Ταμπάκηδες-Μια μικρή αναφορά στους βυρσοδέψες της Άρτας

17ος – 19ος αιώνας
Έρευνα: Φώτης Βράκας

Πολλές φορές για να διεκπεραιωθεί µια µελέτη χρειάζεται και η βοήθεια κάποιων τρίτων , γνωστών, φίλων κτλ. Θα ήθελα λοιπόν να ευχαριστήσω θερµά τους φίλους Θεοχάρη Βαδιβούλη, Φώτη Τσιάτσο, Σωτήρη Σαρλή για το φωτογραφικό υλικό και πληροφορίες , τον Μουσικοφιλολογικό Σύλλογο Άρτας “Ο Σκουφάς” και τον πρόεδρο του Νίκο Μπανταλούκα για την διάθεση αρχείων του Συλλόγου. Μεγάλο Ευχαριστώ επίσης σε όλους τους γνωστούς και άγνωστους του διαδυκτίου που µοιράζονται µαζίµας την πνευµατική τους ιδιοκτησία. Ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ στην Φωτεινή Χαιρέτη για την βοήθεια της στα Οθωµανικά Αρχεία καθώς και στο Βαγγέλη Μπόµπορη όχι µόνο για το αρχείο του αλλά και που µε τις γνώσεις του και πληροφορίες στάθηκε πολύτιµος αρωγός γιαυτή τη µελέτη.

Εισαγωγή
Απο τον πατέρα µου, ό οποίος ,όταν µαθαινε την τέχνη του επιπλοποιού στην Άρτα το 1945 κατοικούσε στους Ταµπακιάδες, άκουσα για πρώτη φορά για την συνοικία των Ταµπακιάδων και τους Βυρσοδέψες. Με το πέρσµα του χρόνου και το ενδιαφέρον µου για την τοπική ιστορία, αφού διάβασα και το βιβλίο του ∆ηµήτρη Χατζή για του Ταµπάκηδες των Ιωαννίνων «το τέλος της µικρής µας πόλης» και αµέσως µετά την εξαιρετική µελέτη της κυρίας Βασιλικής Ρόκκου για τα Βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων και εχοντας µελετήσει γαλλικές, βενετικές κια γερµανικές πηγές για τις εξαγωγές δερµάτων από την Άρτα, προσπάθησα να βρω περισσότερες πληροφορίες για την ξεχασµένη πλέον τέχνη και ζωή των βυρσοδεψών στην Άρτα που κυριάρχισε στο αρτινό εµπόριο από τους χρόνους της Αµβρακίας ως και τα µισά του 20
ου αιώνα. ∆υστυχώς οι πηγές, τις οποίες εγώ συνέλεξα, είναι λίγες, καθότι η καθηµερινότητα, η έλλειψη χρόνου και η µακρινή απόσταση από την πόλη δεν µε βοηθούν για περισσότερα. Είναι όµως αρκετές οι πληροφορίες να χρησιµοποιηθούν σαν βάση, έτσι που να µπορεί κάποια στιγµή να γίνει µια πιο ολοκλρωµένη δουλειά. Κάτι που εύχοµαι. Σήµερα οι Ταµπακιάδες, είναι µια από τις οµορφότερες συνοικίες της Άρτας και δεν θυµίζει, πέραν του ονόµατος, τίποτα άλλο απο το παρελθόν. Χρειάζεται αρκετή φαντασία να νοιώσουµε την δυσοσµία και την βρώµα που υπήρχε κάποτε εδώ. Τα παλιά σπίτια έχουν αντικατασταθεί σχεδόν όλα και η αρχική Ταµπακιάδα έχει ξεπεράσει τα αρχικά όρια της. Mε αυτή τη µελέτη (έστω και πρόχειρη), η οποία χωρίζεται σε τρια µέρη:
1. Κείµενα και πηγές για την βυρσοδεψία της Άρτας, µέσα από φιλολογικές πηγές 2. Γκραβούρες – Χαρακτικά – λιθογραφίες διαφόρων χωρών της δυτικής Ευρώπης µας επιτρέπουν να ρίξουµε µια µατιά ,πως ήταν η δουλειά, τα εργαλεία και τα εργαστήρια των Ταµπάκηδων 3. H συνοικία των Ταµπακιάδων µέσα απο πίνακες και φωτογραφίες, παλιές και νεώτερες,
ελπίζω να δώσω την αφορµή να µην περάσει και αυτό το κοµµάτι ιστορίας της πόλης της Άρτας στη λήθη, όπως πολλά άλλα. Παραπέρα εύχοµαι, πως κάποια στιγµή θα µπορούσε να γίνει και ένα µουσείο, ως αναφορά τους ταµπάκηδες και το οποίο θα είναι πόλος έλξης επισκεπτών αλλά και ένα κοµµάτι της ιστορίας της πόλης.

