Περί αρνητικότητας

Γράφει η Παναγιώτα Π. Λάμπρη,
πεζογράφος – ποιήτρια

Παρατηρώντας την αρνητικότητα διαρκείας που ποικιλότροπα εκφράζεται στον δημόσιο βίο, ήρθαν στον νου μου τα λόγια του επιφανούς ζωγράφου, Γιάννη Τσαρούχη (1910-1989), ο οποίος έλεγε πως «στην Ελλάδα βλέπουμε μόνο τη δυσάρεστη και την αδύνατη πλευρά κάθε πράγματος. Όλοι ξέρουν το τι δεν γίνεται και, ικανοποιημένοι με την απαισιόδοξη γνώμη τους, κατηγορούν κάθε άνθρωπο που έχει δράση και προσπαθεί να κάνει κάτι τι».

Δεν γνωρίζω πόσοι από τους αναγνώστες του παρόντος κειμένου θα συμφωνήσουν μαζί του, αλλά θεωρώ σχεδόν βέβαιο πως όλοι έχουν κάνει παρόμοιες διαπιστώσεις στο κοντινό ή στο ευρύτερο περιβάλλον τους.

Και τούτο, διότι όσοι κατατρύχονται από τέτοια στάση ζωής η ύπαρξή τους έχει ποτιστεί βαθιά με αρνητικότητα και δεν τους αφήνει να δουν ό,τι θετικό υπάρχει, τόσο στους ίδιους όσο και γενικότερα, κάτι που με κάθε ευκαιρία εκφράζουν, μεταφέροντας μ’ έναν τρόπο και σ’ άλλους τη μίζερη θέασή τους για τη ζωή.

Είναι όλα τέλεια και δεν δικαιολογούν καμία αρνητική σκέψη ή δημόσια διατύπωσή της; Όχι, βέβαια! Όμως αξιολογώντας όσα καλά έχει ο καθένας στην προσωπική του ζωή, αλλά και κείνα τα οποία έρχονται ως δωρεά από τον κοινωνικό περίγυρο, από τη φύση και διάφορες άλλες πηγές, θα είχε ενδιαφέρον να δει με διαφορετικό τρόπο όσα εισπράττει ως άσχημα ή ακόμα και ως συμφορά.

Και μέσα από μια σταδιακή προσπάθεια αυτογνωσίας δεν θα βλέπει πλέον μόνο τα δυσάρεστα, που ούτως ή άλλως συμβαίνουν και θα συμβαίνουν, αλλά θα έχει τη δυνατότητα να αντικρίζει τα καλά του πεπερασμένου βίου του, τα οποία ως γνωστόν δεν είναι αυτονόητα ούτε δια παντός εξασφαλισμένα.

Μάλιστα, δεν απαιτούνται δύσκολες ενέργειες, για να κατακτήσει κάποιος, κατά το δυνατόν, την αυτογνωσία, βασικό συστατικό της μείωσης ή και της ελαχιστοποίησης της αρνητικότητας και κατ’ επέκταση της προσέγγισης ή και της επίτευξης της επί γης ευτυχίας, με την Πυθαγόρεια σχετική μέθοδο ν’ αποδεικνύεται πάντα επίκαιρη και σωτήρια για όποιον τα βήματά της ακολουθεί.

Φυσικά, δεν θα τη μεταφέρουμε εδώ σ’ όλη την έκτασή της και θα γίνει αναφορά στα βασικά ερωτήματα αυτοελέγχου που συμβάλλουν στην αυτογνωσία, τα οποία ο καθένας οφείλει να κάνει κάθε βράδυ, πριν πέσει για ύπνο! Να ρωτά, δηλαδή, τον εαυτό του: «Πού έσφαλα;», «Τι καλό έκανα;», «Ποιο καθήκον μου παρέλειψα;» Τρία απλά, αλλά σημαντικά, ερωτήματα, τα οποία ασκούν ατομική αξιολόγηση βελτίωσης, θα λέγαμε, χρήσιμη για όλους, αρκεί να συνιστούν μέρος της καθημερινότητά τους, διότι ουδείς μπορεί να υποχρεώσει ουδένα στην προσπάθεια εσωτερικής εξέλιξης, η οποία πολλά καλά κομίζει.

