ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ

Γράφει η Αναστασία Καρρά-Μαστραπά

Οι παλιοί λαϊκοί οργανοπαίχτες της Άρτας
Στα παλιά χωριά της Άρτας γάμος, πανηγύρι ή μεγάλο γλέντι χωρίς «όργανα» δύσκολα μπορούσε να νοηθεί. Η άφιξη της κομπανίας ήταν από μόνη της γεγονός. Το κλαρίνο, το βιολί, το λαούτο και το ντέφι έδιναν το σύνθημα για να στηθεί ο χορός και οι μουσικοί μπορούσαν να παίζουν ασταμάτητα για ώρες, κάποτε ακόμη και για ολόκληρες ημέρες.

Κι όμως, οι άνθρωποι που έδιναν τον ρυθμό στη χαρά των άλλων ανήκαν συχνά στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα και το επάγγελμά τους δεν απολάμβανε πάντοτε την ανάλογη εκτίμηση.

Μια χαρακτηριστική εικόνα αυτού του παλιού κόσμου διασώζει ο Γιώργος Κοτζιούλας σε διήγημά του που δημοσιεύθηκε το 1949. Πρωταγωνιστής είναι ο Μήτσος, ένας λαϊκός οργανοπαίχτης στα βόρεια Τζουμέρκα, στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «γύφτος», όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη για πολλούς επαγγελματίες μουσικούς. Σήμερα η λέξη ξενίζει, αποτελεί όμως μέρος της ιστορικής πραγματικότητας που περιγράφει ο Κοτζιούλας και αποτυπώνει τη χαμηλή κοινωνική θέση που επιφύλασσε τότε η κοινωνία στους λαϊκούς οργανοπαίχτες.

Την ίδια εικόνα συναντούμε και στην Άρτα. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Κομζιάς, ακόμη και οικογένειες που καλούσαν τους καλύτερους μουσικούς στα γλέντια τους δύσκολα θα επέτρεπαν στα δικά τους παιδιά να ακολουθήσουν το ίδιο επάγγελμα ή να μάθουν κάποιο παραδοσιακό όργανο.

Η φτώχεια των παλιών μουσικών αποτυπώνεται και σε ένα περιστατικό που διέσωσε ο Κωνσταντίνος Πετρονικολός από το Βουργαρέλι. Σε μια παλιά προεκλογική συγκέντρωση στο σπίτι του πολιτευτή Γεωργίου Οικονομίδη έπαιζε βιολί ο ηλικιωμένος Βασίλης Γκόγκος.

Κάποια στιγμή έγινε αντιληπτό ότι στο πίσω μέρος του παντελονιού του είχε ράψει για μπάλωμα μια μικρή προεκλογική σημαία με το σύνθημα «Ζήτω ο Οικονομίδης». Όταν η οικοδέσποινα τον πείραξε λέγοντας «Βασίλ’, στον πισινό σ’ μας έβαλες;», εκείνος απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια:
— «Δεν είχα μπάλωμα για το βρακί μ’ κι έβαλα αυτό…»

Το περιστατικό προκαλεί σήμερα χαμόγελο. Πίσω όμως από το χιούμορ του κρύβεται η σκληρή καθημερινότητα πολλών λαϊκών μουσικών. Οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να ζήσουν αποκλειστικά από τη μουσική. Καλλιεργούσαν χωράφια, εργάζονταν ως σιδεράδες ή ασκούσαν άλλα επαγγέλματα για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους.

Και οι αμοιβές τους μπορούσαν να είναι ελάχιστες. Ο Κομζιάς διασώζει την περίπτωση του κλαρινίστα Αριστείδη Κολιοφούκα από την Πλατανούσα, ο οποίος κάποτε έπαιξε σε γλέντι παίρνοντας ως αμοιβή μόλις… δύο τηγανίτες.

