Οι αιχμάλωτοι του Μεσολογγίου στην Άρτα το 1826

Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά

Μια άγνωστη σελίδα της τοπικής ιστορίας, διακόσια χρόνια μετά την Έξοδο

Διακόσια χρόνια μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου, μια λιγότερο γνωστή πτυχή των γεγονότων οδηγεί στην Άρτα. Την άνοιξη του 1826, μέσα στις εβδομάδες που ακολούθησαν την πτώση του Μεσολογγίου, άνδρες, γυναίκες και παιδιά που είχαν αιχμαλωτιστεί έφθαναν στην πόλη. Κάποιοι παρέμεναν υπό κράτηση, άλλοι μπορούσαν να απελευθερωθούν εφόσον συγγενείς ή φίλοι συγκέντρωναν τα απαιτούμενα λύτρα, ενώ όσοι δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα οδηγούνταν προς πώληση.

Η πληροφορία δεν προέρχεται από μεταγενέστερη αφήγηση. Καταγράφεται στις αναφορές του Βρετανού προξένου William Thomas Meyer, ο οποίος παρακολουθούσε τα γεγονότα από την περιοχή. Στις 11 Μαΐου 1826 έγραφε ότι μεγάλος αριθμός από τους «δυστυχείς Έλληνες σκλάβους από το Μεσολόγγι» έφθανε καθημερινά στην Άρτα και την Πρέβεζα.

Και πρόσθετε μια ακόμη πιο συγκεκριμένη πληροφορία: όσοι δεν είχαν συγγενείς ή φίλους ικανούς να συγκεντρώσουν τα χρήματα για την εξαγορά τους πωλούνταν δημόσια σε δημοπρασία.

Η μαρτυρία του Meyer δίνει στην Άρτα μια θέση σε μια ιστορία που μέχρι σήμερα συνδέεται στη συλλογική μνήμη κυρίως με το ίδιο το Μεσολόγγι και την Έξοδο. Για ένα διάστημα μετά την πτώση της πόλης, η Άρτα υπήρξε ένας από τους τόπους στους οποίους οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι και πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις ανθρώπων.

Πριν από την Έξοδο: οι κάτοικοι του Αιτωλικού στην Άρτα

Χρειάζεται, ωστόσο, να διακρίνουμε αυτή την ιστορία από ένα άλλο γεγονός που είχε προηγηθεί λίγες εβδομάδες.
Τον Μάρτιο του 1826, μετά τη συνθηκολόγηση του Αιτωλικού, περίπου 3.000–3.500 κάτοικοί του μεταφέρθηκαν στην Άρτα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν σκλάβοι.

Η ασφαλής αποχώρησή τους αποτελούσε όρο της συνθηκολόγησης και η Άρτα χρησιμοποιήθηκε ως τόπος προσωρινής εγκατάστασής τους πριν μπορέσουν να συνεχίσουν την πορεία τους.

ιστορία με την Άρτα βρίσκεται ο Πάνος Γαλάνης, γνωστός ως Μεγαπάνος, ισχυρός πρόκριτος του Ξηρομέρου και ένας από τους διαπραγματευτές της παράδοσης του Αιτωλικού. Η δική του τύχη υπήρξε διαφορετική από εκείνη της μεγάλης πλειονότητας των κατοίκων. Ο γιος του αναφέρει αργότερα τον πατέρα του ως «αιχμαλωτισθέντα εις την πτώσιν του Αιτωλικού» και σημειώνει ότι πέθανε στην Άρτα. Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του παραμένουν άγνωστες.

Η αναφορά του Meyer της 7ης Ιουνίου μάς επιτρέπει να δούμε καλύτερα το μέγεθος αυτής της μετακίνησης. Ο Βρετανός πρόξενος υπολόγιζε σε περίπου 3.600 όσους είχαν λάβει αμνηστία και ανέφερε ότι περίπου 3.500 είχαν φθάσει στην Άρτα γύρω στις 20 Μαρτίου.

Σημείωνε όμως και μια σκοτεινότερη πλευρά της συμφωνίας: περίπου εκατό νεαρές γυναίκες και κορίτσια είχαν κρατηθεί, ενώ προσωρινά κρατήθηκαν και περίπου τριάντα από τους σημαντικότερους άνδρες.

Η διάκριση έχει σημασία. Μέσα σε λίγες εβδομάδες η ίδια πόλη συνδέθηκε με δύο διαφορετικές συνέπειες της τελευταίας φάσης της πολιορκίας: πρώτα με τη μεταφορά των κατοίκων του Αιτωλικού ύστερα από συμφωνία και, μετά την Έξοδο της 10ης Απριλίου, με την άφιξη ανθρώπων που είχαν αιχμαλωτιστεί.

Μετά την Έξοδο

Η Έξοδος του Μεσολογγίου τη νύχτα της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826 άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς και αιχμαλώτους. Ανάμεσα σε όσους συνελήφθησαν βρίσκονταν πολλές γυναίκες και παιδιά. Οικογένειες διαλύθηκαν μέσα σε λίγες ώρες και οι αιχμάλωτοι διασκορπίστηκαν σε διαφορετικούς τόπους.

Για πολλούς από αυτούς άρχιζε μια δεύτερη δοκιμασία: η μεταφορά μακριά από το Μεσολόγγι και η αβεβαιότητα για το αν υπήρχε κάποιος που γνώριζε πού βρίσκονταν και μπορούσε να ενδιαφερθεί για την τύχη τους.

Οι ειδήσεις για την αιχμαλωσία τους έγιναν πολύ γρήγορα γνωστές στα Επτάνησα και από εκεί πέρασαν στην ευρωπαϊκή διπλωματική αλληλογραφία και στον Τύπο.

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή εμφανίζονται επανειλημμένα η Άρτα και η Πρέβεζα. Οι δύο πόλεις βρίσκονταν κοντά στα βρετανικά Επτάνησα και αποτελούσαν σημεία από τα οποία οι πληροφορίες μπορούσαν σχετικά γρήγορα να φθάσουν στην Κέρκυρα.

Στις 11 Μαΐου, μόλις έναν μήνα μετά την Έξοδο, ο Meyer ενημέρωνε από την Πρέβεζα ότι αιχμάλωτοι από το Μεσολόγγι έφθαναν καθημερινά τόσο εκεί όσο και στην Άρτα.

Η συνέχεια της αναφοράς του είναι ίσως ακόμη σημαντικότερη. Η δυνατότητα ενός αιχμαλώτου να ανακτήσει την ελευθερία του εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη ανθρώπων που μπορούσαν να κινητοποιηθούν για λογαριασμό του.

Όποιος είχε συγγενείς ή φίλους ικανούς να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα χρήματα μπορούσε να ελπίζει σε εξαγορά. Για τους υπόλοιπους, σύμφωνα με τον Meyer, ακολουθούσε δημόσια πώληση.

Δεν γνωρίζουμε ακόμη πού ακριβώς στην Άρτα πραγματοποιούνταν αυτές οι πωλήσεις. Κανένα από τα τεκμήρια που έχουν μέχρι σήμερα εντοπιστεί δεν κατονομάζει συγκεκριμένο χώρο, αγορά ή κτίριο.

Αυτό είναι ένα από τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά. Γνωρίζουμε όμως ότι η πόλη κατονομάζεται ρητά ως τόπος άφιξης και πώλησης αιχμαλώτων.

Οι ειδήσεις φθάνουν στην Ευρώπη

Οι πληροφορίες δεν έμειναν κλεισμένες στην προξενική αλληλογραφία. Μέσα σε λίγες εβδομάδες είχαν φθάσει στον ευρωπαϊκό Τύπο.
Στις 15 Ιουνίου 1826 η γαλλόγλωσση εφημερίδα Mathieu Laensbergh, δημοσιεύοντας ανταπόκριση από την Κέρκυρα της 17ης Μαΐου, περιέγραφε την τύχη των γυναικών και των παιδιών που είχαν αιχμαλωτιστεί μετά την πτώση του Μεσολογγίου.

Η διατύπωση ήταν σκληρή: οδηγούνταν, έγραφε η εφημερίδα, στην Άρτα και την Πρέβεζα και εκεί πωλούνταν «σαν ζώα».

Ανάλογες πληροφορίες κυκλοφορούσαν και σε άλλες ευρωπαϊκές εφημερίδες. Το Osservatore Triestino, η Diaria di Roma και άλλα έντυπα μετέφεραν ειδήσεις για την τύχη των αιχμαλώτων, ενώ το ζήτημα έφθασε ακόμη και στα κοινοβούλια της Γαλλίας και της Βρετανίας.

Έτσι, ένα γεγονός που συνέβαινε στην οθωμανική μεθόριο της Ηπείρου γινόταν μέσα σε λίγες εβδομάδες ευρωπαϊκή είδηση. Και μαζί με το όνομα του Μεσολογγίου εμφανίζονταν σε αυτές τις ειδήσεις τα ονόματα της Άρτας και της Πρέβεζας.

Άνθρωποι με τιμή εξαγοράς

Πίσω από τις προξενικές αναφορές και τις εφημερίδες βρίσκονταν, όμως, πραγματικοί άνθρωποι.
Η αιχμαλωσία δεν σήμαινε πάντοτε ότι η τύχη ενός ανθρώπου είχε οριστικά κριθεί.

Υπήρχε η δυνατότητα εξαγοράς. Αυτό όμως σήμαινε ότι έπρεπε κάποιος να μάθει πού βρισκόταν ο αιχμάλωτος, να επικοινωνήσει με συγγενείς ή άλλους ενδιαφερόμενους, να συγκεντρώσει χρήματα, να τα μεταφέρει και να μεσολαβήσει για την απελευθέρωσή του.

Η παρατήρηση του Meyer για τους συγγενείς και τους φίλους αποκαλύπτει ίσως την πιο ανθρώπινη πλευρά αυτής της διαδικασίας. Δύο άνθρωποι που είχαν αιχμαλωτιστεί την ίδια νύχτα μπορούσαν να έχουν εντελώς διαφορετική τύχη.