Γενικά
Η βυρσοδεψία είναι µια αρχαία τέχνη για την επεξεργασία του δέρµατος. Η αρχαιότερη πηγή, που έχει βρεθεί, λέγεται πως είναι στις Ινδίες
1. µεταξύ 7000 και 4000 π.Χ. Σύµφωνα µε τα ελληνικά λέξικά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας η λέξη είναι σύνθετη από το ουσιαστικό “βύρσα”=δέρµα ζώου και από το ρήµα “δέφω”=µαλακώνω κάτι µε τα χέρια
2. Στις ελληνικές πηγές υπάρχουν αναφορές στον Όµηρο για την ασπίδα του Οδυσσέα ενώ γνωστή είναι και η ασπίδα του Αία του Λοκρού
3. ο οποίος έχει λάβει από τον βυρσοδέψη Τυχία ασπίδα µε 7 βοϊδοτόµαρα. Ο Θεόφραστος
4. είναι µάλλον ο πρώτος που κάνει αναφορά για την τέχνη αυτή. Σύµφωνα µε το µουσείο της Βυρσοδεψίας Σάµου “οι βυζαντινοί χρησιµοποίησαν ευρύτατα τα δερµάτινα ενδύµατα, υποδήµατα, αξεσουάρ και αντικείµενα, ανακάλυψαν ποιότητες και µεθόδους που αργότερα εξελίχθηκαν στην προβιοµηχανική βυρσοδεψία, έβαλαν τις βάσεις της οργάνωσης των ισχυρών τους συντεχνιών”. Στην περίοδο της Οθωµανοκρατίας ή τέχνη αυτή αναπτύχθηκε ακόµη περισσότερο και οι Ταµπάκηδες, όπως ονοµάστηκαν οι Βυρσοδέψες από το τουρκικό ταµπάκ που σηµαίνει δέρµα, αποτέλεσαν µεγάλο µέρος της Οθωµανικής οικονοµίας. Τα Ταµπάκικα προστατεύονταν µε ευνοϊκές ρυθµίσεις ως προς τις προµήθειες των υλών και τη διάθεση των προϊόντων.

