Συνέντευξη της Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο «Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ», εκδόσεις Εστία;
Η ανακάλυψη ενός χαμένου, ιδιόγραφου αυτοβιογραφικού κειμένου του Ερνστ Τσίλλερ, μιας πολύτιμης πρωτογενούς πηγής που είχε διασωθεί -έστω σε μορφή παλαιού φωτοαντιγράφου- καταχωνιασμένης σε αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης το 2011, δεν μπορούσε παρά να με ενθουσιάσει και να ζητώ παντί τρόπω τη δημοσίευσή του. Στράφηκα προς έναν μικρό αλλά άξιο εκδοτικό οίκο (Peak Publishing), και με την οικονομική στήριξη φίλων, πετύχαμε ένα μικρό εκδοτικό θαύμα. Τρεις μέρες μετά τη διάθεσή του στα βιβλιοπωλεία, τον Φεβρουάριο του 2020, έγινε το lockdown, τα βιβλιοπωλεία έκλεισαν, όχι όμως και οι ηλεκτρονικές παραγγελίες. Αυτές μας έσωσαν, και μάλιστα σε μια περίοδο που ο κόσμος αναζητούσε νέα αναγνώσματα. Φυσικά, ο Τσίλλερ δεν ήταν άγνωστος. Πρόκειται για τον διασημότερο στον τόπο μας αρχιτέκτονα του όψιμου 19ου αιώνα, ενώ οι ιδιόχειρες σημειώσεις της πολυκύμαντης ζωής του ασκούν ακαταμάχητη γοητεία. Η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε και χρωστώ ευγνωμοσύνη στις εκδόσεις ΕΣΤΙΑ που τον Δεκέμβριο του 2021 ανέλαβαν την επανέκδοση των «Αναμνήσεων».

Πόσα χρόνια κάνατε για να συγκεντρώσετε αυτό το σπουδαίο υλικό; Ποιες ήταν οι δυσκολίες σας;
Όπως κάθε πρωτότυπη ερευνητική εργασία ήταν και αυτή απαιτητική, ιδίως όταν μεσολαβούσαν εξωτερικές παρεμβολές και ο χρόνος θρυμματίζονταν. Πρέπει να πέρασαν οκτώ χρόνια από τη στιγμή της ανακάλυψης μέχρι την έκδοση. Μια από τις δυσκολίες ήταν η μεταγραφή από το γερμανικό χειρόγραφο σε κείμενο αναγνώσιμης γραμματοσειράς Η/Υ, καθώς και η προσαρμογή στην σύγχρονη γερμανική ορθογραφία. Για διευκόλυνση του αναγνώστη προσέθεσα σημειώσεις, σχόλια και κατάλογο ονομάτων, εργασίες αρκετά επίπονες και απαιτητικές.

Γιατί προτιμήσατε την δίγλωσση έκδοση στα ελληνικά και τα γερμανικά;
Δεν ήθελα τα γερμανικάνα χαθούν στη μετάφραση,ακόμη κι αν η μετάφραση είναι δική μου. Ο αναγνώστης παρακολουθεί με άνεση τις δύο γλώσσες, τα γερμανικά στις αριστερές σελίδες και τα ελληνικά στις δεξιές. Ο γερμανόφωνος εξοικειώνεται με τα ελληνικά και ο ελληνόφωνος με τα γερμανικά. Οι φράσεις είναι σύντομες, η εξιστόρηση κυλά ευχάριστα, ενώ δεν λείπουν χιουμοριστικές αναφορές που κάνουν την ανάγνωση ακόμη πιο ευχάριστη. Άρα η δίγλωσση έκδοση εκπληρώνει και έναν εκπαιδευτικό σκοπό, από τη στιγμή που όλο και περισσότεροι μαθαίνουν γερμανικά ή ελληνικά αντίστοιχα Καιρός ήταν επίσης, οι γερμανόφωνοι ιστορικοί της αρχιτεκτονικής, ειδικά στην Σαξωνία, την πατρίδα του Τσίλλερ, αλλά και οι αναστηλωτές και σπουδαστές της ύλης αυτής, να πληροφορηθούν από πρώτο χέρι τη ζωή του αυτοβιογραφούμενου συμπατριώτη τους.

