Κι ύστερα, πάλι σιωπή…

Η εικονική αναγέννηση της ελληνικής υπαίθρου

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Τις ημέρες του Δεκαπενταύγουστου ζήσαμε για ακόμη μία χρονιά μια εντυπωσιακή εικόνα. Χωριά που τον χειμώνα μετρούν τους κατοίκους τους έναν προς έναν, ξαφνικά γέμισαν κόσμο. Αυτοκίνητα παντού, δυσκολία στην κυκλοφορία και στη στάθμευση, πλατείες γεμάτες, πανηγύρια, μουσικές, τραπέζια, φίλοι και συγγενείς που ξαναβρέθηκαν ύστερα από μήνες.

Για λίγες ημέρες ένιωθες ότι η ελληνική ύπαιθρος ξαναζωντάνεψε.
Και ύστερα, πάλι σιωπή.

Τα αυτοκίνητα θα φύγουν. Τα περισσότερα σπίτια θα ξανακλείσουν. Οι πλατείες θα αδειάσουν. Τα καφενεία θα επιστρέψουν στους λίγους μόνιμους θαμώνες τους. Και η εικόνα της ευημερίας, της κίνησης και της κοινωνικής ζωής θα αποδειχθεί αυτό που στην πραγματικότητα ήταν.
Μια σύντομη εικονική πραγματικότητα.

Δεν γράφω τα παραπάνω για να απαξιώσω τα πανηγύρια και τις καλοκαιρινές εκδηλώσεις. Το αντίθετο. Είναι αναγκαίες. Κρατούν ζωντανή την παράδοση, τη συλλογική μνήμη, τους δεσμούς των ανθρώπων με τον τόπο καταγωγής τους. Δίνουν έστω για λίγο ζωή στα χωριά.
Αλλά ας μη συγχέουμε τη γιορτή με την ανάπτυξη.
Η σκληρή πραγματικότητα αρχίζει την επόμενη ημέρα.

Η Απογραφή του 2021 έδειξε ότι ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 3,1% σε σχέση με το 2011. Στην Περιφερειακή Ενότητα Άρτας καταγράφηκαν 63.732 κάτοικοι έναντι 67.877 μία δεκαετία νωρίτερα.

Και το σημαντικότερο πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στους απόλυτους αριθμούς. Βρίσκεται στις ηλικίες εκείνων που φεύγουν.
Στην Ήπειρο, μεταξύ 2011 και 2021, ο ανδρικός πληθυσμός ηλικίας 20–29 ετών μειώθηκε κατά 22,8% και εκείνος των 30–39 κατά 25,4%. Στις γυναίκες οι αντίστοιχες μειώσεις ήταν 27,1% και 23,5%. Την ίδια στιγμή αυξήθηκαν αισθητά οι μεγαλύτερες ηλικίες.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη απάντηση στο πρόβλημα της υπαίθρου.
Δεν χάνουμε μόνο πληθυσμό.
Χάνουμε ανθρώπους στις πιο παραγωγικές ηλικίες.

Και όταν φεύγει ο νέος άνθρωπος, δεν φεύγει μόνο ένας κάτοικος. Μαζί του φεύγει μια πιθανή οικογένεια, ένα παιδί από το σχολείο, ένας επαγγελματίας, ένας αγρότης, ένας κτηνοτρόφος, ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να ανοίξει μια μικρή επιχείρηση.

Σιγά σιγά κλείνει το σχολείο επειδή δεν υπάρχουν παιδιά. Περιορίζονται υπηρεσίες επειδή ,δεν υπάρχει επαρκής πληθυσμός….

Η συγκοινωνία γίνεται δυσκολότερη. Η πρόσβαση στην υγεία προβληματικότερη. Και κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.

Όσο λιγότεροι μένουν, τόσο λιγότερες υπηρεσίες υπάρχουν• και όσο λιγότερες υπηρεσίες υπάρχουν, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αποφασίσει κάποιος να μείνει.
Εδώ βρίσκεται και η πολιτική ευθύνη.

Για δεκαετίες μιλήσαμε για αποκέντρωση, περιφερειακή ανάπτυξη, δημογραφική ανασυγκρότηση, πρωτογενή παραγωγή. Πόσα όμως από αυτά μετατράπηκαν σε μια συνεκτική πολιτική που να δίνει πραγματικό λόγο σε έναν άνθρωπο 30 ή 35 ετών να παραμείνει σε ένα χωριό;

Ένας νέος δεν θα μείνει στον τόπο του μόνο επειδή αγαπά το πατρικό του σπίτι ή επειδή εκεί γεννήθηκε ο παππούς του.
Χρειάζεται εισόδημα.
Χρειάζεται εργασία.

Χρειάζεται γιατρό σε λογική απόσταση, σχολείο για τα παιδιά του, δρόμο, γρήγορο διαδίκτυο, συγκοινωνία, πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες. Χρειάζεται να ξέρει ότι, εάν επενδύσει σε μια αγροτική εκμετάλλευση, μια μικρή μονάδα μεταποίησης, έναν ξενώνα ή μια τοπική επιχείρηση, δεν θα βρεθεί μόνος του απέναντι στη γραφειοκρατία και στο κόστος.

Και εδώ χρειάζεται να αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ανάπτυξη.
Ανάπτυξη δεν είναι να φέρουμε μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες ανθρώπους στο χωριό για ένα πανηγύρι.
Ανάπτυξη είναι να μπορέσουμε να κρατήσουμε δέκα νέες οικογένειες εκεί για ολόκληρο τον χρόνο.

Να συνδέσουμε την αγροτική παραγωγή με τη μεταποίηση. Την τοπική γαστρονομία με τον τουρισμό. Το φυσικό περιβάλλον με ήπιες μορφές επισκεψιμότητας. Την πολιτιστική κληρονομιά με πραγματική οικονομική δραστηριότητα.
Η ύπαιθρος δεν χρειάζεται φιλανθρωπία. Χρειάζεται σχέδιο.

Και χρειάζεται κάτι ακόμη
Να ακούσουμε τους ανθρώπους που επέλεξαν να μείνουν εκεί. Όχι μόνο τους επίσημους που επισκέπτονται ένα χωριό όταν υπάρχει γιορτή, φωτογραφίζονται στην πλατεία και αποχωρούν το ίδιο βράδυ.
Γιατί αυτοί που μένουν γνωρίζουν καλύτερα τι σημαίνει χειμώνας στο χωριό.

Γνωρίζουν τι σημαίνει μοναξιά, απόσταση, έλλειψη υπηρεσιών, οικονομική ανασφάλεια.
Ίσως λοιπόν ο Δεκαπενταύγουστος να πρέπει να μας δημιουργεί όχι μόνο χαρά αλλά και προβληματισμό.
Να κοιτάξουμε τις γεμάτες πλατείες και να αναρωτηθούμε…

Γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να επιστρέψουν για πέντε ημέρες αλλά τόσο λίγοι μπορούν να μείνουν για 365;
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό, οικονομικό και δημογραφικό ερώτημα.
Γιατί σε λίγες ημέρες τα φώτα θα σβήσουν.

Οι μουσικές θα σταματήσουν.
Και πίσω από την αυγουστιάτικη εικόνα μιας ζωντανής υπαίθρου θα εμφανιστεί ξανά η σκληρή πραγματικότητα.
Τα χωριά μας δεν χρειάζονται απλώς κόσμο στις γιορτές τους. Χρειάζονται ανθρώπους στη ζωή τους.

* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών