
Συνέντευξη του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη στη Μίνα Πετροπούλου για τη στήλη “ΔΙΑΓΩΝΙΩΣ”
Υπάρχουν συγγραφείς που συστήνονται όχι μόνο μέσα από τα βιβλία τους αλλά και από την παρουσία τους στον χώρο των γραμμάτων που διαχέεται σε πολλαπλές διαδρομές και συναντήσεις. Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης είναι ένας τέτοιος δημιουργός…
Πολυγραφότατος αλλά ταυτόχρονα χαμηλόφωνος, δραστήριος χωρίς θόρυβο και σταθερά προσηλωμένος στο βιβλίο, έχει διαμορφώσει μια ιδιαίτερη παρουσία που δεν περιορίζεται στην προσωπική δημιουργία, αλλά επεκτείνεται στη στήριξη συλλογικών προσπαθειών και στην ανάδειξη νέων φωνών.
Με αφορμή αυτήν τη μακρά και πολυσχιδή διαδρομή, συνομιλήσαμε για τη λογοτεχνία, τη μνήμη, τις κοινότητες των δημιουργών, τις μεταμορφώσεις του βιβλίου και όσα εξακολουθούν να δίνουν νόημα στη σχέση μας με την ανάγνωση και τη γραφή.
Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στην Αθήνα, κατάγεστε από τη Λέσβο και εδώ και πολλά χρόνια ζείτε στο Μενίδι Αιτωλοακαρνανίας. Ποιος από αυτούς τους τόπους έχει αφήσει το βαθύτερο αποτύπωμα στον τρόπο που διαβάζετε και γράφετε τον κόσμο;
Και οι τρεις τόποι. Ο γενέθλιος τόπος, το Αιγάλεω όπου γεννήθηκα και έμεινα με μικρές απουσίες μέχρι τα 34 χρόνια μου και πήρα τις μυρουδιές και τις μνήμες που κουβαλώ πάνω μου.
Ο τρόπος ζωής μου διαμορφώθηκε στα δυτικά προάστια, παίζοντας και κάνοντας φίλους στο αγαπημένο Άνω Λιούμη Αιγάλεω. Στη Λέσβο τα καλοκαίρια κοντά στους συγγενείς μου, γνώρισα την ιστορία κι έψαξα τις ρίζες των παππούδων μου.
Στο Μενίδι Αιτωλοακαρνανίας ζω μόνιμα από το 2002, δηλαδή 24 χρόνια. Δραστηριοποιούμαι στην Άρτα και συμμετέχω ενεργά στην πνευματική κίνηση της πόλης.
Στο Μενίδι και στην Άρτα άνοιξα μια νέα πόρτα και περπάτησα ένα νέο δρόμο: νιώθω ευτυχισμένος και έχω καλούς φίλους που μας συνδέει ο σεβασμός και η αγάπη. Να συμπληρώσω ότι για πέντε χρόνια έζησα στο Μόναχο όπου εργάστηκα ως δάσκαλος στο Ευρωπαϊκό Σχολείο κι ένα χρόνο στην Αγγλία που έκανα μεταπτυχιακές σπουδές.
Η παραμονή μου σε αυτές τις δύο χώρες, με βοήθησε να μάθω πως σκέπτονται Γερμανοί και Άγγλοι.
Όλες αυτές οι εμπειρίες συνέβαλλαν στο να αποκτήσω δεξιότητες και τελικά να υλοποιήσω αυτό που ήθελα: να γράφω και να διαβάζω. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο τόπο γιατί πέρασα καλά όπου κι αν έμεινα: τους χρωστώ τις εμπειρίες της ζωής μου.