Η Βυρσοδεψία της Άρτας.
Από την Αµβρακία ως την Άρτα
Ιδιαίτερη ιστορική µνεία για τα βυρσοδεψεία της Άρτας δεν υπάρχει, Φαίνεται η τέχνη της Βυρσοδεψίας να ανάγεται όµως στα χρόνια της Αµβρακίας, όπου οι Αµβρακία ήταν γνωστή για τα γυναίκεια υποδήµατα, τις λεγόµενες Αµβρακίδες .
Στους λεγόµενους σκοτεινούς χρόνους δεν γνωρίζουµε τι ακριβώς γίνονταν, όµως η τέχνη δεν θα έπαψε να υπάρχει. Όπως και στην δυτική Ευρώπη, ίσως και εδώ ένα από τα πολλά µοναστήρια της περιοχής να συνέχισε την τέχνη αυτή. Σαφώς από τον 9
ο μκαι µετά αιώνα, στην Αµβρακία, µετέπειτα Ακαρνανία και κατόπιν Άρτα είναι λογικό να υπήρχαν εργαστήρια βυρσοδεψίας προκειµένου να εξυπηρετεθούν τόσο οι ανάγκες του κόσµου αλλά και του στρατού
Οι πηγές του ύστερου µεσαίωνα από το ∆εσποτάτο και µετά µας αφήνουν να καταλάβουµε, πως στην ΄πόλη της Άρτας υπήρχαν εργαστήρια επεξεργασίας δέρµατος. Η Άρτα γεωργική και κτηνοτροφική περιοχή, ήταν λογικό να αναπτύξει µια τέτοια τέχνη. Τα κοπάδια όλων αυτών των ζώων που µαζεύονταν από τα ορεινά και τον κάµπο στο “µποριό” της Άρτας, µέρος πωλούνταν ζωντανά και µέρος σφαζόταν προκειµένου να παστωθεί το κρέας και να περάσει σε άλλες αγορές
Τα δέρµατα αυτά λοιπόν των σφαγµένων ζώων περνούσαν στα χέρια των βυρσοδεψών οι οποίοι άλλα τα πωλούσαν ακατέργαστα και άλλα κατεργασµένα
Από τον 13ο ως τον 15ο αιώνα φαίνεται καθαρά, πως η Άρτα πρέπει να διέθετε αρκετά βυρσοδεψεία, διαφορετικά δεν εξηγείται και η εξαγωγή τους στην Βενετία
Αυτό συνεχίστηκε ακόµη και ως την Τουρκοκρατία

Το Ισνάφι των Ταµπάκηδων
Κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα τόσο στη ∆ύση όσο και στην Ανατολική Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία οι τεχνίτες των πόλεων οργανώθηκαν σε συντεχνίες. Γνωστές σαν Gilde- Guilda -Zunft στην Ευρώπη, Συντεχνίες ή αδελφότητες στην Ανατολική Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία, αυτή που σήµερα αποκαλούµε Βυζάντιο. Οι συντεχνίες, οι οποίες µετά την εξάπλωση των Οθωµανών στον Ελλαδικό χώρο θα ονοµαστούν “ι σ ν ά φ ι α. Ήταν ουσιαστικά η συγκέντρωση µελών ενός κλάδου, τα οποία µέλη έµπαιναν εθελοντικά στην συντεχνία προκειµένουν να αντιµετωπίζουν κάποια κοινά προβλήµατα . Έτσι λοιπόν και η δοµή των ταµπάκηδων είχε τρία επίπεδα. τον κάλφα (kalfa), ο οποίος ήταν βοηθός του µάστορα, και τον µαθητευόµενο που λεγόταν τσιράκι (cirak). Το τσιράκι έπρεπε πρώτα να δουλέψει αµισθί για δύο χρόνια, στον τρίτο χρόνο θα έπαιρνε ένα µικρό µισθό.
Αν κάποιος δεν είχε µαθητεύσει σε κάποιον γνωστό µάστορα δεν γίνονταν αποδεκτός στην κοινωνία. Να αναφέρω εδώ ένα παράδειγµα. Όταν στα µισά του 18ου αιώνα ο Νικόλαος του κυρ Χρίστου
πάει στην Ανγκόνα για να εργαστεί, προκειµένου να ευρύνει τις γνώσεις του πάνω στην βυρσοδεψία και το εµπόριο δερµάτων, στην συστατική επιστολή που φέρνει από κάποιο προξενείο γράφει: “…µαθήτευσε στον Σενιόρ Σωτήρη”
Τα τσιράκια και οι καλφάδες, µιας και δούλευαν αµισθί ή µε ψιλοχαρτζιλίκι βοηθούσαν να κρατούνται οι τιµές στα δέρµατα χαµηλές. Μια τέτοια αναφορά έχουµε στα Γαλλικά Αρχεία, όπου ο Γάλλος πρόξενος της Άρτας κάνει λόγο για χαµηλές τιµές στα βουβαλοδέρµατα. Φυσικό ήταν τα µαστόρια να µην δίνουν τα µυστικά τους εύκολα στους µαθητευόµενους, προκειµένου να καθυστερήσουν την εξέλιξη αυτών και να έχουν σχεδόν αµισθί εργατικό δυναµικό. Στο άρθρο του “Συντεχνίες: Αλελλυγύη και βαρβαρότητα” ο ∆ηµήτρης Καλαντζής φέρει ένα παράδειγµα από την ζωή των µαθητευόµενων. Συγκεκριµένα γράφει τα εξής: “

