Η κότα, ο κόκορας και το «πολιτικό κοτείο»

Γράφει ο Χρήστος Τούμπουρος

«Όταν θα έρθει η ψηφοφορία όλες οι κότες θα κουρνιάσουν. Όλες θα ψηφίσουν…»
«Μας τελείωσαν τα κοκόρια»
Τα μεν είπε παλιότερα εξαίρετο στέλεχος της πολιτικής κονίστρας, χρόνια τώρα ενεργών κωλοτουμποειδώς, τα δε προς απάντηση εκστόμισε άλλος «πολιτικός γίγαντας», – τι φταίει η κότα και ο κόκορας;- στον αγώνα και την αγωνία του να στεγαστεί πολιτικώς. Αμφότεροι θα «παραν το σ’φλί με τις πιτιές», καθόσον «θα κατρήσ’ η νύφ’ και θα σχολάσ’ ο γάμος». Θα γίνουν εκλογές και θα κουρνιάσουν…
Βέβαια οφείλουμε να αναλύσουμε νοηματικώς και στηριζόμενοι οπωσδήποτε στη λαογραφία, τουλάχιστον τη λέξη κότα.
Η κότα είναι ένα κατοικίδιο πτηνό, που εκτρέφεται για το κρέας και τα αβγά του. Πανάρχαιο πτηνό, όπως πανάρχαια είναι και η λέξη κότα. (Κότος= πετεινός;).

Επειδή οι κότες αδυνατούν να πετάξουν, κατέληξαν ως τα ιδεώδη οικόσιτα πτηνά. «Σαν κότα κάθεται μόνιμα μέσα στο σπίτι. Χαύδωσε στο τζάκι και δε λέει να το κουνήσ’ ρούπ’ από ‘κει». Ουδόλως μπορούμε να ταυτίσουμε τη συμπεριφορά αυτή της κότας με αυτή των βουλευτών. Το πολύ πολύ να πούμε ότι ο βουλευτής – κότα ενδέχεται να γίνει και υπουργός! Μιλούμε για τους βουλευτές που δεν έχουν στην ουσία πολιτικό λόγο.
«Όπου η τύχη τους φέρει και φέρου και φέρε».
Η προσφορά της μεγάλη, γι’ αυτό και όλοι στα σπίτια της την ταχτάριζαν. «Κότα μου κοτούλα μου και πουλακιδούλα μου».
Σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας, ιδιαίτερα στην ανταλλακτική οικονομία, η κότα έλυνε πολλά προβλήματα σίτισης. Τα αυγουλάκια της, το κρέας της κλπ. Γι’ αυτό και σήμερα λέμε: «Αυτός παντρεύτηκε, πήρε πλούσια γυναίκα και περνάει ζωή και κότα», δηλαδή ζωή ανέμελη, χωρίς δυσκολίες και φροντίδα για τον επιούσιο. «Πασάς στα Γιάννινα».
«Χρυσοφόρος κότα». Αυτό τον τίτλο έδιναν οι προξενήτρες στις οικονομημένες νύφες. Άλλοι λένε, «βρήκα την κότα με τα χρυσά αβγά, τζάμι την περνώ». Με λίγα λόγια καλοπερνάει, χωρίς διαταραχές και ανωμαλίες, όπως η λεία επιφάνεια του τζαμιού.

Ποιος αλήθεια δε θυμάται τη συμβουλή που παίρναμε από τους μεγαλύτερους και ενίοτε και από τους πρεσβύτερους: «Να πάρεις γυναίκα με προίκα, να κάθεται στο σπίτι, να μην κλωθωγυρίζει πέρα δώθε, να ‘ναι οικονόμα, να ‘χει καλό φώλι από τον πατέρα της. Τι, πώς, είσαι ερωτευμένος και δεν σκέφτεσαι τέτοια τώρα; Άμα χάσεις την καλή την κότα, τότε θα πάρεις μόνο τη φωλιά με τα γομαράγκαθα».
Με το συμπάθιο, δεν μπορώ πλέον να σταματήσω τους συνειρμούς. Να υπονοήσουμε την προίκα. Ασφαλώς. Πάλι καλά που τη γυναίκα την προσιδίαζαν με την κότα, γιατί μπορεί, τι μπορεί, το έλεγαν: «άνοιξα την κατσαρόλα και ήταν γεμάτη λίρες». Μεταξύ κότας και κατσαρόλας, ασφαλώς προτιμούμε την κότα.
Και να μην ξεχάσουμε να τονίσουμε ότι αυτού του είδους η «κότα» στην πολιτική ζωή έδωσε (τόσους και τόσες) πολιτικούς γίγαντες! Πάμπολλα τα ονόματα.

