Η τοξικότητα ως στάση ζωής

της Παναγιώτας Π. Λάμπρη,
πεζογράφου – ποιήτριας

Παρατηρώντας το κοινωνικό γίγνεσθαι σε διάφορες εκφάνσεις του, είναι φανερό πως μια κατηγορία ανθρώπων τρέφεται, ή αν θέλετε τέρπεται, από την τοξικότητα, με τον συγκεκριμένο όρο να χρησιμοποιείται προκειμένου να χαρακτηρίσει άτομα, τα οποία προκαλούν συναισθηματική ή ψυχολογική φθορά σε τρίτους, ενώ η τοξική συμπεριφορά τους είναι ποικιλότροπα εμφανής.

Μάλιστα, τείνει να γίνει κοινός τόπος, ο οποίος διατρέχει τον ιδιωτικό και τον δημόσιο βίο, τόσο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης όσο και στην καθημερινότητα, ακόμα και στο κοινοβούλιο, αναδεικνύοντας κάθε φορά το πόσο μπορεί ένας τοξικός άνθρωπος να φτάσει στα όριά τους άλλους χάριν της δικής του προβολής, αλλά και επιβολής, αν γίνεται.

Άλλωστε, οι μη τοξικοί, ακόμα κι αν είναι περισσότεροι, δεν ακούγονται, διότι ζουν τηρώντας βασικούς κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς και συμβίωσης.

Και είναι ν’ απορεί κανείς πώς γίνεται κάποιος να κρίνει και να κατακρίνει άλλους ανθρώπους, ζώντες και νεκρούς, με ελαφριά συνείδηση, πώς μπορεί να μιλά με απέραντο μίσος, εκτοξεύοντας προσβολές και ύβρεις εναντίον τους, πώς είναι δυνατόν ως θνητός να εύχεσαι ν’ αρρωστήσουν ή να πεθάνουν συνάνθρωποί σου, παραβλέποντας τη σημασία της ρήσης του Ισοκράτη (Προς Δημόνικον, 29), «μηδενί συμφοράν ὀνειδίσῃς· κοινή γάρ ἡ τύχη καί τό μέλλον ἀόρατον», δηλαδή, μην κοροϊδέψεις καμία συμφορά, γιατί η τύχη είναι κοινή και το μέλλον άγνωστο.

Κι ακόμα πώς γίνεται να εξαπολύει μύδρους λάσπης χωρίς αποδείξεις; Να δημοσιεύει σε έντυπα και σε ηλεκτρονικά μέσα προσβλητικότατες κατηγορίες κι, όταν φοβάται πως αυτές δεν θα περάσουν ατιμώρητες, στρουθοκαμηλίζει, γράφοντας μια υποσημείωση, παίρνοντας πίσω όσα πρωτοσέλιδα διατυμπάνιζε, ενώ ήδη η τρανταχτή, αλλά ψευδής, αποκάλυψή του έχει αναπαραχθεί από πλείστες ηλεκτρονικές σελίδες;

Πώς ακόμα γράφει και σχολιάζει ανεύθυνα, εκφραζόμενος προσβλητικά, και κυνικά λέγοντας, «ας πάει στα δικαστήρια ν’ αποδείξει ότι όσα γράφω δεν είναι έτσι»! «Να σε κάψω, Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι», που λέει κι ο λαός, αφού τα πρόσωπα που δέχονται τέτοιες προσβολές της προσωπικότητας, ακόμα κι αν αθωωθούν στα δικαστήρια, η ηθική βλάβη που έχει προκληθεί σ’ αυτά δύσκολα εξαλείφεται, ενώ εκείνοι που την προκάλεσαν ούτε καν αναφορά δεν κάνουν στα έντυπά τους κι αν την κάνουν, αυτή περνάει στα ψιλά και στα ασήμαντα εν αντιθέσει με τα κατηγορητικά και προσβλητικά πρωτοσέλιδα.

Άλλοι πάλι, εντελώς ναρκισσιστικά υποστηρίζουν πως μπορεί να γράφουν ή να δημοσιεύουν ό,τι θέλουν και σ’ όποιον αρέσει, παραβλέποντας πως το «ό,τι θέλω» δεν αφορά στην ελευθερία του λόγου, αλλά στην αμετροέπεια, η οποία συχνά δεν είναι, το λιγότερο που μπορούμε να πούμε, ασφαλής τρόπος για να τοποθετηθείς δημόσια για διάφορα ζητήματα χωρίς να θίγεις συνειδήσεις, όχι σπάνια αναπαράγοντας δημοσιεύματα αμφιβόλου προέλευσης και αλήθειας.