Αν, λοιπόν, αυτό θεωρείται για κάθε άτομο αναγκαίο, οι ενασχολούμενοι με τον δημόσιο βίο οφείλουν να το κάνουν πράξη ακόμα περισσότερο, διότι η απήχηση της αρνητικότητάς τους και η απουσία αυτοελέγχου και αυτογνωσίας δεν επηρεάζουν μόνο τη δική τους ζωή, αλλά και πλείστων άλλων.

Και η δημόσια συμπεριφορά αφορά λιγότερο ή περισσότερο όλους μας και ειδικότερα όσους κατέχουν δημόσιες θέσεις ή βήμα απ’ όπου απευθύνονται σε κόσμο, οι οποίοι οφείλουν να μη μιλούν πάντα με αρνητικό πρόσημο, διότι, όπως και να το κάνουμε, η ζωή δεν έχει μόνο δυσάρεστη όψη. Και τούτο, διότι, πέραν άλλων, βλάπτει και τους ίδιους σε επίπεδο αξιοπιστίας.

Δεν μπορεί να παρατηρείς την πραγματικότητα, να ζεις μέσα σ’ αυτή ως ενεργός πολίτης, συχνά εκλεγμένος, και να διατείνεσαι πως όλα είναι μαύρα, πως τίποτα καλό δεν γίνεται και πως εσύ, όταν σου δοθεί η ευκαιρία, θα τα κάνεις όλα τέλεια, ισχυρισμός που από μόνος του καταρρίπτεται.

Επιπρόσθετα, η διαρκώς διαχεόμενη αρνητικότητα και μεμψιμοιρία, συχνά συνοδευόμενη από κακία, θυμίζει τον μύθο του Αισώπου, «Ο Γέρος και ο Θάνατος», στον οποίο «Κάποιος γέρος ξυλοκόπος κουβαλούσε ένα βαρύ φορτίο ξύλων και είχε εξαντληθεί. Απελπισμένος από τις δυσκολίες της ζωής, άφησε κάτω το φορτίο και άρχισε να φωνάζει τον Θάνατο, λέγοντας πως δεν άντεχε άλλο. Ξαφνικά ο Θάνατος εμφανίστηκε μπροστά του και τον ρώτησε: “- Με φώναξες. Τι θέλεις;” Ο γέρος, τρομαγμένος, απάντησε: “- Ήθελα μόνο να με βοηθήσεις να σηκώσω πάλι το φορτίο μου!”».

Συμπερασματικά, ας κοιτάξουμε προσεκτικά μέσα μας και θα δούμε πως έχουμε πολλούς λόγους να είμαστε ευχαριστημένοι! Και κυρίως, ας σκεφτούμε πόσα απ’ όσα έχουμε στη ζωή μας είμαστε έτοιμοι να τα χάσουμε και τι θα σήμαινε η απώλειά τους για μας κι ας πάψουμε να ελπίζουμε στο καλύτερο, περιμένοντας το χειρότερο!

Διότι ό,τι μας συμβαίνει συνδυάζεται με όσα πιστεύουμε και αγωνιζόμαστε να πετύχουμε. Άλλωστε, κανείς δεν συνάντησε τη χαρά μεμψιμοιρώντας και μιλώντας συνεχώς για ό,τι άσχημο συμβαίνει ή κατηγορώντας ανυπόστατα όσους ζουν δημιουργικά και παραγωγικά ή απλά διαφορετικά, και κυρίως παραβλέποντας πως ο μεγαλύτερος εχθρός ενός εκάστου δεν είναι οι άλλοι, αλλά ο εαυτός του.