Με την Τζουμερκιώτικη λαλιά

Το όνειρο, το όραμα και οι εκλογές

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

«Εξήλθαμε νικητές και τροπαιούχοι. Τέλος ο αποκλεισμός. Οι περιορισμοί ήρθησαν». Ο Έλληνας υποδέχθηκε με χαρά και άφατη αγαλλίαση την ανακοίνωση της άρσης των περιοριστικών μέτρων λόγω του κορωνοϊού. Χαρές και πανηγύρια, τηρουμένων βέβαια των αποστάσεων. Είναι αυτό που λέγαμε: «Όνειρο βλέπω, μη με ξυπνάτε». Με όλες φυσικά τις παραμέτρους γιατί το όνειρο αφορά μια φανταστική παράσταση, ένα συναίσθημα ή και αίσθημα τα οποία δημιουργούνται συνειδησιακά κατά την διάρκεια του ύπνου. Αφορά τον ύπνο του ανθρώπου που ενίοτε καθορίζει και τον «ξύπνο». Γιατί άμα το όνειρο είναι φοβερό και άσχημο, σημαδιακό και παράξενο άντε να ηρεμήσεις, όταν είσαι ξύπνιος κι άντε να ονειρευτείς μια όμορφη και στην ουσία εξωπραγματική πραγματικότητα. Γι’ αυτό πολλές φορές προσπαθούμε να προλάβουμε το κακό με ευχές. «Άντε όνειρα γλυκά και ασκανδάλιστα». Μια κατάσταση δηλαδή ονειρική, ιδανική και στην ουσία εξωπραγματική. Μια ευχή που δεν ξέρω, αν το δεύτερο σκέλος γίνεται ευχάριστα αποδεκτό. «Σε αφήνουν οι διαόλ’ να αγιάσεις;» Όπου διάολος ας βάλουμε κορωνοϊό.

Ενίοτε και το όνειρο έχει ασαφή ή κι αμυδρή ανάμνηση. «Ναι καλά, το θυμάμαι σαν σε όνειρο». Δεν νομίζω πως ισχύει επί κορωνοϊού. Θα τον θυμόμαστε για τα καλά. Κι αν είναι για γεγονότα «μουσατένια» ή αφορούν ανακριβείς πληροφορίες ή και απραγματοποίητες, τότε μιλάμε για όνειρα θερινής νυκτός. Ακόμη και όταν επιθυμούμε, θέλουμε και τι δε θέλουμε, κι αλλού στοχεύουμε κι αλλού πετυχαίνουμε, έχουμε την λαϊκή ρήση να διευκρινίσει την κατάσταση. «Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα». Κι όταν πρόκειται για φόλα ερωτική. «Περάσαμε ωραία. Όνειρο ήταν η συνάντησή μας. Θα σου τηλεφωνήσω προσεχώς». Και το τηλεφώνημα γίνεται όνειρο απατηλό μέχρι να καταλάβει κάποιος-κάποια ότι «έφαγε μια ονειρική φόλα». Και να τραγουδήσει: «Μ’ μένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό», γιατί υπάρχουν και απατηλά όνειρα που τα φτιάχνουμε μόνοι μας καταπώς μας βολεύει και καταπώς μας εξυπηρετεί.

Τέτοια όνειρα είναι τα ρομαντικά που κάνουν τον άνθρωπο ονειροπαρμένο και «ζει μέσα σε όνειρα» συγχέοντας όνειρο και πραγματικότητα, ονειροβατώντας, αγνοώντας δηλαδή την πραγματικότητα και ονειροπολώντας φεύγοντας από την πραγματικότητα και ζώντας μια ονειρική κατάσταση μέχρι να ξυπνήσει. Πολλοί παραμένουν στην κοσμάρα τους και ονειρεύονται ιδανικούς έρωτες και λυρικές συναισθηματικές καταστάσεις. «Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατά/που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο/καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει». Τάσος Λειβαδίτης. Οι άνθρωποι πολλές φορές μένουν κολημμένοι με το όνειρο, «ακινητοποιούνται λογικά» και δεν δέχονται καμιά επαφή με την πραγματικότητα.

Παράλληλα με το όνειρο έχουμε και το όραμα που δεν πρέπει να το συγχέουμε. Μιλάμε για την οπτική αντίληψη που δημιουργείται στη συνείδηση χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητοι εξωτερικοί ερεθισμοί. Έχουμε πολιτικό όραμα, κοινωνικό όραμα και αυτό της Μεγάλης Ιδέας που ενταφιάστηκε στη Μικρασιατική καταστροφή μαζί με την απώλεια ελληνικού πληθυσμού. Η οικονομική κρίση έφτασε πολλούς να βρίσκονται σε κατάσταση έκστασης που συνοδεύεται από οράματα και παραληρήματα. Η κατάσταση γιατρεύεται μέχρι τις εκλογές. Ως γνωστόν στην προεκλογική περίοδο άπαντα «σιάζονται». Τάξιμο, κορδέλες, φώτο και φιλοσοφικός στοχασμός.

Λένε πως άρχισε η, μετά κορωνοϊού εποχή. Θα πάμε σε εκλογές. Τα μέσα δικτύωσης θα πάρουν φωτιά. Οι πατούσες δεν θα ανάψουν γιατί δεν έχει περπάτημα. Δεν υπάρχουν χοροί και πανηγύρια για να τα περάσουν κανταρέλα οι υποψήφιοι με τους παρατρεχάμενους που θέλουν, λένε πως θέλουν, να βοηθήσουν πολιτικά, τον πολιτικό. Από τα μέσα δικτύωσης τα πάντα. Από εκεί θα προωθούνται τα όνειρα, τα ονείρατα και τα οράματα. Ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται. Να αρπάξουμε τώρα, κάτι από δω κι από κεί. Εξουσία είναι αυτή. Ευκαιρία είναι η αρχή. Βέβαια υπάρχει ο φόβος μήπως ο Έλληνας κάνει πράξη τα λόγια του Βαλαωρίτη: «Πάρε ένα σβώλο Μήτρο και διώξε εκείνα τα σκυλιά που μου χαλάν το φύτρο» και τότε χαθούν τα όνειρα και μηδενιστούν τα οράματα.