Γαλλία: η κοινωνική οργή και η αβεβαιότητα της επόμενης ημέρας

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*

Οι μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία επαναφέρουν ένα ερώτημα που υπερβαίνει τα σύνορά της.
Τι συμβαίνει όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η καθημερινότητά τους δυσκολεύει, ενώ η πολιτική εξουσία αδυνατεί να τους προσφέρει μια πειστική προοπτική;

Η ακρίβεια, η αγωνία για το εισόδημα και η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών συγκροτούν ένα υπόβαθρο δυσαρέσκειας. Οι πρόσφατες διαδηλώσεις ανέδειξαν αυτή την πίεση, αλλά συνοδεύτηκαν και από σοβαρές καταστροφές, που απειλούν να επισκιάσουν τα ίδια τα κοινωνικά αιτήματα.

Πίσω από τις εικόνες των συγκρούσεων υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους. Εργαζόμενοι που βλέπουν τον μισθό τους να εξαντλείται, νέοι που αμφιβάλλουν για το μέλλον τους, οικογένειες που αναζητούν ασφάλεια.

Η διαμαρτυρία τους αποτελεί ουσιώδες δημοκρατικό δικαίωμα. Μια κοινωνία δεν μπορεί να καλείται διαρκώς να προσαρμόζεται σε στερήσεις, χωρίς να δικαιούται να απαιτήσει διαφορετικές προτεραιότητες.

Το δικαίωμα στη διαμαρτυρία και τα όρια της καταστροφής.
Η στήριξη των κοινωνικών διεκδικήσεων απαιτεί καθαρή στάση απέναντι στους βανδαλισμούς. Η καταστροφή ενός καταστήματος, ενός σχολείου ή μιας δημόσιας υποδομής δεν βελτιώνει τη ζωή εκείνων που διαμαρτύρονται.

Συχνά επιβαρύνει ανθρώπους που αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες και στερεί από τη γειτονιά υπηρεσίες που χρειάζεται.
Η απόρριψη αυτών των πράξεων δεν επιτρέπει, ωστόσο, τη συλλογική ενοχοποίηση των διαδηλωτών.

Η ευθύνη πρέπει να αποδίδεται σε συγκεκριμένες ενέργειες και πρόσωπα, με τεκμήρια. Αντίστοιχα, η διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας προϋποθέτει αναλογική αστυνόμευση, προστασία της ειρηνικής διαδήλωσης και έλεγχο ενδεχόμενων αυθαιρεσιών. Η δημοκρατία οφείλει να προστατεύει ταυτόχρονα τον πολίτη που διαδηλώνει και τον πολίτη που υφίσταται μια καταστροφή.

Άλλωστε, η λαϊκή οργή δεν αποτελεί ενιαίο πολιτικό σώμα. Στους δρόμους μπορούν να συναντηθούν άνθρωποι διαφορετικών πεποιθήσεων, οργανωμένοι εργαζόμενοι και πολίτες χωρίς κομματική ένταξη.

Στο περιθώριο μπορούν να κινηθούν ομάδες με άλλες επιδιώξεις, ακόμη και άτομα που αναζητούν ευκαιρία για λεηλασία. Η πολιτική τους ταυτότητα δεν πρέπει να αποδίδεται αυθαίρετα. Το κοινό αίσθημα απόρριψης μιας κυβέρνησης δεν συνεπάγεται κοινή αντίληψη για την κοινωνία που πρέπει να ακολουθήσει.

Ποιος θα εκφράσει εκλογικά την αγανάκτηση;
Εδώ εμφανίζεται η βαθύτερη αντίφαση. Μια κινητοποίηση με αιτήματα για αξιοπρεπή διαβίωση και ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες μπορεί να δημιουργήσει πολιτικό όφελος για την ακροδεξιά. Η κοινωνική προέλευση μιας διαμαρτυρίας δεν καθορίζει αυτόματα την εκλογική της κατάληξη.

Όταν κυριαρχούν οι εικόνες της καταστροφής, η δημόσια συζήτηση μετακινείται εύκολα από την ακρίβεια στην ασφάλεια. Η αγωνία για την επιβίωση υποχωρεί μπροστά στον φόβο της αναταραχής.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δυνάμεις που επενδύουν στην υπόσχεση της αυστηρής τάξης μπορούν να διευρύνουν την επιρροή τους. Πρόκειται για έναν πιθανό πολιτικό μηχανισμό, που χρειάζεται να εξετάζεται χωρίς θεωρίες συνωμοσίας και χωρίς να παραγνωρίζονται οι πραγματικές ευθύνες όσων καταστρέφουν.

