Όταν η Άρτα περνούσε από την Πλατεία Κιλκίς

Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά

Η Πλατεία Κιλκίς υπήρξε για δεκαετίες ένα από τα πιο ζωντανά σημεία της Άρτας. Χάνια, καφενεία, κουρεία, περίπτερα, ταξί, τρίκυκλα και μικρομάγαζα συνέθεταν καθημερινά μια μικρή πολιτεία ανθρώπων, επαγγελμάτων και εικόνων που σημάδεψαν τη μνήμη της παλιάς πόλης.

Για πολλές δεκαετίες, η Πλατεία Κιλκίς δεν ήταν απλώς ένα σημείο της πόλης. Ήταν το πέρασμα της καθημερινής ζωής της Άρτας. Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, άνθρωποι, κάρα, ταξιδιώτες, μαθητές, επαγγελματίες και χωρικοί περνούσαν από εκεί, δημιουργώντας έναν διαρκή μικρόκοσμο κίνησης και ανθρώπων.

Η πλατεία ξυπνούσε νωρίς. Από τα χάνια της περιοχής έβγαιναν αγωγιάτες και ταξιδιώτες που είχαν φτάσει από τα χωριά του κάμπου, των Τζουμέρκων και των γύρω περιοχών. Γύρω από την πλατεία λειτουργούσαν κάποτε αρκετά χάνια, από τα οποία ξεχώριζε το μεγάλο Χάνι του Καρατζένη, παλιότερα του Βαγγέλη Γαρουφαλιά, στο σημείο όπου βρίσκονταν αργότερα σύγχρονα καταστήματα και τράπεζες. Εκεί κατέλυαν ταξιδιώτες, έδεναν τα ζώα τους και ξεκουράζονταν πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Στον δρόμο μπροστά από την πλατεία βρισκόταν το Χάνι του Γεωργόπουλου, με τα μεγάλα δωμάτια και το καφενείο του Μαλτέζου στο εσωτερικό του. Εκεί σύχναζαν άνθρωποι του κάμπου, αγωγιάτες από τη Σκούπα και τον Αμμότοπο, αλλά και περαστικοί που έφταναν στην Άρτα για δουλειές ή για την αγορά.

Στην απέναντι πλευρά της πλατείας λειτουργούσε το Χάνι του Βαγγέλη και του Πάνου Τρούγκου, ενώ δίπλα βρισκόταν το μπακάλικο του Λάμπρου Τρούγκου, που αργότερα πέρασε στους αδελφούς Δεβέκου.

Λίγο πιο πίσω, προς την οδό Μάρκου Μπότσαρη, υπήρχε το μεγάλο χάνι της Μονής Κάτω Παναγιάς, με τις αποθήκες όπου φυλάσσονταν οι καρποί από τα κτήματα του μοναστηριού. Στη θέση του κτίστηκε αργότερα το 1ο Γυμνάσιο Άρτας.

Γύρω από την πλατεία λειτουργούσαν παντοπωλεία, κουρεία, γαλακτοπωλεία και μικρά εμπορικά καταστήματα που γνώριζαν τους πελάτες τους με το μικρό τους όνομα.

Ο περαστικός συναντούσε το παντοπωλείο του Γιώργου Γιώτη, το σαμαράδικο του Αχιλλέα Παγώνη, τα κουρεία των αδελφών Νάκα, του Γιώργου Μέλιου και του Παν. Γκίζα, το καπνοπωλείο του Νικάκη, αλλά και το ζαχαροπλαστείο των αδελφών Σκανδάλη που αποτελούσε σημείο αναφοράς για την πλατεία.

Καφέ ΚΙΛΚΙΣ, Ιδιοκτησία Κακαβά (Αρχείο Ι. Κακαβά)

Τα κουρεία της περιοχής δεν ήταν μόνο χώροι περιποίησης αλλά μικρά κέντρα ενημέρωσης της εποχής. Εκεί συζητιούνταν τα νέα της πόλης, οι πολιτικές εξελίξεις, τα ποδοσφαιρικά αποτελέσματα και τα καθημερινά γεγονότα της Άρτας. Οι πελάτες περίμεναν τη σειρά τους διαβάζοντας εφημερίδες ή συμμετέχοντας στις συζητήσεις που άνοιγαν σχεδόν κάθε μέρα.

Κάτω από την πλατεία Σκουφά, εκεί όπου για δεκαετίες βρίσκονταν οι λούστροι της πόλης, ακούγονταν από νωρίς το πρωί οι φωνές προς τους περαστικούς και το συνεχές χτύπημα από τις βούρτσες πάνω στα παπούτσια. Άνθρωποι κάθε ηλικίας σταματούσαν για ένα γρήγορο γυάλισμα πριν συνεχίσουν τις δουλειές τους στο κέντρο της πόλης. Οι λούστροι αποτελούσαν για χρόνια αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας της πλατείας και της καθημερινότητας της παλιάς Άρτας.

Κάθε Πέμπτη, στον δρόμο της σημερινής οδού Μάρκου Μπότσαρη, γινόταν το περίφημο γουρουνοπάζαρο. Οι χωρικοί έφερναν τα γουρούνια τους για πώληση, ενώ οι φωνές των εμπόρων, τα γρυλίσματα των ζώων και η φασαρία της αγοράς έδιναν έναν ξεχωριστό τόνο στη γειτονιά. Τα μικρά χοιρίδια μεταφέρονταν συχνά μέσα σε σακιά, ενώ τα μεγαλύτερα αντιδρούσαν έντονα όταν άλλαζαν χέρια.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιο ζώο ξέφευγε και έτρεχε τρομαγμένο στους δρόμους της πόλης, προκαλώντας φωνές, γέλια και κυνηγητά μέσα στη φασαρία της αγοράς.

