
Μερόπη Τζούφη: Δημόσια Παιδεία στο εξωτερικό, ιδιωτικοποίηση στο εσωτερικό
Σφοδρή κριτική στην κυβερνητική πολιτική για την Παιδεία άσκησε η βουλευτής Ιωαννίνων και κοινοβουλευτική εκπρόσωπος της Νέας Αριστεράς, Μερόπη Τζούφη, κατά τη συζήτηση για την Κύρωση του Προγράμματος Συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου στον τομέα της Παιδείας (2023-2027).
Η Μερόπη Τζούφη ξεκίνησε την τοποθέτησή μιλώντας για τις αγροτικές κινητοποιήσεις, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τους αγρότες – όπως και προηγουμένως τους φοιτητές, τους εκπαιδευτικούς και τους υγειονομικούς – με καταστολή, ποινικοποίηση και απαξίωση, την ώρα που οι πολιτικές της επιλογές επιδεινώνουν τη θέση της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Αναφερόμενη στο διεθνές πλαίσιο, σημείωσε ότι η Κύπρος βιώνει σοβαρό σκάνδαλο διαφθοράς, την ίδια στιγμή που αναλαμβάνει την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επισημαίνοντας πως ο πολιτικός κυνισμός και η θεσμική ανοχή έχουν κανονικοποιηθεί τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. «Όταν κυβερνήσεις βγαίνουν αλώβητες από σκάνδαλα σαν το Predator, τα Τέμπη και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι όλα επιτρέπονται», τόνισε χαρακτηριστικά.
Σε ό,τι αφορά το ίδιο το Πρόγραμμα Συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου, η Μερόπη Τζούφη επισήμανε ότι πρόκειται για μια συνέχεια της διαχρονικής ελληνοκυπριακής συνεργασίας στην Παιδεία, που βασίζεται αποκλειστικά στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, στα δημόσια πανεπιστήμια, στις ανταλλαγές ακαδημαϊκών και στις υποτροφίες. «Αυτό από μόνο του είναι θετικό», ανέφερε, «και δεν αμφισβητούμε τη σημασία της συνεργασίας».
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση εμφανίζεται να υπερασπίζεται το δημόσιο πανεπιστήμιο στο διεθνές πεδίο, την ίδια στιγμή που στο εσωτερικό της χώρας το αποδυναμώνει συστηματικά. «Δεν μπορείς να κυρώνεις διεθνείς συμφωνίες που προϋποθέτουν ισχυρά δημόσια πανεπιστήμια και ταυτόχρονα να θεσμοθετείς ιδιωτικά πανεπιστήμια, να μειώνεις τη χρηματοδότηση, να επιβάλλεις διαγραφές και να ποινικοποιείς τη φοιτητική δράση», δήλωσε.
Για την Ανώτατη Εκπαίδευση, κατήγγειλε τις μαζικές διαγραφές περίπου 300.000 φοιτητών, την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής και τα πειθαρχικά μέτρα ως βαθιά ταξικές επιλογές που αποκλείουν τους εργαζόμενους και οικονομικά ασθενέστερους φοιτητές. «Το πανεπιστήμιο μετατρέπεται από χώρο γνώσης και κοινωνικής κινητικότητας σε μηχανισμό φιλτραρίσματος και αποκλεισμών», τόνισε.