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγµα ενός µαθητευόµενου που ξενυχτούσε τα βράδια για να µάθει την τέχνη του, αλλά όταν τον ανακάλυψε ο µάστορας, του κατέστρεψε το δηµιούργηµα, επειδή τάχα δεν το είχε φτιάξει σωστά
”. Όµως το ισνάφι των Ταµπάκηδων της Άρτας είχε και κοινωνικές – αλληλέγγυες υποχρεώσεις.
1.Οικονοµική ενίσχυση φτωχών
2.Συνδροµή στις χήρες µελών της συντεχνίας
3.Έξοδα ταφής φτωχών µελών (φέρετρο, σάβανα, µεταφορά στον τόπο ταφής, γραπτή άδεια για χολεριασµένους)
Έτσι από τα Γαλλικά και πάλι αρχεία µαθαίνουµε, πως, όταν πέθανε κάποιος άπορος ταµπάκης, µάλλον, κάποιος που είχε φαλιρίσει στην Άρτα, ο κατής επισκέφθηκε τον αρχηγό του σωµατείου και ζήτησε να του γίνει η κηδεία µε όλα τα σχετικά µε όσα αρµόζει σε ένα τίµιο άνθρωπο της πόλης, καθώς και καλός στην δουλειά του ήταν και τους φόρους πλήρωνε. Ο αρχηγός του ισναφιού των Ταµπάκηδων της Άρτας απάντησε στον Κατή, πως είναι καθήκον του ισναφιού να το κάνει

Οι Ταµπακιάδες – Η συνοικία των ταµπάκηδων/βυρσοδεψών
– Ταµπακχανέ Μαχάλεσι ή Mahalle-i Karakoni
Σε όλο τον ελληνικό χώρο αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο δύο πράγµατα ήταν απαραίτητα προκειµένου να επιλεχθεί ο χώρος για να στηθούν εργαστήρια βυρσοδεψίας. Να υπάρχει µπόλικο νερό, να είναι κάπως έξω από την πόλη αλλά και κοντά και σε φρούρια , έτσι που να µπορούν να φτάνονται εύκολα εν ώρα κινδύνου. Έτσι λοιπόν η επιλογή της συνοικίας των Ταµπακιάδων, η οποια αρχικά περιλάµβανε τους σηµερινούς οδούς Ευαγγελίστρας, Κοµνηνών, Γόργου, Ηράκλειτου, Μελανέως και η οποία προφανώς είναι µεσαιωνική, υποθέτω τουλάχιστον από την εποχή του ∆εσποτάτου, ήταν ιδανική. Μια παρόµοια περίπτωση ίδιας εποχής είναι και οι Βυρσοδέψεις της πόλης Fulda στην Γερµανία.

Ο Σεραφείµ Ξενόπουλος του Βυζαντίου ονοµάζει την συνοικία αυτή ∆άφνη ή των Βυρσοδεψών. Θέλει να υπήρχε εκεί µια ψηλή ∆άφνη και εξ ου και το όνοµα της συνοικίας. ∆εν ήταν όµως πάντα έτσι. Στα πρώιµα Οθωµανικά φορολογικά κατάστιχαη συνοικία αυτή απαντάτε σαν συνοικία της Καρακονησίας µε 15 χανέδες δηλ σπίτια. Εδώ συνήθως λαµβάνουµε σαν µέσο όρο για κάθε σπίτι το 4-5 άτοµα και έτσι υπολογίζουµε µε σπίτια και βοηθούς γύρω στα 75-80 άτοµα. Στα ίδια φορολογικά κατάστιχα στην πληρωµή των φόρων θα δούµε πως µαζί µε τους ταµπάκηδες υπήρχαν και κεραµοποιοί δηλ κατασκευαστές πήλινων δοχείων, που τοπικά ονοµάζουµε µπότια. Στα Οθωµανικά φορολογικά κατάστιχα επί Σουλεϊµάν του νοµοθέτη ή όπως τον γνωρίζουµε σαν Μεγαλοπρεπή στα 1564 η συνοικία συνεχίζε να καταγράφεται σαν της Καρακονησιάς
(Mahalle-i Karakoni).