Στον ίδιο δρόμο συγκεντρώνονταν καθημερινά τα τρίκυκλα και τα χειροκίνητα καρότσια των αχθοφόρων που μετέφεραν εμπορεύματα στα μαγαζιά της πόλης. Η περιοχή γέμιζε από νωρίς το πρωί φωνές, θόρυβο και συνεχή κίνηση, καθώς σακιά, τελάρα και κιβώτια περνούσαν ασταμάτητα προς την αγορά της Άρτας.

Καθώς περνούσαν οι ώρες, η κίνηση στην πλατεία μεγάλωνε. Η πιάτσα των ταξί βρισκόταν πάντα γεμάτη, ενώ αργότερα σημαντικό ρόλο απέκτησαν και τα υπεραστικά ΚΤΕΛ, που στεγάστηκαν δίπλα στην πλατεία, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα μεγάλο εμπορικό κατάστημα.

Οι οδηγοί των ταξί περίμεναν τους πελάτες συζητώντας μεταξύ τους, σχολιάζοντας την επικαιρότητα ή πειράζοντας γνωστούς περαστικούς που περνούσαν καθημερινά από το ίδιο σημείο.

Τα παλιά λεωφορεία της εποχής, γεμάτα επιβάτες, δέματα και αποσκευές δεμένες στις σκάρες της οροφής, αποτελούν ακόμη ζωντανή ανάμνηση για όσους ταξίδεψαν μ’ αυτά.

Τις βροχερές ημέρες οι αποσκευές σκεπάζονταν πρόχειρα με αδιάβροχα, ενώ στο εσωτερικό οι επιβάτες ταξίδευαν συχνά στριμωγμένοι, με τα παράθυρα να μην κλείνουν καλά και το κρύο του χειμώνα ή τη ζέστη του καλοκαιριού να κάνουν το ταξίδι ακόμη πιο δύσκολο.

Παρ’ όλα αυτά, τα λεωφορεία εκείνης της εποχής συνέδεαν την Άρτα με τον έξω κόσμο και αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της πλατείας.

Στη διασταύρωση των οδών Σκουφά, Βασιλέως Πύρρου και Ελευθερίου Βενιζέλου στεκόταν ο τροχονόμος πάνω στο κυκλικό υπερυψωμένο βάθρο του, ρυθμίζοντας με χαρακτηριστικές κινήσεις των χεριών την κυκλοφορία οχημάτων και πεζών.

Με μια κίνηση του χεριού ή ένα δυνατό σφύριγμα σταματούσε αυτοκίνητα, κάρα και πεζούς, κρατώντας τον ρυθμό της πόλης σε μια εποχή χωρίς φωτεινούς σηματοδότες. Με τα λευκά γάντια και την αυστηρή παρουσία του αποτελούσε γνώριμη εικόνα της καθημερινής ζωής της πλατείας.

Γύρω του απλωνόταν ολόκληρη η καθημερινή ζωή της περιοχής. Το καφενείο του Κ. Τόδουλου, με τα τραπεζάκια απλωμένα προς τον δρόμο, αποτελούσε σημείο συνάντησης και συζητήσεων. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν το κουρείο του Κωνσταντίνου Νάκα και το καπνοπωλείο των Κώστα Νικάκη και Δημήτρη Τσίρου.

Ανάμεσα στα πιο χαρακτηριστικά σημεία της πλατείας βρίσκονταν και τα περίπτερα. Εκεί αγοράζονταν εφημερίδες, τσιγάρα και μικροπράγματα της καθημερινότητας, ενώ τα παιδιά κοντοστέκονταν μπροστά στις βιτρίνες χαζεύοντας σοκολάτες, καραμέλες και περιοδικά της εποχής.

Πολλά από τα περίπτερα ανήκαν σε αναπήρους πολέμου, ανθρώπους που προσπαθούσαν να ξαναστήσουν τη ζωή τους μέσα στη δύσκολη μεταπολεμική εποχή.

Όταν έπεφτε το βράδυ, η Πλατεία Κιλκίς άλλαζε όψη. Τα φώτα του κινηματοθεάτρου «ΡΕΞ», οι φωτισμένες αφίσες και οι φωνές του κόσμου έδιναν ζωή στην περιοχή μέχρι αργά.

Στα τραπεζάκια των ζαχαροπλαστείων των αδελφών Σκανδάλη συγκεντρώνονταν παρέες και οικογένειες, ιδιαίτερα τα καλοκαιρινά βράδια, όταν οι παραγγελίες είχαν τη δική τους ξεχωριστή γεύση εποχής: πάστα αμυγδάλου, νουγκατίνα και παγωτό κασάτο.

Αργότερα, λίγο πιο πέρα, η ταβέρνα – ψησταριά Χαρμπή – Σφήκα και τα μικρά καφενεία της πλατείας κρατούσαν ζωντανή τη βραδινή κίνηση μιας Άρτας που τότε ζούσε με πιο αργούς και ανθρώπινους ρυθμούς.

Η Πλατεία Κιλκίς δεν ήταν ποτέ η πιο επιβλητική γωνιά της Άρτας. Ήταν όμως ίσως η πιο ανθρώπινη. Ένας τόπος όπου για δεκαετίες διασταυρώνονταν οι δρόμοι, οι δουλειές, οι αγωνίες και οι μικρές καθημερινές στιγμές των ανθρώπων της πόλης.

Και γι’ αυτό, ακόμη και σήμερα, παραμένει στη μνήμη των παλιών Αρτινών όχι απλώς ως μια πλατεία, αλλά ως ένα κομμάτι της ίδιας της ζωής τους. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Σινεμά REX (Αρχείο Πηνελόπης Ρίγγα)