Τζουμερκιώτικα Λαογραφικά Λιχνίσματα

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

«Το κλέψιμο»

«Κλέφ’κανμωρ’ κόσμε. Κλέφ’καν. Έφ’γαν. Σιαπού πήγαν δεν ξέρω. Ποιος να ξέρ’ πού θα σαλαμαντριάζονται».
Συνηθισμένα λόγια της κουτσομπόλας. Επί κλεψίματος. Δεν μιλάμε για κλέψιμο αρνιών. Την πράξη αυτή την αποτύπωσε η λαϊκή μούσα. «Κλέφτες μπήκαν στο μαντρί, κλέψανε το λάγιο αρνί». Μιλάμε για ζευγάρια. Τα αίτια του κλεψίματος ήταν πολλά. Αρχικά, γιατί τα παιδιά «είχαν καλαφατιαστεί». (Καλαφατιάζω ή καλαφατίζω σημαίνει βουλώνω τρύπες και τις κάνω στεγανές και, αλληγορικά, κάνω την πράξη της συνουσίας.

«Την καλαφάτιασε και τον ανάγκασαν να την παντρευτεί». Πολλές φορές η κοπελιά φοβόταν τον πατέρα της. «Μην το μάθ’ ο πατέρας μ’ και θα με ξετομαριάσ’». Και συνωμοτικά αποφάσιζαν και «αλληλοκλέβονταν». Χώνονταν απάνω στα ρουπάκια και στις ρεματιές, ώσπου «να πιάσ’ η ανησυχία τον πατερα» κι έστελναν χαμπέρ’ στ’ν μάνα. Η μάνα χτυπιότσν. «Ω πωπώ! Θα γίνουμε σιόρ’ σ’ όλο τον κόσμο. Θα γιλάει ο κόσμος κι ο ντουνιάς». Τι να ‘κανε; Το ‘λεγε στον αφέντη. Είχε τον τρόπο της. Έπρεπε να το πει με τρόπο «μην αμπουριάσ’ για τα καλά και τούρθ’ φωτοκαϊά». Κι ο αφέντ’ς αφού αλύχταε όλο το βράδ’, την ημέρα συμφωνούσε με την κυρά.

-Τι λες κυρά, δε μαζεύονται τώρα. Σκούπρο έγιναν ούλα. Να κ’τάξουμε να τους παντρέψουμε.
-Καλά λες αφέντ’. Καλά λες. Να τ’ςπαντρέψουμι. Πού να τα βρούμι όμως. Ποιος ξέρ’ πού θάνι χωμένα, σε ποια μπιστούρα. Ωχ, μάνα μ’. Μας έκαναvσουργούν’.
-Σουργούν’, ξεσουργούν’ δεν κρύβουντι αυτά. Αχ, και τ’ν πιάσω στα χέρια μ’ θα τ’ν αφαλοκόψω.

Κι έτσι από δω κι έτσι από κει, μόλις ξεκάμπαγε «το ζεύγος» είχαν έτοιμα και τα στεφανοχάρτια. Ο γάμος γινόταν σε σπίτι ή σε καμιά καλύβα, λόγω εκτάκτου γεγονότος… Πού εκκλησία και τέτοια. Απαγορεύονταν. Για να μπει κάποιος στην εκκλησία έπρεπε να είναι «αμόλυντος», η δε γυνή «αγνή Παρθένος». «Στέφεται ο δούλος του Θεού…» και πάνε καλιά τους. Καλούς απογόνους… «Κοίτα να δεις», έλεγαν οι κουτσομπόλες. «Κοίτα σαν καρλάφτα γίδα κάν’. Κατεβασμένα τάχ’ τα αυτιά. Όταν βατεύονταν δεν σκέφτονταν τίποτις;» Και απαντούσε η άλλ’. «Μπα, δεν π’στεύω εγώ. Αμάλαγη είναι. Τέτοιος σιαπέραςπούναι αυτός… Ντ’φικιές στον αέρα ρίχν’».

Άλλη περίπτωση κλεψίματος ήταν, όταν δεν ευοδωνόταν το προξενιό. Τα παιδιά «αλληλογουσταριζόταν», αλλά εμπόδιο ήταν ο πατέρας του γαμπρού, ο πεθερός. Αδιάλλακτος στο ύψος της προίκας. Αληθινό τσιόκ’. Τα παιδιά όμως δεν κρατιόνταν, όσο κι αν η μάνα έμπαινε στη μέσ’. «Σταθείτε, ορέ, σταθείτε. Τι σας πήρε το νερό στ’ αυλάκ’; Τέτοια φωτοκαψούρα έχετε;» Ζιματ’σμένα έφευγαν. Για πού; Άντε μέχρι το διπλανό χωριό. Ξεπέζευαν και ξενύχταγαν σε κανένα ξωκκλήσ’. Ξημερώματα γινόταν η επιστροφή. Και κάθονταν ο πατέρας του γαμπρού και μέτραγε πόσες λίρες έχασε και πόσες κανούτες γίδες θα ‘παιρνε για προίκα του κανακάρη του, «άμα το δ’κό μ’ το ψοφίμ’ δεν έπιφτιστ’ν λούμπα και τ’ς χάλαγε τη σαμπρέλα. Αλλιώς ήξερα ιγώ να τα σιάξω τα πράγματα.»

Κι άρχιζε το τραγούδ’. «Ωρέ διαβαίνω από την πόρτα σου,/σε βλέπω πικραμένη/και στο δεξί το μάγουλο ήσουν ακουμπισμένη./Εράγισε η καρδούλα μου, ώσπου να σε ρωτήσω,/Τι πίκρα έχεις στην καρδιά, να σε παρηγορήσω./Ωρέ –ν- όσες φορές επέρασες από τη γειτονιά μου,/Τόσα κομμάτια έκαμες τη δόλια τη καρδιά μου./Με πήρε το ξημέρωμα να κλαίω πικρά για σένα,/Που παύεις πια να μ’ αγαπάς και δεν πονάς για μένα./Ωρέ ποιος στο ‘πε περιστέρα μου,/Ποιος στο ‘πε κρύα βρύση,/Που θα χωρίσει η λεμονιά από το κυπαρίσσι;»
Κι αποκρίνονταν η κυρά του: «Αυτά έλεγες σε μένα και με καπάκωσες. Πού τα θ’μήθ’κες τώρα; Ήμουνα στραβή και δεν τάβλεπα. Μ’ είχε πιάσ’ γκαβωμάρα τρομάρα μ’. Αλλά άμα σε γκρεμίσ’ τ’ άλογο, εσύ τράβα το καπίστρ’».