
Γράφει ο Παναγιώτης Νικ. Ζήσης*
Με αφορμή την ανακοίνωση, πριν από λίγες ημέρες, των βάσεων εισαγωγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) της χώρας μέσω των Πανελλαδικών Εξετάσεων, επανέρχονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τόσο ο θεσμός της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) ανά τμήμα, όσο και η ίδρυση παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων στην Ελλάδα, τα οποία λειτουργούν ως Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Ν.Π.Π.Ε.) και, εφόσον πιστοποιηθούν σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, οι τίτλοι σπουδών τους αναγνωρίζονται από το ελληνικό κράτος. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας για το 2026, περισσότερες από 10.000 θέσεις εισακτέων παρέμειναν κενές εξαιτίας της εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη προβλεφθεί και χρηματοδοτηθεί από την Πολιτεία, τόσο σε επίπεδο οικονομικών πόρων όσο και εκπαιδευτικού σχεδιασμού.
Η δεξαμενή αυτή των υποψηφίων που δεν κατόρθωσαν να εισαχθούν σε δημόσιο ΑΕΙ αποτελεί, αναπόφευκτα, το βασικό κοινό στο οποίο απευθύνονται τα μη κρατικά πανεπιστήμια που πρόκειται να ξεκινήσουν τη λειτουργία τους από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος. Υπό το πρίσμα αυτό, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής και η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων συνιστούν δύο άρρηκτα συνδεδεμένες πτυχές της εκπαίδευσης.
Το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων στη χώρα μας είναι ότι, διαχρονικά, ένας σημαντικός αριθμός υποψηφίων που δεν κατορθώνει να εισαχθεί σε δημόσιο ΑΕΙ επιλέγει να σπουδάσει στο εξωτερικό, κυρίως στην Κύπρο, στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη αλλά και σε τρίτες χώρες.
Η εξέλιξη αυτή συνεπάγεται σημαντική εκροή οικονομικών πόρων από την ελληνική οικονομία, καθώς καταβάλλονται δίδακτρα και έξοδα διαβίωσης στο εξωτερικό, ενώ παράλληλα οι νέοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα. Μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις, οι τίτλοι σπουδών που αποκτούν, αναγνωρίζονται στη συνέχεια από το ελληνικό κράτος μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών αναγνώρισης αλλοδαπών τίτλων.
Πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα εύλογο επιχείρημα, ενώ σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να δαιμονοποιείται η ιδιωτική πρωτοβουλία στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης εν έτει 2026. Ωστόσο, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται αποκλειστικά στην οικονομική της διάσταση. Όπως εύστοχα είχε επισημάνει ο Νορβηγός συγγραφέας Arne Garborg: «Λένε πως με τα χρήματα μπορείς να αποκτήσεις τα πάντα. Δεν είναι αλήθεια.
Μπορείς να αγοράσεις φαγητό, αλλά όχι όρεξη, φάρμακα, αλλά όχι υγεία, μαλακό κρεβάτι, αλλά όχι ύπνο, γνώση, αλλά όχι σοφία». Η ρήση αυτή υπενθυμίζει ότι τα χρήματα μπορούν να εξασφαλίσουν τα μέσα της εκπαίδευσης, όχι όμως κατ’ ανάγκην την ουσία της, ούτε την αξία που γεννά η προσωπική προσπάθεια και η ακαδημαϊκή αριστεία.
Στη σύνθετη αυτή εξίσωση της ανώτατης εκπαίδευσης παρεμβάλλεται και ο παράγοντας της περιφερειακής ανισότητας. Όπως είναι αναμενόμενο και επιχειρηματικά εύλογο, το σύνολο σχεδόν των μη κρατικών πανεπιστημιακών τμημάτων που αδειοδοτήθηκαν, πρόκειται να λειτουργήσει στα μεγάλα αστικά κέντρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κόστος σπουδών και διαβίωσης των φοιτητών, ιδίως εκείνων που προέρχονται από την ελληνική περιφέρεια.
Στο μυαλό μου έρχονται πάντοτε οι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, μαθητές του δημοτικού σχολείου στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, τις Πηγές Άρτας, ένα μικρό ορεινό και απομακρυσμένο χωριό, όπου η πλησιέστερη πόλη απέχει μιάμιση ώρα οδικώς. Η γεωγραφική αυτή απομόνωση περιορίζει σημαντικά τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες των παιδιών, καθώς δυσχεραίνει την πρόσβασή τους σε φροντιστηριακή υποστήριξη, βιβλιοθήκες, εργαστήρια, δράσεις επαγγελματικού προσανατολισμού και γενικότερα σε ένα ευρύτερο εκπαιδευτικό περιβάλλον.