Κι όμως, μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες οι παλιοί οργανοπαίχτες έγιναν οι σημαντικότεροι φορείς της μουσικής παράδοσης. Δεν διάβαζαν παρτιτούρες ούτε είχαν σπουδάσει μουσική. Η γνώση περνούσε από αυτί σε αυτί, από χέρι σε χέρι και από γενιά σε γενιά.

Αποκριάτικο γλέντι στις Σελλάδες το 1958. Στο κλαρίνο ο γνωστός σε όλους Βασίλης Στεργίου (Τσίλιας). (Πηγή : Παλιές Φωτογραφίες Άρτας)

Πώς μάθαιναν την τέχνη
Ο δρόμος προς τη μουσική ξεκινούσε συνήθως μέσα στην οικογένεια ή δίπλα σε κάποιον παλιότερο μουσικό. Πατέρας, αδελφός, θείος ή κάποιος γνωστός οργανοπαίχτης του χωριού γινόταν ο πρώτος δάσκαλος. Ο νεότερος άκουγε, παρατηρούσε και επαναλάμβανε. Κάποιοι ήταν εντελώς αυτοδίδακτοι. Η μουσική γνώση αποκτιόταν κυρίως με το αυτί.

Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του βιολιστή Νίκου Γεροδήμου. Ο Παντελής Μπεσίρης, ένα από τα καλύτερα βιολιά της περιοχής, του έδειξε κάποτε «μισό τραγούδι». Από τον Μετσοβίτη μουσικό Νταή Βελισσάρη έμαθε δυο-τρεις κλίμακες, ενώ ο Αλέκος Χαλιγιάννης από τον Παρακάλαμο του συμπλήρωσε το μέρος που του έλειπε από τα «Κύματα του Δουνάβεως». Τα υπόλοιπα τα έμαθε μόνος του, ακούγοντας, δοκιμάζοντας και παίζοντας σε αμέτρητα γλέντια.

Το ρεπερτόριο ενός καλού μουσικού δεν περιοριζόταν στα δημοτικά τραγούδια του τόπου του. «Έπρεπε να ξέραμε ένα βαλς, ένα φοξ, ένα ταγκό, μια ζεμπεκιά…», θυμόταν αργότερα ο ίδιος. Ο μουσικός όφειλε να ανταποκρίνεται σε κάθε παραγγελιά. Κι αν δεν γνώριζε ακριβώς ένα τραγούδι, έπρεπε να το αποδώσει όπως μπορούσε. Όπως έλεγε με τον αυθορμητισμό των παλιών πρακτικών μουσικών: «Δεν ήξεραν τότες… και τα σκάρωνες.»

Η μουσική περνούσε από γενιά σε γενιά
Αυτή η άτυπη μαθητεία μέσα στην οικογένεια δημιούργησε με τον καιρό ολόκληρες γενιές μουσικών. Η τέχνη και το ρεπερτόριο περνούσαν από τον πατέρα στα παιδιά, από τον μεγαλύτερο αδελφό στον μικρότερο, και μαζί τους μεταδιδόταν μια μουσική γνώση που σπάνια καταγραφόταν. Έτσι δημιουργήθηκαν ολόκληρες οικογένειες μουσικών, στις οποίες η τέχνη και το ρεπερτόριο περνούσαν φυσικά από τη μία γενιά στην άλλη.

Στην περιοχή της Άρτας δύο από τις γνωστότερες ήταν οι Σουκαίοι του Κομποτίου και οι Στεργαίοι των Σελλάδων, που συνδέονταν και μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς. Οι Σουκαίοι εμφανίζονται ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα και επί πολλές γενιές ανέδειξαν βιολιστές, κλαρινίστες, λαουτιέρηδες και τραγουδιστές.

Από την οικογένεια αυτή προήλθε και ο Βασίλης Σούκας, που ξεπέρασε τα όρια της τοπικής μουσικής σκηνής και αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους δεξιοτέχνες του ελληνικού κλαρίνου.