Ακόμα η κότα δηλώνει την υπευθυνότητα και το μπεσαλίκι, την πίστη και την τιμιότητα. «Αυτός κοιμάται με τις κότες για να είναι φρέσκος στη δουλειά του». Όχι σούρταφέρτα, ξεπορτίσματα, μπουρδελότσαρκες και ξενύχτια. «Τα κεφάλια μέσα», σαν τις κότες. (Και πολιτικά μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο, αλλά πρόλαβε ο μακαρίτης ο Αβέρωφ και είπε για το μαντρί και για τους λύκους. Γλωσσολογική προσέγγιση απέδειξε πως δεν αναφερόμαστε σε μαντριά, σε πρόβατα και κατσίκια, αλλά σε πολιτική αγέλη. Ενίοτε οι πολιτικοί πατέρες ψηφίζουν αγεληδόν!)
Η κότα δίνει το παράδειγμα. Να, και η παιδαγωγική προσφορά της κότας.
Η κότα η γυρίστρω τραγουδήθηκε -παρατραγουδήθηκε από το λαό.
«Μια κότα στρουμπουλή μια όμορφη πουλάδα, εβγήκε η τρελή μια βόλτα στη λιακάδα…».
Είχαν βλέπετε πέραση οι στρουμπουλές. Τον καιρό εκείνον οι όμορφες δεν είχαν καμιά σχέση με τα τσακνοπόδαρα. Όμορφες ήταν όσες είχαν πιασίματα. Τι πιασίματα. Καπούλια θα λέγαμε.
«Η κότα η αλανιάρα». Η φράση χρησιμοποιείται υβριστικώς, κυρίως από συζύγους, εν εκνευρισμώ. Παράδοξο, γιατί επελέγη αυτό το συμπαθέστατο ζώο για να υπονοήσουμε τη γυναίκα την εναλλάσσουσα συχνά ερωτικούς συντρόφους. Ίσως, σπάνιο φαινόμενο να ξεπορτίζει η κότα, εξαίρεση, όπως εξαίρεση είναι και η γυνή η αλανιάρα, τουτέστιν ελευθέρας βοσκής.

Στην πολιτική κάπως έτσι θα προσιδιάζαμε τις αγάπες και τα κολλητιλίκια, και τις διάφορες πολιτικές συμμαχίες (όχι λυκοσυμμαχίες) και έχει ο θεός. Ο,τι λέμε το πρωί, τα ανακαλούμε το μεσημέρι, για να τα επαναλάβουμε ελαφρώς αλλοιωμένα το βράδυ και να τα συγκεφαλαιώσουμε τα μεσάνυχτα.
Οι κ.κ. βουλευτές είναι γνωστό πως σε πολλά νομοσχέδια κάνουν τον κόκορα, τον γενναίο, με πίστη, πολιτική άποψη και τόλμη -οι κωλοτούμπες, σύνηθες μεν, αμελητέο δε συνειδησιακά φαινόμενο- και μετά ταύτα υποκύπτουν «για το καλό του λαού, του έθνους και της πατρίδας».
Γι’ αυτό το λόγο διανθίζουν τον πολιτικό λόγο με κότες, κοκόρια και κοτόπουλα !!!
«Και μην ανοίγεις όσο κι αν χτυπούν. Φωνάζουν μα δεν έχουν τι να πουν». (Γ. Σεφέρης).