Σπουδάσατε Παιδαγωγικά και Θεολογία, ενώ η επαγγελματική σας πορεία συνδέθηκε με τη διδασκαλία. Τι σας δίδαξαν οι μαθητές σας για τη λογοτεχνία που ίσως δεν θα μπορούσε να σας διδάξει κανένα πανεπιστήμιο;
Το όνειρό μου ήταν να γίνω εκπαιδευτικός και να διδάξω. Από τα παιδιά έμαθα να είμαι απλός, προσιτός, να συγχωρώ, να μην κρατώ κακίες και να παλεύω να γίνω καλύτερος.
Από τους μαθητές μου εμπνεύστηκα κι έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα που αναφέρεται σε ένα δάσκαλο που προσπαθεί να μάθει στα παιδιά να διαβάζουν, να ζωγραφίζουν, να κάνουν θέατρο και να γράφουν την άποψή τους σε μια μαθητική εφημερίδα. Η καθημερινή επαφή με τα παιδιά του Δημοτικού Σχολείου σου δίνει απίστευτες ευκαιρίες.
Έχετε υπηρετήσει τη λογοτεχνία από πολλές θέσεις: συγγραφέας, ανθολόγος, επιμελητής, δημοσιογράφος, κριτικός. Σε ποια από αυτές τις ιδιότητες αισθάνεστε ότι αποκαλύπτεται περισσότερο ο πραγματικός Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης;
Στην γραφή. Γιατί δημιουργώ γράφοντας βιβλία. Είναι μαγική η διαδικασία να γεμίζουν οι άδειες σελίδες με διηγήματα και μυθιστορήματα, στα οποία βάζω όλη μου την ψυχή.
Με ιντριγκάρουν συγκεκριμένα πρόσωπα και θέματα. Έχω γράψει για τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή μυθιστόρημα , βιογραφία και γκράφικ νόβελ.
Ερεύνησα για το Νταχάου και έβγαλα στο φως προφορικές και επιστολικές μαρτυρίες για τους Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους. Ακόμη έχω γράψει μια τριλογία για την Άρτα. «Κάποτε στην Άρτα» , « Η λιτανεία» και «Οι σημειώσεις του φαροφύλακα». Θα έλεγα ότι αποκαλύπτομαι περισσότερο μέσα από τα δικά μου έργα.
Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η ατομική προβολή, εσείς έχετε επενδύσει συστηματικά σε συλλογικά εγχειρήματα. Τι μπορεί να πετύχει μια καλή ανθολογία ή ένα θεματικό αφιέρωμα που δεν μπορεί να πετύχει ένα μεμονωμένο βιβλίο;
Ένας συλλογικός τόμος συγκεντρώνει πολλούς συγγραφείς που γράφουν για ένα θέμα. Ο συντονισμός, η επιμέλεια και το σωστό πλάνο οδηγούν στην επιτυχία.
Αυτό αποδεικνύουν οι συλλογικοί τόμοι που κυκλοφορούν σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Ελληνοεκδοτική: «Γενέθλια Πόλη», «Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες», «Κύπρος», «Σμύρνη», «Κωνσταντινούπολη», «Αλεξάνδρεια» και ο συλλογικός τόμος για τα εκατό χρόνια του Ολυμπιακού.
ΕΛΠ. ΙΝΤΖ:«…Είναι μαγική η διαδικασία να γεμίζουν οι άδειες σελίδες με διηγήματα και μυθιστορήματα, στα οποία βάζω όλη μου την ψυχή. Με ιντριγκάρουν συγκεκριμένα πρόσωπα και θέματα. Έχω γράψει για τον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή μυθιστόρημα, βιογραφία και γκράφικ νόβελ. Ερεύνησα για το Νταχάου και έβγαλα στο φως προφορικές και επιστολικές μαρτυρίες για τους Έλληνες πολιτικούς κρατούμενους…»
Οι συλλογικοί τόμοι που επιμεληθήκατε γύρω από πόλεις και τόπους όπως η Αλεξάνδρεια, η Κωνσταντινούπολη ή η Κύπρος μοιάζουν να συνομιλούν με τη μνήμη του ελληνισμού. Τι αναζητάτε σε αυτούς τους τόπους: την ιστορία, τον μύθο ή τις χαμένες εκδοχές της συλλογικής μας ταυτότητας;
Και τα τρία μαζί. Η μνήμη είναι η σημαντικότερη. Στις παρουσιάσεις των συλλογικών τόμων έρχονται νέοι και ενήλικες που ενδιαφέρονται για την ελληνική ιστορία.