Ποιος ήταν ο Ερνστ Τσίλλερ;
Εκπαιδευμένος στα εργοτάξια του εργολάβου-αρχιτέκτονα πατέρα του, αλλά και στην υψηλού κύρους Πολυτεχνική Σχολή της Δρέσδης, δεν συνδέεται με τις αναζητήσεις των συγχρόνων του Ελλήνων συναδέλφων, που όπως ήταν φυσικό, ήταν πολύ χαμηλότερων προσδοκιών. Με έναν μοναδικό τρόπο, αυτές οι ιδιότητες τον επέβαλαν στην ελληνική οικοδομική. Επί δέκα χρόνια υπηρέτησε ως καθηγητής αρχιτεκτονικής στο Σχολείο των Τεχνών, άρα εκπαίδευσε πλήθος αρχιτεκτόνων και τεχνητών. Αγάπησε την Ελλάδα όχι μόνο για τις αρχαιότητες, αλλά προσέφερε απλόχερα τις γνώσεις του για έναν καλύτερο, θεμελιωμένο στις επιστήμες οικονομικό βίο των συμπατριωτών του. Ακριβώς έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, το 1923,ο Τσίλλερ παραμένει επίκαιρος, τα έργα του που συνδυάζουν αρχιτεκτονική γλυπτική και ζωγραφική είναι διαθέσιμα για έρευνα αλλά και για αποκατάσταση, όσα από αυτά δεν έχουν κατεδαφιστεί. Ασφαλώς ο ρόλος του δεν περιορίζεται στον αρχιτέκτονα που οικοδόμησε «μερικές ωραίες βίλλες πλουσίων».

Από τις προσωπικές του σημειώσεις ήρθε στην Ελλάδα πολύ νέος. Ποιος τον έφερε στην πατρίδα μας;
Πράγματι, στην Αθήνα έφθασε μαζί με τον Δανό αρχιτέκτονα και μέντορά του Θεόφιλο Χάνσεν, εγκατεστημένο στη Βιέννη τον Φεβρουάριο του 1861, 24 χρονών, χωρίς γνώση ελληνικών. Η Αθήνα εκείνη, ως ιδέα περισσότερο παρά ως ρεαλιστικό άθροισμα κτηρίων και ανθρώπων, τον ενθουσίασε κι ας γράφει ότι του φάνηκε «ένα μεγάλο χωριό».Ήταν ήδη ώριμος επαγγελματίας, έχοντας διατελέσει συνεργάτης στο ατελιέ του μεγαλύτερου αρχιτέκτονα της Βιέννης. Ορίστηκε από εκείνον ως εκπρόσωπος καθώς και οικονομικός διευθυντής στο εργοτάξιο της «Σιναίας Ακαδημίας των Επιστημών», έργο πανάκριβο και δύσκολο χορηγημένο από τον τραπεζίτη Σίμωνα Σίνα και μελετημένο από τον Χάνσεν. Ο Τσίλλερ το διηύθυνε με επιμονή, αυταπάρνηση και επιτυχία επί είκοσι και πλέον, τηρώντας συστηματική αλληλογραφία με τον μέντορά του.

Κατασκεύασε πολλά κτίρια τα οποία ήταν υπέροχα. Μπορείτε να μας αναφέρετε κάποια από αυτά;
Στο διάστημα που επέβλεπε το εργοτάξιο της Ακαδημίας υλοποίησε έναν εντυπωσιακό αριθμό μεγάρων αλλά και απλών κατοικιών. Ας αναφερθούν και τα δημοτικά θέατρα: στην Πάτρα το θέατρο «Απόλλων» (σώζεται) στη Ζάκυνθο το θέατρο «Φώσκολος» (κατεδαφίστηκε) και το σπουδαίο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών(κατεδαφισμένο). Η σημαντικότερη ιδιωτική ανάθεση της εποχής αυτής όμως είναι το πολυτελέστατο «Ιλίου Μέλαθρον», σημ. Νομισματικό Μουσείο, με πελάτη τον Ερρίκο Σλήμαν, με τον οποίο, εκτός από την εθνικότητα, τον συνέδεε η έρευνα για την Τροία. Περισσότερες λεπτομέρειες αναφέρει ο Τσίλλερ στις «Αναμνήσεις».