Ο ένας μπορούσε να εξαγοραστεί επειδή κάποιος γνώριζε ότι ζούσε, τον αναζητούσε και διέθετε ή κατάφερνε να συγκεντρώσει τα χρήματα. Ο άλλος, χωρίς συγγενείς, γνωριμίες ή οικονομική βοήθεια, μπορούσε να οδηγηθεί στη δημόσια πώληση.

Ένα γράμμα μπορούσε να περάσει από την Ήπειρο στην Κέρκυρα και από εκεί στη Γενεύη, τη Βενετία ή άλλη ευρωπαϊκή πόλη. Χρήματα που συγκεντρώνονταν από φιλελληνικές επιτροπές μπορούσαν να ακολουθήσουν την αντίστροφη πορεία. Πίσω από κάθε επιτυχημένη εξαγορά υπήρχε επομένως μια αλυσίδα ανθρώπων που συχνά δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους.

Χαρακτηριστική είναι μια επιστολή της 21ης Ιουλίου 1826 προς τον Ελβετό φιλέλληνα Jean-Gabriel Eynard. Σε αυτή γίνεται λόγος για ανθρώπους που εξακολουθούσαν να βρίσκονται «στα δεσμά στην Άρτα και την Πρέβεζα». Τρεις μήνες μετά την Έξοδο, λοιπόν, η παρουσία αιχμαλώτων στις δύο πόλεις εξακολουθούσε να απασχολεί όσους προσπαθούσαν να οργανώσουν την εξαγορά τους.

Τι γνωρίζουμε και τι ακόμη αγνοούμε

Διακόσια χρόνια αργότερα, τα τεκμήρια μάς επιτρέπουν να αποκαταστήσουμε ένα μέρος αυτής της ιστορίας, όχι όμως ολόκληρη.
Γνωρίζουμε ότι αιχμάλωτοι του Μεσολογγίου μεταφέρθηκαν στην Άρτα.

Γνωρίζουμε ότι άνθρωποι που δεν διέθεταν συγγενείς ή φίλους ικανούς να καταβάλουν λύτρα πωλούνταν δημόσια στο σκλαβοπάζαρο. Γνωρίζουμε επίσης ότι η Άρτα κατονομάζεται μαζί με την Πρέβεζα σε προξενικές αναφορές, ευρωπαϊκές εφημερίδες και αλληλογραφία σχετική με τις προσπάθειες εξαγοράς.

Δεν γνωρίζουμε όμως ακόμη πόσοι αιχμάλωτοι πέρασαν συνολικά από την Άρτα. Δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς κρατούνταν ούτε σε ποιο σημείο της πόλης γίνονταν οι πωλήσεις.

Δεν γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι αγοραστές ούτε πόσοι τελικά απέκτησαν ξανά την ελευθερία τους μέσω οργανωμένων εξαγορών. Και, το σημαντικότερο, δεν διαθέτουμε ακόμη τους καταλόγους με τα ονόματα των αιχμαλώτων, στους οποίους γνωρίζουμε από την αλληλογραφία της εποχής ότι γίνονταν αναφορές.

Αυτά τα κενά δεν μειώνουν τη σημασία όσων γνωρίζουμε. Αντίθετα, δείχνουν πόσο μεγάλο μέρος της ιστορίας μένει ακόμη να ερευνηθεί.
Για την Άρτα, πάντως, ένα στοιχείο μπορεί πλέον να ειπωθεί με βεβαιότητα: μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου η πόλη βρέθηκε πάνω στη διαδρομή της αιχμαλωσίας. Άνθρωποι που είχαν επιζήσει από την καταστροφή έφθασαν εδώ ως αιχμάλωτοι και κάποιοι από αυτούς οδηγήθηκαν προς πώληση.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας

Την ίδια εποχή που αιχμάλωτοι έφθαναν στην Άρτα, χρήματα, επιστολές και πληροφορίες άρχισαν να κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Από την Κέρκυρα, τη Βενετία, τη Γενεύη και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις οργανώνονταν προσπάθειες για τον εντοπισμό και την εξαγορά τους. Και μέσα στα έγγραφα αυτών των προσπαθειών εμφανίζονται άνθρωποι που κατάγονταν από την Άρτα, το Κομπότι και το Πέτα.

Είναι η δεύτερη όψη της ίδιας ιστορίας: όχι πλέον η πορεία προς την αιχμαλωσία, αλλά η προσπάθεια επιστροφής στην ελευθερία. Αυτή την πλευρά της ιστορίας, και ιδιαίτερα την παρουσία Αρτινών στις προσπάθειες εντοπισμού, εξαγοράς και απελευθέρωσης των αιχμαλώτων, θα εξετάσουμε στο επόμενο άρθρο.

Βιβλιογραφία

Αναστασία Καρρά, Η Άρτα μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (1826). Αιχμάλωτοι, αγορές ανθρώπων και δίκτυα εξαγοράς, 2026.