.
• Καμία δυνατότητα προσφυγής σε κάποιο αμερόληπτο, πέραν του πιστωτή, όργανο για τον έλεγχο της σοβαρότητας της πρότασης.
• Καμία προστασία από καταγγελία της σύμβασης ή έκδοση διαταγής πληρωμής κατά τη διάρκεια των «διαπραγματεύσεων».
Η Κυβέρνηση δεν μπορεί να εμφανίζεται σήμερα ως προστάτης των δανειοληπτών, όταν τόσο καιρό τους άφησε απροστάτευτους. Οι πλειστηριασμοί που πραγματοποιήθηκαν, οι κατοικίες που χάθηκαν και η οικονομική ασφυξία χιλιάδων νοικοκυριών δεν διαγράφονται με επικοινωνιακές εξαγγελίες και αποσπασματικές ρυθμίσεις.
Επί επτά χρόνια, το ερώτημα παραμένει, πόσες ακόμη κατοικίες πρέπει να χαθούν και πόσα ακόμη νοικοκυριά να οδηγηθούν σε αδιέξοδο, μέχρι η Κυβέρνηση να αποφασίσει ότι η προτεραιότητά της είναι η προστασία των πολιτών και όχι τα συμφέροντα των πιστωτών;