Πώς πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του;
Ως σοβαρός επαγγελματίας απέφυγε την ασφάλεια της δημοσιοϋπαλληλίας, επομένως δεν είχε κανένα λόγο να σταματήσει να εργάζεται. Ανάμεσα στα μεγαλύτερα έργα της ωριμότητας περιλαμβάνονται τα έργα για το «Αχίλλειο» στην Κέρκυρα κατ’ εντολή του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ της Γερμανίας. Οι οικονομικές δυσχέρειες που τον έπληξαν όπως και πολλούς Έλληνες της γενιάς του (πόλεμοι, κρατικές χρεωκοπίες, οικονομική αστάθεια, άστοχες επενδύσεις), αντιμετωπίστηκαν με γενναιότητα. Στο βιβλίο θα βρείτε δημοσιευμένες επιστολές που απέστειλαν οι δύο κόρες στους συγγενείς στη Σαξωνία, όπου εξιστορούνται τα δραματικά περιστατικά της πτώχευσης του πατέρα.

Υπάρχουν συγγενείς του από τα παιδιά του;
Με τη γυναίκα του, τη διάσημη πιανίστρια Σοφία Τσίλλερ-Δούδου απέκτησε πέντε παιδιά, τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Τεκνοποίησαν μόνο δύο από τα κορίτσια, απόγονοι, εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχουν.

Ποια είναι η αντιμετώπιση της σημερινής πολιτείας στα λίγα κτίρια που έμειναν και κατασκευάστηκαν από την εποχή του Τσίλλερ;
Με γνώμονα την αγοραστική αξία της γης και την αστυφιλία, κατεδαφίστηκαν αλύπητα τα ιδιωτικά μέγαρα αλλά και πολλά δημόσια κτήρια της εποχής. Αναπόφευκτα έφθασε όμως πια η ώρα να σταματήσουμε την τέλεση μνημόσυνων και να θρηνούμε την εξαφάνισή τους. Η πολιτεία έχει όντως θέσει αρκετά από αυτά τα κτήρια υπόκρατική προστασία χωρίς όμως σπουδαία αποτελέσματα. Μια νέα κατοίκηση θα εξασφάλιζε ζωή στις παλιές αυτές αλλά ανθεκτικές κατασκευές. Όσα από τα ιδιωτικά μέγαρα με υπογραφή Τσίλλερ, αλλά και άλλων ευρωπαίων αρχιτεκτόνων που εργάστηκαν στην Αθήνα, διασώθηκαν, στεγάζουν πρεσβείες, τράπεζες, δικαστικά μέγαρα, ξενοδοχεία. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η μορφωμένη τάξη έδειξε πώς απεμπολούνται πάτριες ανατολικές παραδόσεις και αναζήτησε περιεχόμενο ζωής στα κυρίαρχα ευρωπαϊκά ρεύματα, ανάμεσά τους αποδέχθηκε ευτυχώς τη λόγια αρχιτεκτονική. Δεν θα έβλαπτε εάν η ίδια προσπάθεια επανεκκινούσε τον 21ο αιώνα.

Πώς νιώθετε που το βιβλίο εκδόθηκε σε μια εξαιρετική έκδοση και κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία;
Τεράστια χαρά και περηφάνεια που το αποτέλεσμα της δουλειάς μου βρήκε τη θέση του στον ιστορικότερο εκδοτικό οίκο της Αθήνας, στο «βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ».