Υπόθεση Χρύσανθου Λαζαρίδη. Επιστημονικοί συνεργάτες χωρίς… επιστήμη;

Το γκρίζο σύστημα πίσω από τη Βουλή

Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*

Η πολιτική αντιπαράθεση των ημερών φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα ζήτημα που σιγοβράζει εδώ και δεκαετίες. Το καθεστώς των λεγόμενων επιστημονικών συνεργατών των Υπουργών και των βουλευτών ΟΛΩΝ των κομμάτων.
Με αφορμή την περίπτωση του Χρύσανθου Λαζαρίδη, η αντιπολίτευση καταγγέλλει διορισμό, πριν από 20 περίπου χρόνια, χωρίς επαρκή επιστημονικά προσόντα, αφήνοντας αιχμές περί καταστρατήγησης του νόμου και εξαπάτησης του Δημοσίου.
Όμως, όσο ελκυστική κι αν είναι μια τέτοια καταγγελία στον δημόσιο διάλογο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και ίσως πιο προβληματική.

Διότι το ερώτημα δεν είναι μόνο αν κάποιος είχε ή δεν είχε τα τυπικά προσόντα. Το βαθύτερο ζήτημα είναι ότι το ίδιο το σύστημα δεν απαιτεί με σαφήνεια αυτά τα προσόντα.
Στην υπόθεση που συζητείται, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι ο Κύριος Λαζαρίδης, κατά την τοποθέτησή του ως επιστημονικού συνεργάτη το 2007 δεν διέθετε το τυπικό ακαδημαϊκό υπόβαθρο που θα ανέμενε κανείς από τον τίτλο. Πρόκειται, ωστόσο, για πολιτική καταγγελία που εδράζεται στην ερμηνεία του όρου, επιστημονικός και όχι σε μια σαφή παραβίαση συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι την περίοδο εκείνη το κυβερνών κόμμα βρισκόταν υπό διαφορετική ηγεσία , μια ηγεσία που σήμερα, εύλογα ή όχι, δεν τοποθετείται δημόσια επί του ζητήματος.
Γιατί ΤΟΤΕ έγινε η συγκεκριμένη παράβαση.
Η σιωπή αυτή τροφοδοτεί ακόμη περισσότερο τα ερωτήματα, χωρίς όμως να τα απαντά.

Οι επιστημονικοί συνεργάτες δεν αποτελούν προϊόν μιας αυστηρής, αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής. Δεν περνούν από ΑΣΕΠ, δεν αξιολογούνται με αντικειμενικά κριτήρια και κυρίως δεν δεσμεύονται από ένα σαφές νομοθετικό πλαίσιο που να ορίζει ποιος είναι και ποιος δεν είναι επιστήμονας για τις ανάγκες των βουλευτών.
Ο τίτλος υπάρχει,το περιεχόμενο, όμως, παραμένει θολό.

Η επιλογή τους ανήκει αποκλειστικά στον εκάστοτε Υπουργό η βουλευτή. Πρόκειται για μια σχέση εμπιστοσύνης, συχνά πολιτικής ή προσωπικής, η οποία βαφτίζεται επιστημονική, χωρίς να περνά από την βάσανο της τεκμηρίωσης.
Έτσι, ο όρος επιστημονικός συνεργάτης λειτουργεί περισσότερο ως θεσμική ετικέτα παρά ως εγγύηση γνώσης ή εξειδίκευσης.
Σε αυτό ακριβώς το κενό πατά η σημερινή σύγκρουση.
Η αντιπολίτευση μιλά για αναξιοκρατία. Η κυβέρνηση αμήχανη προσπαθεί να διορθώσει μια ενέργεια ΠΑΡΑΤΥΠΗ της Καραμανλικής περιόδου.

Και οι δύο, με τον τρόπο τους, έχουν δίκιο αλλά μόνο εν μέρει.
Διότι ναι, είναι εύλογο να αναρωτιέται κανείς πώς κάποιος φέρει τον τίτλο του επιστημονικού συνεργάτη χωρίς εμφανή επιστημονική διαδρομή. Από την άλλη, όμως, είναι εξίσου αλήθεια ότι το θεσμικό πλαίσιο χαλαρό… επιτρέπει ακριβώς αυτό.
Μια ευρεία, σχεδόν ανεξέλεγκτη διακριτική ευχέρεια επιλογής.

Και αν κανείς απομακρυνθεί από το πρόσωπο και κοιτάξει τη μεγάλη εικόνα, το συμπέρασμα γίνεται ακόμη πιο δυσάρεστο.
Αν ανατρέξει με προσοχή στη μεταπολιτευτική περίοδο, θα διαπιστώσει ότι οι τοποθετήσεις ΗΜΕΤΕΡΩΝ, σε κάθε πιθανή εκδοχή τους, επιστημονικών συνεργατών η μετακλητών,δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά ΚΑΝΟΝΑ.
Ιδίως στα κόμματα που άσκησαν διαχρονικά την εξουσία, το φαινόμενο αυτό αποκτά σχεδόν συστημικά χαρακτηριστικά.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο πρόσωπα. Είναι η ίδια η αρχιτεκτονική του συστήματος.

Και εδώ αναδεικνύεται μια βαθύτερη παθογένεια της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Η σύγχυση ανάμεσα στον ρόλο του ειδικού και του έμπιστου. Στην πράξη, το πολιτικό σύστημα δεν αναζητά πάντα επιστήμονες. Αναζητά ανθρώπους που μπορούν να στηρίξουν πολιτικά, να γράψουν λόγους, να χαράξουν στρατηγική, να λειτουργήσουν στο παρασκήνιο. Και αυτό, αν ειπωθεί καθαρά, δεν είναι απαραίτητα παράνομο. Είναι, όμως, πολιτικά προβληματικό όταν ντύνεται με τον μανδύα της επιστημονικότητας.

Η περίπτωση αυτή λειτουργεί απλώς ως αφορμή. Το πραγματικό ερώτημα παραμένει.
Θέλουμε επιστημονικούς συνεργάτες με αντικειμενικά κριτήρια ή πολιτικούς συνεργάτες με επιστημονικό τίτλο;
Διότι όσο αυτό το ερώτημα παραμένει αναπάντητο, η δημόσια συζήτηση θα ανακυκλώνεται ανάμεσα σε καταγγελίες και υπεκφυγές. Και το σύστημα θα συνεχίζει να λειτουργεί στη γκρίζα ζώνη εκεί όπου όλα είναι τυπικά νόμιμα, αλλά όχι κατ’ ανάγκη θεσμικά υγιή.
Ίσως, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ποιος διορίστηκε.

Αλλά το ότι μπορεί να διοριστεί έτσι.
Και αυτό είναι που θα έπρεπε να μας προβληματίζει περισσότερο απ’ όλα ,γιατί αν το δούμε κατάματα, το αποτέλεσμα είναι τέτοιο που κάνει ακόμη και την ίδια τη ντροπή… να ντρέπεται….
*Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών