
Υπέρ Καλλινίκου Λόγος
Γράφει ο Δικηγόρος
«Πρόσεχε, ω νεότης, ποθούσα την άσκησιν, μήπως παρέλθωσιν αι ημέραι σου εν περισπασμοις….. έχε πάντοτε τον γλυκύν Δεσπότην εν τη διανοία σου, ινα στεφανωθή ο δρόμος της ασκήσεως σου…»
Ασκητικά, Εφραίμ του Σύρου
Πριν δέκα χρόνια, τον Νοέμβριο του μακρινού 2016, ο τόπος μας υποδεχόταν τον νέο του Δεσπότη, τον από Επιδαύρου Καλλίνικο.
Η Άρτα, ο τόπος μας, αποχαιρετούσε με συγκίνηση έναν δικό «της» άνθρωπο , τον Ιγνάτιο Δ΄ και, κάπως απρόσμενα είναι αλήθεια, ανέμενε στο πάτριο έδαφος έναν ξενομερίτη, έναν Επίσκοπο από το Άργος.
Η φήμη του τότε, στους μη παροικούντες την Ιερουσαλήμ, περιορίζονταν στον πνευματικό του πατέρα, τον Δεσπότη Αργολίδας Ιάκωβο, παλιό γνώριμο της Άρτας, όντας για χρόνια αγαπητός Αρχιμανδρίτης με γλυκό λόγο ως «λάλον ύδωρ».
Ο Καλλίνικος, ωστόσο, δεν ήταν «απλά» ένα πνευματικό παιδί ενός αξιοσέβαστου ποιμενάρχη. Φρόντισε ο ίδιος γιαυτό. Μετά τις σπουδές του στην Νομική Σχολή του εν Αθήνησι Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, φοιτεί και σπουδάζει την επιστήμη της Θεολογίας στο οικείο τμήμα του ΕΚΠΑ.
Ο ζήλος «περί την μάθησιν» αναδείχθηκε έτσι καρποφόρος αφού στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνεται , μεταξύ άλλων, «Η κατά Αργολίδα Εκκλησία του 19ο αιώνα και η συμβολή της στην Εθνική Παλιγγενεσία».
Αυτή εξάλλου η ενασχόληση και το ενδιαφέρον του ως προς την Εκκλησιαστική Ιστορία τον οδήγησαν, όντας Δεσπότης, σε λίαν απαιτητικές μεταπτυχιακές σπουδές του αυτού γνωστικού αντικειμένου.
Ο Δεσπότης μας, δέκα χρόνια μετά τον ερχομό του στον τόπο μας, παραμένει αυτός που ήταν : λιτός, δωρικός, ταπεινός και συμπάσχων. Κοινωνεί με το «ποίμνιό» του αδιαμεσολάβητα, πορεύεται «κατ’ ιδίαν», χωρίς «κύκλους» ή πρόθυμους «ακολούθους».
Τον συναντάς αχάραγα στους Καλαρρύτες, στα ορφανεμένα χωριά στο Ραδοβύζι και τα Τζουμέρκα, στα ξωκλήσια και τα μοναστήρια της επαρχίας μας, στο νοσοκομείο και το γηροκομείο της πόλης.
Τον «συναντάς» στα κηρύγματα του, λόγοι καρδιάς, ουχί «λόγοι άμβωνος». Τον «συναντάς» εύχαρι και γενναιόδωρο με πάντα ανοικτές τις πύλες του Επισκοπείου.
Τον «συναντάς» στα συλλείτουργα, όταν δηλαδή η Βυζαντινή Άρτα γίνεται κτήμα και δώρο των πολλών.
Ιδίως , όμως, τον συναντάς μέσα από την ταπεινότητα, την σεμνότητα, το ήπιον του λόγου του, την ενθάρρυνση της συμπερίληψης «αφού όλοι είμαστε παιδιά του ίδιου Θεού».
Δεν διατηρώ προσωπικές ή ιδιαίτερες σχέσεις με τον Δεσπότη μας. Ελάχιστες φορές δρασκέλισα το κατώφλι του Επισκοπείου και κάποιες, λίγες, για ν’ ανάψω ένα κερί στον Άγιο Μερκούριο. Δεν ανήκω στους συνομιλητές του, προνομιακούς ή μη.
Παρατηρώ, ωστόσο, την διακονία του, σε πλήρη στοίχιση με την θεολογική σκευή του και την εν τοις πράγμασι Ποιμαντορία του.
Και τον φαντάζομαι με ένα αυτοσχέδιο μπαστούνι, χωρίς τα χρυσά του άμφια και τα βαρύτιμα εγκόλπια, να βαδίζει ανάλαφρα εκείνο το σκιερό μονοπάτι που σε βγάζει στην στροφή για την Σταυρονικήτα.
Ο τόπος μας, με αφορμή τα δεκάχρονα της Ποιμαντορίας του, οφείλει να τιμήσει την σεμνή παρουσία του, μικρό αντίδωρο σαυτόν τον ξενομερίτη Δεσπότη.