Πρόκειται για εκδόσεις που ιχνηλατούν τα χνάρια του ελληνισμού στον χώρο και στον χρόνο, αντίδοτο στη λήθη που μόνο δεινά μπορεί να επιφέρει: πρέπει να γνωρίζουμε την ιστορία μας γιατί σφυρηλατεί την ταυτότητά μας και μας δείχνει τον δρόμο για το μέλλον.
Έχετε συνομιλήσει με δεκάδες συγγραφείς. Μετά από τόσες συνεντεύξεις, ποιο θεωρείτε ότι είναι το κοινό χαρακτηριστικό των ανθρώπων που αφήνουν ουσιαστικό αποτύπωμα στα γράμματα;
Οι άνθρωποι που γράφουν έχουν τις δικές τους ιδιαιτερότητες οι οποίες αποκαλύπτονται μέσα από τις απαντήσεις τους στα ερωτήματα που τους θέτω. Μου αρέσει να ιχνηλατώ τον ψυχισμό και τις αξίες τους οι οποίες εν πολλοίς διαμορφώνουν και το έργο τους.
Συχνά είναι άνθρωποι κλειστοί, οπότε σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να προσπαθήσεις για να αποκρυσταλλώσεις τον εσωτερικό τους κόσμο. Είναι όμως μία διαδικασία γοητευτική που ποτέ δεν τη βαριέμαι.
Παρακολουθείτε επί δεκαετίες τη νεοελληνική λογοτεχνία. Ποιες αλλαγές θεωρείτε ότι υπήρξαν πραγματικά ουσιαστικές και ποιες αφορούσαν περισσότερο αλλαγή εντυπώσεων;
Οι νεότεροι συγγραφείς ασχολούνται με κοινωνικά θέματα. Η πλοκή έχει βελτιωθεί και τα μυθιστορήματα διαβάζονται ευχάριστα. Δεν πρέπει όμως να σκέφτεσαι αν το έργο σου θα γίνει σήριαλ, πόσα αντίτυπα θα πουλήσεις και αν θα διαβαστεί από Έλληνες και ξένους αναγνώστες.
Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό δεν είναι μεγάλο αλλά είναι αρκούντως απαιτητικό, άρα το θέμα που θα επιλέξεις πρέπει να είναι καλογραμμένο. Τα υπόλοιπα ανήκουν στον εκδοτικό οίκο που θα προωθήσει το βιβλίο σου.
Συχνά αναδεικνύετε νεότερους δημιουργούς. Τί είναι ευκολότερο; Να δημοσιεύσει κανείς ή να αποκτήσει πραγματική αναγνωστική παρουσία;
Η πιο εύκολη δημοσίευση είναι το διαδίκτυο. Η πιο δύσκολη διαδικασία είναι να βρεις εκδότη όταν γράψεις ένα μυθιστόρημα ή μία νουβέλα. Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Ποιος θα διαθέσει χρήματα για να εκδώσει το βιβλίο σου;
Όταν κάποιος είναι νέος, μπορεί κάποιος να εκμεταλλευτεί κάποιος την επιθυμία του να εκδώσει το βιβλίο του, με αποτέλεσμα να συμμετέχει οικονομικά σε αυτήν τη διαδικασία.
