Σε ’κείνους που χάθηκαν με τον πιο φρικτό τρόπο στη Μικρασιατική Καταστροφή και στους όπου γης σταυρωμένους…

Γράφει η Χαρά Παπαβασιλείου-Κουμουλλή

Δεν είσαι ο πρώτος, μήτε κι ο στερνός Εσταυρωμένος,
Γλυκέ Ιησού, στον κόσμο αυτόν της πίκρας και του φτόνου.
Κι όμως η δόξα σου άσπιλη μες στων θνητών το γένος.
Είσαι δεν είσαι γιος Θεού-μα είσαι Θεός του πόνου.
Γιοζέφ Ελιγιά, ΙΗΣΟΥΣ

Αληθινή ιστορία

Αχάραγα η Αγγελική κι ο Σταυρής πήραν το δρόμο για τ’ Αλάτσατα, μπας και προλάβαιναν ζωντανά τα παιδιά τους. Οι Τούρκοι τα πήραν μαζί με τους άλλους «επίορκους» του χωριού δήθεν για ανακρίσεις και με τη διαβεβαίωση πως δε θα τα πείραζαν. Τα μηνύματα όμως κάθε άλλο, παρά ενθαρρυντικά ήταν. Από κάποιους που κρύβονταν στα χωράφια κι έβγαιναν νύχτα σαν τους αρουραίους, ώρα που και ο σπιούνος του χωριού κοιμόταν, πληροφορούνταν τα εγκλήματα των Τούρκων. Πως τους επιζήσαντες απ’ τα μέτωπα του πολέμου τους εκτέλεσαν κιόλας.
Με το γαϊδουράκι τους όμως εκείνοι φορτωμένο ένα γερό μπαξίσι και την ελπίδα να τρεμουλιάζει μέσα τους, όπως στο ετοιμόσβηστο καντήλι, βάδιζαν στην ερημία. Η αυγή ανέμελη και δροσερή σκορπίστηκε στη φύση. Στα περιβόλια οι καρποί στραφτάλιζαν στα δέντρα και στ’ αμπέλια, παρατημένοι, όπως και οι άνθρωποι, στο έλεος του εχθρού.

Σβαρνώντας τα πόδια τους απ’ όσα τους βάραιναν, ο δρόμος Ρεϊσντερέ-Αλάτσατα δεν έλεγε να τελειώσει. Ανήμπορα τα κορμιά τους προχωρούσαν. Ωστόσο τώρα διέκριναν τις γραμμές του μοναστηριού του Αϊ-Νικόλα, με πρώτη την καμπύλη του τρούλου της εκκλησιάς του. Κι εκείνο που από μακριά φαινόταν σαν υποψία λεπτόκορμου καμπαναριού δεν ήταν ούτε καν ο φανοστάτης που είχαν νομίσει, καθώς έφταναν όλο και πιο κοντά. Διέκριναν κάτι σαν τον φανό να στέκεται στην κορυφή της κολόνας. Μα δεν ήταν ο φανός που είχαν νομίσει. Έμοιαζε περισσότερο με ανθρώπινη κεφαλή. Ναι! Το είδαν καθαρά. Δεν έμοιαζε. Ήταν κεφάλι ανθρώπου και το σώμα του πάνω στον στύλο. «Σαν το σώμα σου, Χριστέ μου», ψιθύρισε η Αγγελική, κάνοντας το σταυρό της. Ίσως και του Πολύδωρου την ώρα του μαρτυρίου του, θέλοντας από κάπου να κρατηθεί, εκεί να ταξίδεψε ο νους. Στον Καρνίου Τόπο, που ήταν τώρα το δικό του χωριό. Βιάζοντας το βήμα τους σύρθηκαν από μπροστά να δουν. Κι όπως τους αποκαλύφτηκε καταπρόσωπο η ανθρώπινη θηριωδία, «Παιδάκι μου», ρέκαξε η μάνα, τρομάζοντας τα κουρνιασμένα στα δέντρα πουλιά, που παρατώντας τις φωλιές τους πέταξαν μακριά και σαν σύννεφο σκέπασαν τον ουρανό, εμποδίζοντας τον ήλιο να βγει.