Εκείνο που επίσης εντυπωσιάζει είναι η απουσία παρέμβασης από θεσμοθετημένα όργανα, τα οποία οφείλουν να ασκούν τον στοιχειώδη έλεγχο, ο οποίος οφείλει να είναι αντικειμενικός και όχι επιλεκτικός, όπως για παράδειγμα της ΕΣΗΕΑ, η οποία μοιάζει ανύπαρκτη σε πλείστα όσα ρυπαρά και αναπόδεικτα δημοσιεύματα εις βάρος πολιτών.

Εν προκειμένω, η τοξικότητα μπορεί να εξυπηρετεί πρόσκαιρα διάφορους, αλλά η βλάβη που προκαλείται στον συναισθηματικό και στον ψυχικό κόσμο, ακόμα και στην υγεία, όσων την υφίστανται άμεσα ή έμμεσα είναι μέγιστη. Άλλωστε, είναι κάτι που, λίγο πολύ, ο καθένας μας την έχει υποστεί στον χώρο εργασίας ή αλλού και γνωρίζει πώς νιώθει ένας άνθρωπος, ο οποίος δέχεται συστηματικά τοξική συμπεριφορά, στην οποία αξίζει να σταθούμε για λίγο, για να την αναγνωρίζουμε και, κατά το δυνατόν, αν και δεν είναι πάντα εύκολο, να την αποφεύγουμε.

Ένα χαρακτηριστικό των τοξικών ατόμων είναι η θρασύτητα, την οποία συνοδεύουν με έντονη επικριτικότητα και χειριστικότητα, μέσω των οποίων προσπαθούν να απορρυθμίσουν και να καταστρέψουν την ζωή των άλλων. Φυσικά, οι ίδιοι δεν κάνουν, εννοείται κατά τη δική τους αντίληψη, ούτε παραδέχονται επομένως προφανή λάθη τους, για τα οποία, αν ανακύψουν, πάντα ευθύνονται τρίτοι, τους οποίους με κάθε αφορμή, ως ηθικά άμεμπτοι, κατακεραυνώνουν.

Βασικό όπλο τους, το ψέμα, το οποίο προσαρμόζουν υποκριτικά στην επιχειρηματολογία τους, συχνά δραματοποιώντας το, ώστε να κάνουν τον άλλον να νιώσει άσχημα και επομένως να ελέγξουν το συναίσθημά του. Οι προσβολές και ο βίαιος, χυδαίος λόγος είναι άλλα δύο γνωρίσματά τους, με την αρνητική ενέργεια να είναι η βασική αύρα της προσωπικότητάς του.

Όσο για τη λεγόμενη κοινωνική κριτική, κοινώς κουτσομπολιό, είναι η αδυναμία τους, καθώς τρέφει πολλά από τα προηγούμενα χαρακτηριστικά τους.

Κλείνοντας, σημειώνω πως, αν μέσα στην κοινωνία, στην οποία ζούμε, είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε ως κανονικότητα τη χυδαιότητα και την τοξικότητα στον δημόσιο βίο, για την οποία πολλοί φέρουν ευθύνη, ας μην παραξενευόμαστε για πολλά από τα αρνητικά τεκταινόμενα. Διότι είναι κατανοητή κάθε ιδεολογική αντιπαράθεση στον κοινωνικό και στον πολιτικό στίβο, αλλά, όταν αυτή γίνεται με λασπολογία και ανταγωνισμό τοξικότητας, τα επίχειρα πέφτουν επί δικαίων και αδίκων.

Κι επιτέλους σε τόσα χρόνια μεταπολιτευτικού, όπως λέγεται βίου, με τα θετικά και τα αρνητικά του, δεν είναι δυνατόν να μην διδασκόμαστε και να συνεχίσουμε να ζούμε με την προβολή κάθε ασχήμιας, λες και σ’ αυτή την πατρίδα μόνο τέτοιες συμβαίνουν. Και κυρίως, ας απαλλαγούμε από το μίσος για συμπολίτες μας, οι οποίοι έχουν διαφορετικές επιλογές, ιδεολογικές ή άλλες, κι ας πάψουμε να γινόμαστε κήνσορες χωρίς να κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Η Δημοκρατία αυτό απαιτεί, εκτός πια και την μπουχτίσαμε και δεν την αγαπάμε…