Από κει και πέρα υπάρχουν κι άλλες παράμετροι: ποιοι θα συστήσουν το βιβλίο με κείμενά τους όταν αυτό κυκλοφορήσει και ποιοι τελικά θα το αγοράσουν; Πιστεύω ότι οι νέοι υποψήφιοι συγγραφείς πρέπει να ψάξουν την αγορά και το κυριότερο να έχουν υπομονή. Είναι αρετή η υπομονή.
Πώς διαμορφώνεται η σχέση σας με έναν συγγραφέα όταν τον προσεγγίζετε ως επιμελητής και όχι ως αναγνώστης; Υπάρχει ένα λεπτό όριο ανάμεσα στην παρέμβαση και στον σεβασμό της φωνής του άλλου;
Πρώτα του λέω ότι είναι σημαντικός και μου αρέσει το έργο του. Έπειτα του δίνω ένα πλάνο για το τι θέλω, του μιλώ για το θέμα αλλά και για πιο πρακτικά ζητήματα, όπως ο αριθμός των λέξεων και τον χρόνο παράδοσης: εννοείται ότι το κείμενο πρέπει να είναι ανέκδοτο.
Σέβομαι τους συγγραφείς που συμμετέχουν στους συλλογικούς τόμους μου, γιατί διαφορετικά δεν θα τους πρότεινα καν να συμμετάσχουν σε όσα προτείνω και οργανώνω.
Έχετε ζήσει για πολλά χρόνια μακριά από το αθηναϊκό κέντρο. Η απόσταση από τα λογοτεχνικά και εκδοτικά δίκτυα λειτουργεί ως μειονέκτημα ή τελικά προσφέρει μια πιο καθαρή ματιά στα πράγματα;
Ζω για 24 συνεχή χρόνια μακριά από την Αθήνα. Βέβαια την επισκέπτομαι συχνά. Το να ζεις στην επαρχία ήταν μειονέκτημα πριν πολλά χρόνια. Σήμερα με το διαδίκτυο και τη συνέπεια σε όσα αναλαμβάνεις νομίζω ότι ξεπερνάς τη δυσκολία της απόστασης.
Έχει και θετικά η επαρχία: σου δίνει τη δυνατότητα να βλέπεις τα πράγματα από απόσταση. Και αυτό λειτουργεί ενισχυτικά στο συγγραφικό σου έργο.
Τα διηγήματά σας έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Όταν ένα κείμενο περνά σε μια άλλη γλώσσα, τι πιστεύετε ότι χάνει και τι κερδίζει;
Εξαρτάται από τον μεταφραστή. Κάποτε ρώτησαν ένα γνωστό ποιητή αν είναι ικανοποιημένος για μια μετάφραση του έργου του σε ξένη γλώσσα.
Ο ίδιος απάντησε ότι από τη μία χαίρεται αλλά από την άλλη δεν γνωρίζει τη γλώσσα για να κάνει μία ουσιαστική αποτίμηση. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι είναι θετικό να μεταφράζεται το έργο σου.
Από τις εκατοντάδες συναντήσεις σας με βιβλία και δημιουργούς, υπάρχει κάποιο βιβλίο ή κάποια συνομιλία που σας έκανε να αναθεωρήσετε βεβαιότητες χρόνων;
Είναι η συνομιλία μου με τον συγγραφέα Ίρβιν Γιάλομ για το βιβλίο του Η ηθική του Σπινόζα». Περιγράφει τη ζωή του φιλοσόφου και μας διηγείται πώς ο Ρόζενμπεργκ συνεργάτης του Χίτλερ χρησιμοποίησε τη φιλοσοφία του Σπινόζα για να εξοντώσει τους Εβραίους.
Στον δημόσιο λόγο σας διακρίνεται μια σταθερή πίστη στη σημασία της ανάγνωσης. Σήμερα που η προσοχή κατακερματίζεται διαρκώς, ποιος είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλος του βιβλίου: η τεχνολογία ή η βιασύνη;
Για να γράψεις πρέπει κατά διαστήματα να κλείνεις το κινητό και τον υπολογιστή και να απομονώνεσαι για να γράψεις, δίνοντας προτεραιότητα στην ανάγνωση ή στην γραφή.