Επικρατούσε δε µια αποπνικτική ατµόσφαιρα. Καρτερικά υπέµεναν οι κάτοικοι της συνοικιας την αφόρητη µυρωδιά και την απαίσια µπόχα που έβγαινε από το πλύσιµο, ήλιασµα κ.λπ. της κατεργασίας των δερµάτων. Πολλοί απέφευγαν να περάσουν από αυτόν τον µαχαλά, διότι η δυσοσµία ήταν αηδιαστική και εµετική γι’ αυτό άλλωστε η συνοικία αυτή ήταν µικρή, αφού κανένας δεν ήθελε να πάει στον τόπο αυτό που βρωµοκοπούσε. Εξαίρεση πρέπει να αποτελούσε η πλευρά, όπου βρίσκεται το αρχοντικό Παπακώστα, γιατί κανείς δεν θα έχτιζε έν «παλάτι» µέσα στη βρώµα. Στην καταγραφή συνοικών του 1821 η συνοικία αναφέρεται σαν της Ευαγγελίστρας. Όλοι οι περιηγητές που θα περάσουν από την Άρτα θα κάνουν αναφορά για την βυρσοδεψία της Άρτας, αλλά δεν θα κάνουν εκτενή αναφορά στην συγκεκριµένη συνοικία

Τα σπίτια
Μέχρι τον 18ο αιώνα φαίνεται τα σπίτια των ταµπάκηδων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο να ήταν µικρά και δίπλα τους τα εργαστήρια. Στον 18ο αιώνα όµως υπάρχει ένα «µπούµ» στους ταµπάκηδες και η κάπως οικονοµική “άνεση” αλλάζει και το δοµικό περιβάλλον. Τώρα τα σπίτια χτίζονταν διώροφαή υπερυψωµένα
Το πάνω µέρος χρησιµοποιείται σαν χώρος κατοικίας ενώ τα κατώγια είναι εργαστήρια. Γύρω γύρω περιβάλλονται από µάντρα µε ψηλούς τοίχους
Όλα αυτά είχαν σκοπό να προφυλάξουν το σπίτι και το εργαστήριο. Παραπέρα δε κάθε ταµπάκης είχε τα µυστικά του, που δεν θα ήθελε να βγουν προς τα έξω. Αργότερα από τα µέσα του 19ου αιώνα που άρχισαν να εισάγουν πολλά από τα υλικά για την τέχνη τους, άρχισαν σιγα σιγά να βγαίνουν και από την αποµόνωση

Η συνοικία ή µαχαλάς της Καρακονσάς στα Οθωµανικά φορολογικά κατάστιχα
Τα οθωµανικά φορολογικά κατάστιχα κατέγραφαν τις εστίες (hane), τους άγαµους
cerred) και τις χήρες (bive), εάν αυτές ήταν επικεφαλής κάποιας εστίας. Τα συγκεκριµένα κατάστιχα δεν πρέπει να τα δούµε σαν πληθυσµιακή στατιστική. Θέλουµε να πιστεύουµε, ότι στο µεγαλύτερο ποσοστό ανταποκρίνονται στην πραγµατική εικόνα. Ο Οθωµανός γραφέας (kitab il yazicisi) συνοδεύονταν από κάποιον που γνώριζε την γλώσσα και τον τόπο και επισκέπτονταν κάθε εστία, που ήταν υποχρεωµένη να πληρώσει φόρο. Αν και στον ύστερο µεσαίωνα χρησιµοποιούνταν το επώνυµο, οι Οθωµανοί δυστυχώς λίγα επώνυµα µας έχουν µεταφέρει. Συνήθως γράφανε το αρχικό όνοµα του φορολογούµενου και το όνοµα του πατρός αυτού. Βέβαια κάποια επικράτησαν αργότερα και σαν ονόµατα. Κάποια από τα ονόµατα τα συναντάµε µέσα στο χρόνο στην ιστορία της Άρτας. Αν υποθέσω εδώ, ότι το Σταµάτης καταχυρώνεται σαν επώνυµο, το συναντάµε τον 17ο αιώνα σαν εµπόρους από την Άρτα. Το ίδιο συµβαίνει και µε το επώνυµο ∆ήµου. Το Γκίνης Μιχώτης δηλώνει Αλβανική ή Αρβανίτικη καταγωγή, όπως και το Βαρµπάνης ή Βαρµπήτης-Βαρυµπάτης. Το Λούρης το συναντάµε σαν αρτινή οικογένεια στους γνωστούς Λουριώτες ή Λούρος, απ τους οποίους κάποιος ως και το 1821 διέθετε ταµπάκικο. Με επιφύλαξη θα έλεγα, ότι το Κυργιάννης µπορει να και σε Συργιάννης ή Σεργιάννης, γνωστή οικογένεια αρµατολών στα µισά του 18ου αιώνα. Το Λούρος και το Συργιάννης ή Σεργιάννης τα συναντάµε και στην ορκοµωσία πολιτών της Άρτας το 1881