Οι πρόσφατες δημοσκοπικές καταγραφές δείχνουν ισχυρή θέση της Μαρίν Λεπέν και ιδιαίτερα μεγάλο προβάδισμα στο υποθετικό ενδεχόμενο αναμέτρησης της με τον Ζαν-Λικ Μελανσόν.

Η εικόνα είναι περισσότερο ανταγωνιστική όταν εξετάζεται ένας κεντρώος αντίπαλος. Αυτά αποτελούν ενδείξεις των σημερινών συσχετισμών, όχι προαναγγελία του αποτελέσματος ούτε βεβαιότητα για τη σύνθεση του δεύτερου γύρου.

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά επομένως και την Αριστερά. Γιατί η παρουσία της στους κοινωνικούς αγώνες δυσκολεύεται να μετατραπεί σε ευρύτερη εκλογική εμπιστοσύνη;

Η απάντηση απαιτεί περισσότερα από την επίκληση της εχθρότητας των αντιπάλων της. Χρειάζεται να εξεταστούν η αξιοπιστία των προτάσεων της, οι διαιρέσεις της, ο τρόπος επικοινωνίας και η δυνατότητά της να απευθυνθεί πέρα από το ήδη πεπεισμένο ακροατήριο της.

Ο πολίτης που ζητά αλλαγή θέλει να γνωρίζει πώς αυτή θα εφαρμοστεί. Πώς θα προστατευθεί το εισόδημά του, ποιος θα χρηματοδοτήσει τις δημόσιες υπηρεσίες, πώς θα αντιμετωπιστεί η οικονομική ανασφάλεια. Η μαχητικότητα αποκτά ευρύτερη κοινωνική δύναμη όταν συνοδεύεται από πειστικό σχέδιο και δημοκρατική συνέπεια.

Μια πιθανή επικράτηση της Λεπέν δεν θα ισοδυναμούσε ασφαλώς από μόνη της με ανατροπή του οικονομικού συστήματος. Απεναντίας θα έλεγα.

Η αντισυστημική ρητορική χρειάζεται να κρίνεται μέσα από συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Στην πρόσφατη συνέντευξή της στους «Financial Times», η ίδια υποστήριξε δημοσιονομική πειθαρχία, περιορισμό δημόσιων δαπανών και μειώσεις φόρων στην παραγωγή, αποκλείοντας παράλληλα την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι θέσεις αυτές πρέπει να αξιολογηθούν ως προς τις κοινωνικές τους συνέπειες.
Βεβαίως, η εναλλαγή στην εξουσία έχει σημασία. Μπορεί να επιφέρει ουσιαστικές μεταβολές στα δικαιώματα, στη μεταναστευτική πολιτική και στον τρόπο λειτουργίας των θεσμών. Η διατήρηση βασικών οικονομικών δομών δεν σημαίνει ότι όλες οι κυβερνήσεις είναι ίδιες.

Επιβάλλει όμως να αποφεύγουμε την ταύτιση μιας εκλογικής νίκης με κοινωνική απελευθέρωση.
Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται στην καθημερινότητα.

Ποιος σηκώνει τα φορολογικά βάρη, ποιος προστατεύεται από την ακρίβεια, ποιος έχει πρόσβαση στην υγεία, στην παιδεία και στη στέγη. Εκεί αποκτά περιεχόμενο η αλλαγή πολιτικής. Το ίδιο μέτρο πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε υποψήφιο, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που επιλέγει για τον εαυτό του.

Η Γαλλία αναδεικνύει έτσι έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό προβληματισμό. Όσο η κοινωνική ανασφάλεια μένει χωρίς πειστική δημοκρατική απάντηση, τόσο μεγαλώνει ο χώρος για πολιτικές που μετατρέπουν την αγανάκτηση σε φόβο και αποκλεισμό.

Η κοινωνία δικαιούται να διαμαρτύρεται, να οργανώνεται και να απαιτεί πολιτικές υπέρ των πολλών. Η δύναμή της βρίσκεται στη μαζική συμμετοχή, στην αλληλεγγύη και στη σαφήνεια των διεκδικήσεών της.

Το ζητούμενο της επόμενης ημέρας είναι αν αυτή η δύναμη θα εξασφαλίσει καλύτερη ζωή ή αν η οργή θα εξαντληθεί σε μια αλλαγή προσώπων, αφήνοντας τις βασικές αιτίες της ανασφάλειας στη θέση τους.

* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών