Αφύλακτα δικαστήρια - Διαμαρτυρία των δικαστικών υπαλλήλων

Ο 89χρονος μπήκε ανενόχλητος στο Ειρηνοδικείο Αθήνας

Έντονα ερωτήματα δημιουργούνται αναφορικά με πιθανά κενά ασφαλείας στα δικαστήρια, καθώς ασύλληπτος εξακολουθεί να παραμένει ο 89χρονος που σκόρπισε τον τρόμο στο κέντρο της Αθήνας καθώς άνοιξε πυρ τόσο στον ΕΦΚΑ Κεραμεικού, όσο και στον πρώην Ειρηνοδικείο, τραυματίζοντας -ευτυχώς ελαφρά- πέντε ανθρώπους.

Όλοι μιλούν για κενά τα οποία ο δράστης φέρεται να αξιοποίησε, προκειμένου να εισέλθει οπλοφορώντας εντός του πρώην Ειρηνοδικείου. Σύμφωνα με όσα σχολίασε στο iEidiseis.gr ο Στρατής Δουνιάς, πρόεδρος του Συλλόγου Δικαστικών Υπαλλήλων Αθήνας, «ακόμη δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για το πως συνέβη το περιστατικό.

Όσα γνωρίζουμε, είναι κυρίως όσα έχουν μέχρι στιγμής δημοσιοποιηθεί. Έχουν τραυματιστεί συνολικά τέσσερις γυναίκες. Η εικόνα που έχουμε, είναι ότι ευτυχώς, σε όλες τις περιπτώσεις είναι πολύ ελαφροί οι τραυματισμοί». Σχετικά με το πως ο 89χρονος κατόρθωσε να εισέλθει οπλοφορώντας εντός του κτιρίου του πρώην Ειρηνοδικείου, ο κ. Δουνιάς σχολίασε πως «αυτό είναι κάτι που δεν το γνωρίζω αυτή τη στιγμή, προκειμένου να απαντήσω με σιγουριά. Αυτό που γνωρίζω πάντως, είναι ότι το συγκεκριμένο κτίριο δεν έχει είσοδο από μια πλευρά, αλλά από δύο».

Στο ερώτημα αν υπάρχουν πύλες ανιχνευτών μετάλλων στο συγκεκριμένο κτίριο, ο κ. Δουνιάς απάντησε πως «νομίζω πως δεν υπάρχουν μηχανήματα σε καμία από τις δύο πύλες εισόδου του κτιρίου».

Αναφορικά με το ποιος έχει την ευθύνη για τη φύλαξη του χώρου, ο κ. Δουνιάς ανέφερε πως «επειδή τα γεγονότα έχουν μόλις συμβεί, δεν γνωρίζουμε ακόμη λεπτομέρειες. Αυτό που λέμε σε πρώτη φάση είναι ότι τα ζητήματα που βάζουμε κατά καιρούς με διάφορες αφορμές, σχετικά με ασφαλείς συνθήκες εργασίας, αποδεικνύεται ότι δεν είναι κουβέντες άνευ περιεχομένου. Έχουν μεγάλη σημασία. Το αν υπάρχει ελλιπής φύλαξη, είναι ένα ζήτημα που αφορά τους αρμόδιους».

Από την πλευρά τους, πηγές από τον χώρο των δικαστικών υπαλλήλων, σχολίασαν στο iEidiseis.gr πως η απουσία ανιχνευτών μετάλλων δεν είναι συνήθης στα δικαστικά κτίρια, καθώς «προκειμένου να εισέλθεις στο κτίριο του Εφετείου Αθηνών υπάρχει μηχάνημα που σκανάρει όσους εισέρχονται. Εκεί δεν τίθεται θέμα ασφάλειας. Αντίστοιχα, κανείς δεν μπορεί να εισέλθει εντός του κτιρίου του Αρείου Πάγου, -είτε έρχεται από την Λουκάρεως, είτε από τη Λ. Αλεξάνδρας-, χωρίς να περάσει από τέτοιο μηχάνημα. Αντίστοιχα είναι τα μέτρα φύλαξης και στην Ευελπίδων».

Στο ερώτημα ποια είναι τα μέτρα φύλαξης, στον χώρο όπου σημειώθηκε το περιστατικό, οι ίδιες πηγές σχολίασαν πως «ο προαύλιος χώρος του πρώην Ειρηνοδικείου είναι προσπελάσιμος. Το ίδιο συμβαίνει και με τον προαύλιο χώρο του Εφετείου. Δεν είναι άλλωστε δυνατόν να ελεγχθούν οι χιλιάδες άνθρωποι που διέρχονται καθημερινά από τους προαύλιους χώρους».

Επομένως, όπως σχολίασαν οι ίδιες πηγές, «δεν είναι δύσκολο κάποιος που είναι οπλισμένος να φτάσει στον προαύλιο χώρο. Ο έλεγχος διενεργείται όταν κάποιος εισέρχεται εντός των κτιρίων. Το ζήτημα είναι πως κατόρθωσε ο συγκεκριμένος άνθρωπος να εισέλθει εντός του κτιρίου οπλοφορώντας και αν υπάρχει έλεγχος κατά την είσοδο των επισκεπτών εντός αυτού».

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε για το περιστατικό η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, γίνεται λόγος για πρακτικά αφύλακτους χώρους δικαστηρίων, γεγονός που εκθέτει σε κίνδυνο όλους τους παράγοντες της Δικαιοσύνης. Όπως σημειώνεται, η Ένωση «κρούει για πολλοστή φορά τον κώδωνα του κινδύνου», απαιτώντας να ληφθούν άμεσα επαρκή μέτρα για την ασφάλεια του προσωπικού και των πολιτών, καθώς το περιστατικό, «κατέδειξε με το χειρότερο δυνατό τρόπο την απουσία κατάλληλων μέτρων ασφαλείας».

Ανακοίνωση εξέδωσε και ο Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Αθήνας, όπου σημειώνεται πως το περιστατικό επιβεβαίωσε τις «ειδικές συνθήκες στις οποίες εργάζονται οι δικαστικοί υπάλληλοι σε όλη την χώρα». Ο σύλλογος έκανε επίσης λόγο για ανάγκη λήψης ουσιαστικών μέτρων «για την προστασία της ζωής και της υγείας μας».

Παράλληλα, το ΔΣ του συλλόγου ανακοίνωσε έκτακτη ολοήμερη διακοπή εργασιών σε όλες τις δικαστικές υπηρεσίες της Αθήνας, την Τετάρτη 29-4-2026, ως ένδειξη συμπαράστασης στις τραυματισμένες δικαστικές υπαλλήλους και ως «πρώτη δράση διεκδίκησης».