Για να γίνει αυτό κατορθωτό πρέπει να ξεχάσεις τους εξωτερικούς περισπασμούς και να βάλεις μια ιεραρχία στο τι θέλεις στη ζωή σου. Η τεχνολογία είναι χρήσιμη ως εργαλείο για την καθημερινότητα ενώ η βιασύνη δεν ταιριάζει με την ανάγνωση και το γράψιμο που απαιτούν ηρεμία.
Αν σας ζητούσε ένας νέος συγγραφέας μία μόνο συμβουλή, ποια θα ήταν; Και ποια συμβουλή θα αποφεύγατε να του δώσετε;
Να διαβάζει , να είναι ήρεμος και να σχεδιάζει: να κάνει ένα πλάνο για το βιβλίο του. Δεν γράφουμε στην τύχη. Από την άλλη να μην κυνηγά την εύκολη επιτυχία. Ότι λάμπει δεν είναι χρυσός!
Έχετε υπηρετήσει το βιβλίο και ως συγγραφέας και ως άνθρωπος που φέρνει κοντά δημιουργούς, κείμενα και αναγνώστες. Πώς βλέπετε σήμερα αυτήν τη διπλή σας διαδρομή;
Έχω κατακτήσει μία ισορροπία ανάμεσα στις ιδιότητες του συγγραφέα και του επιμελητή. Ζω σε ένα μικρό χωριό και κάθε μέρα κάνω ό,τι μπορώ για να απολαύσω τη ζωή μέσα από τις εικόνες που μου δίνει δωρεάν η φύση και μετουσιώνονται σε συγγραφικές ιδέες.
Αν σας ζητούσα να επιλέξετε τρεις ανθρώπους των γραμμάτων —ζώντες ή μη— για ένα υποθετικό τραπέζι συζήτησης, ποιους θα καλούσατε και ποιο ερώτημα θα τους θέτατε πρώτο;
Μ. Καραγάτσης, Γιώργος Θεοτοκάς και Νότης Περγιάλης. Στον Μ. Καραγάτση θα ρωτούσα πως επέλεγε τα θέματα που έγραφε. Στον Γιώργο Θεοτοκά πως ένιωσε όταν έφυγε από την Κωνσταντινούπολη στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε και ήρθε στην Αθήνα.
Στον Νότη Περγιάλη , από που πήρε αυτήν τη γλυκιά και τρυφερή φωνή; Τρέμω όταν ακούω τη φωνή του στην κινηματογραφική ταινία «Τα κόκκινα φανάρια», να λέει : Όμορφη δεν είναι η ζωή Κατερίνα;
Η λογοτεχνία χρειάζεται περισσότερο τους πρωτοπόρους ή τους ανθρώπους που λειτουργούν ως γέφυρες ανάμεσα σε γενιές, τόπους και παραδόσεις; Και πού θα τοποθετούσατε τον εαυτό σας σε αυτή τη διάκριση;
Η λογοτεχνία χρειάζεται όλους τους ανθρώπους: και τους πρωτοπόρους και όσους λειτουργούν ως γέφυρες ανάμεσα σε γενιές , τόπους και παραδόσεις. Όσον αφορά τη δική μου παρουσία αυτό θα το κρίνει το αποτύπωμα που θα αφήσω: η διαδικασία είναι εν εξελίξει και νομίζω ότι είναι νωρίς να κεφαλαιοποιήσω και να κατατάξω.
Κοιτάζοντας τη διαδρομή σας ως δασκάλου, συγγραφέα, επιμελητή και ερευνητή, ποιο θεωρείτε ότι είναι το νήμα που συνδέει όλες αυτές τις διαφορετικές εκφάνσεις της ζωής σας;
Ο άνθρωπος Ελπιδοφόρος.