Αντίστοιχη εικόνα συναντούμε στα Τζουμέρκα με τους Γεροδημαίους. Ο Νίκος Γεροδήμος έπαιζε βιολί, ο αδελφός του Γιώργος κλαρίνο, ο Γιάννης λαούτο και τραγουδούσε, ενώ αργότερα τη μουσική συνέχισαν και νεότερα μέλη της οικογένειας. Οι συγγενικοί δεσμοί διευκόλυναν και τη δημιουργία της κομπανίας· σε ένα σπίτι μπορούσαν ήδη να υπάρχουν δύο ή τρία από τα όργανα που χρειάζονταν για να στηθεί ένα μουσικό σχήμα.

Στα βόρεια Τζουμέρκα και ιδιαίτερα στους Καλαρρύτες συναντούμε επίσης οικογένειες με μακρά μουσική παράδοση, όπως τους Μπεσιραίους, τους Κοσμαίους και τους Τασσαίους.

Η μουσική όμως δεν έμενε κλεισμένη μέσα στα όρια της οικογένειας. Οι μουσικοί συναντιούνταν στα πανηγύρια, άλλαζαν συνεργασίες, άκουγαν ο ένας τον άλλον και μετέφεραν τραγούδια και τρόπους παιξίματος από χωριό σε χωριό.

Ένας ολόκληρος χάρτης οργανοπαιχτών
Πίσω από τις γνωστές οικογένειες υπήρχε ένας πολύ μεγαλύτερος κόσμος μουσικών, τα ονόματα των οποίων σπάνια ξεπέρασαν τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Η καταγραφή του Γιάννη Κουτσούμπα είναι πολύτιμη ακριβώς γι’ αυτό: διασώζει δεκάδες ονόματα παλιών οργανοπαιχτών και τραγουδιστών από ολόκληρη την περιοχή της Άρτας.

Τους συναντούμε στην πόλη και στον κάμπο, στο Κομπότι και τους Σελλάδες, στο Βουργαρέλι, το Αθαμάνιο και το Τετράκωμο, στα Άγναντα και τον Καταρράκτη, στη Ροδαυγή και το Κορφοβούνι, στα χωριά του Ξηροβουνίου και στα Ραδοβίζια. Κλαρινίστες και βιολιστές, λαουτιέρηδες και ντεφιτζήδες, ακορντεονίστες και τραγουδιστές σχημάτιζαν έναν μουσικό χάρτη που απλωνόταν από τα ορεινά χωριά μέχρι τον κάμπο της Άρτας.

Δεν χρειάστηκε να γίνουν όλοι γνωστοί έξω από τον τόπο τους. Για το χωριό τους όμως ήταν πρόσωπα αναγνωρίσιμα. Ήξεραν ποιος έπαιζε το καλό κλαρίνο, ποιος κρατούσε καλύτερα το βιολί, ποιος τραγουδούσε τα παλιά τραγούδια και ποια κομπανία ήθελαν να καλέσουν στο επόμενο πανηγύρι.

Μία από αυτές τις μορφές ήταν και ο Κωνσταντίνος Μήτσιος, ο γνωστός Κωτσογιάννος από τα Πιστιανά. Αυτοδίδακτος μουσικός, έπαιζε βιολί σε διάφορες κομπανίες του Ξηροβουνίου κυρίως τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, ενώ γνώριζε και την παλιά τζαμάρα. Ανήκε στους τελευταίους που κράτησαν ζωντανή τη μνήμη ενός οργάνου που είχε σχεδόν χαθεί από την περιοχή.

Η κομπανία στον δρόμο
Οι μουσικοί αυτοί σπάνια έμεναν στον τόπο τους. Ακολουθούσαν τον κύκλο των γάμων και των πανηγυριών και οι συνεργασίες τους μεταβάλλονταν συνεχώς. Μια κομπανία δεν ήταν πάντοτε το σταθερό σχήμα που έχουμε ίσως σήμερα στο μυαλό μας. Σχηματιζόταν ανάλογα με τους διαθέσιμους μουσικούς, τον τόπο και τις ανάγκες της κάθε περίστασης.

Οι αναμνήσεις του Νίκου Γεροδήμου είναι αποκαλυπτικές. Θυμόταν έναν γάμο στα Πράμαντα, όπου ο ίδιος και ο Παντελής Μπεσίρης έπαιξαν βιολί μαζί με ένα λαούτο, χωρίς καθόλου κλαρίνο. Το ασυνήθιστο σχήμα άρεσε τόσο πολύ ώστε τους ζήτησαν να το επαναλάβουν. Άλλη φορά, ο Νίκος με το βιολί και ο αδελφός του Γιάννης με το λαούτο κράτησαν μόνοι τους ένα πανηγύρι για τέσσερις ολόκληρες ημέρες.

Πίσω όμως από το γλέντι υπήρχε και η σκληρή πλευρά του επαγγέλματος. Μετακινήσεις από χωριό σε χωριό, πολύωρο παίξιμο, ξενύχτια και επιστροφή στο σπίτι όταν το πανηγύρι είχε πια τελειώσει. Κι όμως, χάρη σ’ αυτούς τους ακούραστους μουσικούς, ένα τραγούδι που ακουγόταν σε ένα χωριό μπορούσε λίγο αργότερα να γίνει γνωστό και σε κάποιο άλλο.

Όταν έφταναν τα όργανα…
Κι ύστερα ερχόταν η μέρα του πανηγυριού.
Οι μουσικοί έφταναν στο χωριό, έπαιρναν τη θέση τους στο χοροστάσι και γύρω τους άρχιζε να συγκεντρώνεται ο κόσμος. Οι ξενιτεμένοι είχαν επιστρέψει, τα σπίτια ήταν γεμάτα συγγενείς και επισκέπτες και, μετά τη λειτουργία και τα γιορτινά τραπέζια, όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στην πλατεία.

Εκεί ο οργανοπαίχτης έπαυε να είναι ο φτωχός βιολιτζής ή κλαριντζής της καθημερινότητας. Για λίγες ώρες γινόταν εκείνος που κρατούσε τον ρυθμό της γιορτής. Ήξερε ποιο τραγούδι θα ζητούσε ο πρώτος στο χορό, πότε έπρεπε να αλλάξει σκοπό, πότε να τον κρατήσει και πότε να σιγοντάρει τα βήματα του μερακλή που χόρευε.

Στα μεγάλα καλοκαιρινά πανηγύρια της Άρτας, ιδιαίτερα τον Δεκαπενταύγουστο, μουσική, τραγούδι και χορός δεν ήταν ξεχωριστά πράγματα. Ήταν μία κοινή εμπειρία που ένωνε ολόκληρο το χωριό.
Αυτόν τον κόσμο του παλιού πανηγυριού θα συναντήσουμε στο επόμενο και τελευταίο άρθρο.

Πανηγύρι της Παναγίας στους Μελισσουργούς, δεκαετία 1950. Ο Γιώργος Καρακίτσος, ο Σπύρος Τρομπούκης, ο Νίκος Καραμάνης, ο Χρήστος Κούτσικος και άλλοι πανηγυριστές ποζάρουν χαμογελαστοί στον φωτογράφο. (Αρχείο Αικατερίνης (Κατίνας) Νικολάου – Κούτσικου.)

Βιβλιογραφία
Γιώργος Κομζιάς, Το αρτινό λαϊκό χοροστάσι, Αθήνα, 2021.
Κωνσταντίνος Πετρονικολός, Το Βουργαρέλι Τζουμέρκων, Αθήνα, 1977.
Γιάννης Κουτσούμπας, Στου χρόνου τα γυρίσματα, Αθήνα, 2004.
Συρράκο – Πέτρα, Μνήμη, Φως, Πνευματικό Κέντρο Κοινότητας Συρράκου, 2004.
Γιώργος Κοτζιούλας, διήγημα στο Λογοτεχνικό Ημερολόγιο, 1949.
Μουσική από την Ήπειρο, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2008.