Κι άλλο σμήνος αλαλιασμένα περδικούλια, ξεφυτρώνοντας απ’ τα θάμνα φτερούγισαν, όπως τα όνειρα για τη ζωή, σκεπάζοντας με το γκρίζο πέπλο τους τη γη. Ο Πολύδωρος, ανασκολοπισμένος με πηγμένα στο πρόσωπο και πάνω στο χώμα τα αίματα, ήταν μια κατάφορη προσβολή στα πλάσματα της φύσης. Κι ανήμπορα μπροστά στην τόση ανθρώπινη αναλγησία, το μόνο που τους απέμεινε ήταν η συμπαράσταση στον πόνο της μάνας.
Γονατιστή στα πόδια του παιδιού της σουρομαδιόταν πότε σκυφτή και πότε σηκώνοντας το κεφάλι στο ματωμένο πρόσωπό του. «Παιδί μου, πώς σε κατάντησαν τα σκυλιά! Αχ η έρμη εγώ! Η φόνισσα! Σε πήρα στο λαιμό μου, παιδάκι μου!» Με τη μαντήλα της μουσκεμένη απ’ τα δάκρυα σκούπιζε τα αίματα των ποδιών του. Τ’ αγκάλιαζε, τα φιλούσε, ακουμπούσε τα μάγουλά της, σαν να θελε να τους διώξει την παγωνιά. Κι ο Σταυρής διπλωμένος κι εκείνος με το κεφάλι του ν’ αγγίζει τη ματωμένη γη, ζητούσε συγχώρηση απ’ τον Πολύδωρο κι απ’ τον Θεό.
Κόντεψε μεσημέρι.

Σκούζοντας μπήκαν στο μοναστήρι να ζητήσουν βοήθεια για την ταφή. Νέκρα όμως κι εκεί. Έψαξαν και βρήκαν σεντόνι για να τυλίξουν το νεκρό σώμα. Πήγαν να βγάλουν νερό απ’ το πηγάδι. Γύρισαν το μαγκάνι αμολώντας την τριχιά με τον κουβά δεμένο στην άκρη. Μα αντί για το πλατσούρισμα του νερού, ακούστηκε ένα «γκουπ» απ’ το χτύπο του κουβά πάνω σε κάτι σκληρό. Έσκυψαν και η φρίκη τους πήρε ξανά στο κατόπι. Πάτος του ήταν τα τουμπανισμένα σώματα καλογραιών. Έτσι εξηγήθηκε και η ελαφρά δυσοσμία που χτύπησε τα ρουθούνια τους, με το που έσκυψαν στα χείλη του πηγαδιού. Πρόσφατος ο πνιγμός δεν είχε γίνει αρκετά αισθητή. Από κάποια κιούπια βρήκαν το απαραίτητο νερό, το λάδι και τα μυρωδικά που συνοδεύουν το ταξίδι των νεκρών στον Άδη. Αποκαθήλωσαν και μετέφεραν το σώμα του παιδιού τους σ’ ένα κελί. Το περιποιήθηκαν και το τύλιξαν σε πεντακάθαρο σεντόνι. Το ξάπλωσαν στην Αγία Τράπεζα κι αφού έψαλαν ό,τι απ’ την εξόδιο ακολουθία ήξεραν απ’ έξω, το έθαψαν στο κοιμητήριο του χωριού, όπου κοντά ήταν το μοναστήρι. Ανώνυμα και μακριά απ’ τους τάφους των προγόνων τους, για να μην το βεβηλώσουν ακόμα και νεκρό. Μοιρολογώντας έφυγαν με την καρδιά κομμάτια.

*Απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα της Χαράς Παπαβασιλείου-Κουμουλλή, ΥΠΟΣΧΕΣΗ. Με του Αιγαίου τα Κύματα, 1922, εκδόσεις Οσελότος.