Σμύρνη

Το ταξίδι του μέλιτος

Απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα της Χαράς Παπαβασιλείου – Κουμουλλή «Υπόσχεση, με τα κύματα του Αιγαίου, 1922

Ήρθε και η ώρα του ταξιδιού του Μέλιτος στη Σμύρνη. Το όνειρο να γνωρίσει την πρωτεύουσα της Ιωνίας, θα γινόταν επί τέλους πραγματικότητα.

Στη Χίο μαθήτρια, ο καθηγητής στο μάθημα της Ιστορίας συνέπαιρνε όλη την τάξη στο νοερό του ταξίδι. Ιδιαίτερα σαν έφτανε να τους μιλήσει για τη Σμύρνη. Εκεί σταματούσε.

Πρόσφατη η περιπέτεια του Διωγμού του ’14*, έφερνε σύγχυση στο μυαλό του. Πολλές μαθήτριες παιδιά προσφύγων με νωπές τις μνήμες των γεγονότων. Μα όσο κι αν βάραινε το κλίμα στην τάξη, το θεωρούσε καθήκον να τους μιλήσει για την ελληνικότητα της πόλης.

Να γνωρίζουν και να μην παρασύρονται απ’ τους παραχαράκτες της ιστορίας της. Επιβλητικός στο ανάστημα, βημάτιζε ανάμεσα απ’ τις δυο σειρές θρανία, βγάζοντας πού και πού τα γυαλιά του, δήθεν για να τα καθαρίσει, στην πραγματικότητα όμως, για να μη δουν τα βουρκωμένα μάτια του. Κι ανακτώντας την ψυχραιμία του, τις πήγαινε στο απώτερο λαμπρό παρελθόν της πόλης κι ακόμα παραπέρα:

«Η διαφιλονικούμενη πόλη, ο θησαυρός της νοτιοανατολικής Μεσογείου ήταν η Σμύρνη», τους έλεγε. «Μάχονταν ποιος να την κατακτήσει. Φρύγες και Λέλεγες, οι πρώτοι της κάτοικοι. Ύστερα αποικία των Αιολέων, ώσπου ήρθαν οι Ίωνες μια χιλιετία σχεδόν πριν τον Χριστό, για να τη λαμπρύνουν με τον πολιτισμό τους.

«Καλλίστη πασών» την είχε χαρακτηρίσει ο Στράβων. Ως «η πρώτη της Ασίας κάλλει και μεγέθει και λαμπροτάτη και κόσμος της Ιωνίας» εξαίρεται σε μια επιγραφή». Οι γνώσεις του σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα του ύφους του γοήτευαν τις μαθήτριες.

Τον κύριο Κατωπόδη ο έρωτας για τη Χιώτισσα γυναίκα του από τη Λευκάδα τον έφερε στο δικό της νησί. Απ’ τη μια στην άλλη θάλασσα, απ’ το Ιόνιο στο Αιγαίο. Η Σαπφώ, εξόριστη στη Λευκάδα, από έρωτα, απελπισμένη όμως εκείνη, λένε, έβαλε τέλος στη ζωή της, πέφτοντας από τον Λευκάτα, ακρωτήρι του νησιού. Πλεύσεις αντιστρόφως ανάλογες και με διαφορετικές καταλήξεις, όπως συμβαίνει ενίοτε. Ή μήπως συχνά στη ζωή;

Η Μαρία εμπνευσμένη απ’ τον καθηγητή της μιλούσε στη μάνα της για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Αλλά εκείνη ούτε να δει ούτε ν’ ακούσει για τους ειδωλολάτρες, που κυνήγησαν τον Χριστό. Η θεία της όμως, η Καλογριά, έλεγε στη νύφη της: «Καλή και η ορθοδοξία, Αννεζούλη μου, αλλά ένα κομμάτι τσι παράδοσης είναι και οι αρχαίοι μας πρόγονοι.

Μην τσι περιφρονείς. Έλα, κόρη μου, πε μου τα μένα τούτα τα σπουδαία, που ’μαθες στο παρθεναγωγείο, στον ναό τσι γνώσης», έτεινε ευήκοα τα ώτα της, προοδευτική εκείνη. Ήθελε ν’ ακούσει την ιστορία που κάποτε της είχε αφηγηθεί ο διαβασμένος κι ανοιχτόμυαλος αδερφός της, ο πατήρ Αναστάσιος*.

«Ο ναός της Αρτέμιδος, θεία, το θέατρο, το γυμνάσιο, η δημόσια βιβλιοθήκη ήταν μερικά απ’ τα σπουδαία μνημεία που κοσμούσαν τη Σμύρνη. Η Φώκαια, η Πριήνη, η Κολοφώνα, πόλεις που ίδρυσαν οι πρόγονοί μας Ίωνες είχαν κι εκείνες σαν της Σμύρνης γυμνάσιο, όπου γυμνάζονταν οι νέοι. Κάθε ελληνική πόλη είχε δημόσια λουτρά».

«Σαν και το χαμάμ το δικό μας, κόρη μου;».

«Ακριβώς. Οι Έλληνες είχαν κατασκευάσει τα δημόσια λουτρά, για να καθαρίζονται κι όσοι δεν είχαν στα σπίτια τους», εξηγούσε η Μαρία. Πολλά απ’ τα βιβλία της ήταν δώρα του θείου της του παπά. Ο πατήρ Αμβρόσιος, όταν επέστρεφε απ’ την Αμερική και πήγαινε στη Σμύρνη, για να δει τον φίλο και συμμαθητή του στη Σχολή της Χάλκης Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο, επέστρεφε στ’ Αλάτσατα φορτωμένος δώρα για τις ανεψιές του. Για τη μεγαλύτερη, που αγαπούσε τα γράμματα, και βιβλία.

Η Μαρία απ’ την Αμάλθεια ενημερωνόταν για τα κοινωνικά και πνευματικά δρώμενα της σύγχρονης πόλης, με τις όμορφες εκκλησιές, τα σπουδαία ελληνικά εκπαιδευτήρια, όπως ήταν η Ευαγγελική Σχολή, τα αρρεναγωγεία και παρθεναγωγεία, όπου δίδασκαν σπουδαίοι καθηγητές. Στα σκαριά και το Ιωνικό πανεπιστήμιο. Την οργάνωση ανέλαβε – επιλογή του Στεργιάδη – ο καθηγητής των Μαθηματικών του πανεπιστημίου του Βερολίνου Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Αλλά και ο Φραγκομαχαλάς με την πλούσια αγορά του προσήλκυε το ενδιαφέρον των επισκεπτών. Από εκεί ο Αλεξάκης είχε αγοράσει τα δώρα των αρραβώνων τους.

*Πρόκειται για τον πρώτο διωγμό, κατά τον οποίο οι Έλληνες, υποφέροντας απ’ τα πάνδεινα απ’ τους Τούρκους, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στα κοντινά νησιά του Αιγαίου. Επέστρεψαν το 1918, με την ήττα των Δυνάμεων του Άξονα, με τις οποίες η Τουρκία ήταν σύμμαχος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

* Το πραγματικό του όνομα: πατήρ Αμβρόσιος Παρασχάκης, Μακεδονομάχος, πρωτοπαλίκαρο του Παύλου Μελά, απ’ τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες των Αλατσάτων.