Τα εργαστήρια των Ταµπάκηδων
∆εν θα προβώ σε λεπτοµερείς αναλύσεις των εργαστηρίων, τις οποίες έχει κάνει σε άριστο βαθµό η κυρία Βασιλική Ρόκου και µπορούµε και εδώ να δούµε στο δεύτερο µέρος αυτής της µελέτης µε τα χαρακτικά (γκραβούρες – λιθογραφίες) αλλά θα προσπαθήσω να δώσω µια γενική εικόνα του χώρου, όπου εργάζονταν ο ταµπάκης. Σε σχέση µε τα σπίτια που όπως προανέφερα σε µονώροφα και διώροφα ο χώρος έπρεπε να είναι αρκετά µεγάλος καθότι η επεξεργασία και η αποθήκευση απαιτούν χώρο. Έπρεπε να υπάρχει χώρος για ακατέργαστα τοµάρια και χώρος για τα κατεργασµένα δέρµατα. Επίσης έπρεπε να υπάρχει χώρος για τα εργαλεία και τα υλικά επεξεργασίας. Στις αυλές έπρεπε αναγκαστικά να υπάρχουν λάκκοι ή γούρνες, όπως τις ονόµαζαν τοπικά , οι οποίες ήταν τα λεγόµενα ασβεσταριά.
Έπρεπε να υπάρχει χώρος για στέγνωµα. Παραπέρα δε έπρεπε να υπάρχουν και τα λεγόµενα “ π ο υ ν τ ό ν ι α ” δηλ επίσης γούρνες αλλά λιθόκτιστες. Τέτοιες δεξαµηνές µου είχε διηγηθεί ο πατέρας µου, πως υπήρχαν στην Άρτα ακόµη το 1945-1946. Για την λειτουργία που είχαν τα “ π ο υ ν τ ό ν ι α ” η κυρία Ρόκου σχετικά µε τα ταµπάκικα στα Γιάννινα γράφει τα εξής: “
Στα πουντόνια, µαζί µε τα καλύτερα δεψικά υλικά (βελανίδι, πεύκο, κιµπράχο) τα δέρµατα µπορούσαν να παραµείνουν στοιβα µένα (παστωµένα) ένα µε άλο χρονικό διάστηµα. H µακρά παραµονή στα πουντόνια θεωρείτο ότι συνέβαλε να ίνουν τα σολοδέρµατα καλύτερα και αναφέρονταν σαν πρόκριµα καλής ποιότητας
”. Παρόµοιες πληροφορίες µα δίνει και ο Γερµανός Carl Christian Schmidt’s στα 1848. Υπήρχαν δε παραπέρα οι λεκάνες συνήθως ξύλινες για το βάψιµο των δερµάτων και ένα τζάκι. Στο τζάκι αυτό, σύµφωνα µε τον Γερµανό Adolph Hanke, ζέσταιναν το νερό για την ασβεσταριά.

Συνεχίζεται