Ποιος μπορεί, άραγε, να κοιτάξει στα μάτια αυτά τα παιδιά, που εξακολουθούν να κρατούν ζωντανή την ελληνική ύπαιθρο, και να τους πει ότι, παρά τις αντικειμενικά δυσμενέστερες συνθήκες από τις οποίες εκκινούν, δεν διαθέτουν τις ίδιες εκπαιδευτικές ευκαιρίες με έναν συνομήλικό τους σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο; Και αν δεν κατορθώσουν να υπερβούν την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, η εναλλακτική της φοίτησης σε ένα μη κρατικό πανεπιστήμιο θα είναι, για τους περισσότερους από αυτούς, οικονομικά απρόσιτη.
Αξίζει, επίσης, να αναδειχθεί η στενή αλληλεξάρτηση μεταξύ της αστικοποίησης, της στεγαστικής κρίσης, της δημογραφικής ερήμωσης της ελληνικής περιφέρειας και της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Στα περιφερειακά πανεπιστημιακά τμήματα όπου καταγράφεται εξαιρετικά χαμηλή κάλυψη των προσφερόμενων θέσεων, όπου σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ακόμη και κάτω από το 10%, το κατά κεφαλήν κόστος εκπαίδευσης αυξάνεται σημαντικά, καθώς το κράτος εξακολουθεί να χρηματοδοτεί κτιριακές εγκαταστάσεις, διοικητικές υπηρεσίες, βιβλιοθήκες, εργαστήρια και λοιπές λειτουργικές δαπάνες για έναν πολύ μικρό αριθμό φοιτητών.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί έντονες πιέσεις για αναδιάρθρωση ή ακόμη και κατάργηση των συγκεκριμένων τμημάτων στο μέλλον. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση των φοιτητών στα μεγάλα αστικά κέντρα, θα εντείνει τη ζήτηση για φοιτητική στέγη και, κατ’ επέκταση, το στεγαστικό πρόβλημα, ενώ παράλληλα θα επιταχύνει την υποβάθμιση της περιφέρειας, στερώντας της ανθρώπινο δυναμικό, ακαδημαϊκές δομές και αναπτυξιακές προοπτικές.
Δημιουργείται, έτσι, ένας φαύλος κύκλος με σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές και δημογραφικές συνέπειες, τον οποίο οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε με ολοκληρωμένη στρατηγική και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Διανύοντας σήμερα τον τρίτο κύκλο των σπουδών μου σε δημόσιο πανεπιστήμιο, αισθάνομαι ιδιαίτερη υπερηφάνεια για τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση της χώρας μας. Παρότι η δική μου ακαδημαϊκή πορεία χαρακτηρίστηκε, τις περισσότερες φορές, από επιδόσεις της κατηγορίας «Λίαν Καλώς» και σπανιότερα «Άριστα», υπήρξα πάντοτε και εξακολουθώ να είμαι ένθερμος υποστηρικτής της αριστείας.
Πιστεύω ακράδαντα ότι οι άριστοι φοιτητές πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους τις καλύτερες δυνατές συνθήκες εκπαίδευσης, έρευνας και ακαδημαϊκής εξέλιξης, καθώς και την κοινωνική αναγνώριση που αξίζει στην προσπάθειά τους, ώστε να αποτελούν πρότυπα δημιουργίας και προόδου για τις επόμενες γενιές.
Παρά ταύτα, υπό τις παρούσες συνθήκες, εκτιμώ ότι η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής στα δημόσια πανεπιστήμια θα πρέπει να καταργηθεί, με ταυτόχρονη διατήρηση του υφιστάμενου πλαισίου περί διαγραφής των φοιτητών που υπερβαίνουν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο φοίτησης (Ν+2 έτη).
Εφόσον η Πολιτεία εξακολουθεί να προβλέπει και να χρηματοδοτεί συγκεκριμένο αριθμό θέσεων εισακτέων, η διατήρηση χιλιάδων κενών θέσεων δεν εξυπηρετεί ούτε την αποτελεσματική αξιοποίηση των δημόσιων πόρων ούτε τον σκοπό της διεύρυνσης της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.
Αντιθέτως, σε μια περίοδο σοβαρής δημοσιονομικής στενότητας, κατά την οποία οι διαθέσιμοι πόροι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση θα ήταν περιορισμένοι, μια στοχευμένη μείωση του αριθμού των εισακτέων θα μπορούσε να θεωρηθεί εύλογη και δημοσιονομικά δικαιολογημένη.
Στη σημερινή, όμως, πραγματικότητα δημιουργείται μια εμφανής αντίφαση: από τη μία πλευρά παραμένουν κενές ήδη χρηματοδοτημένες θέσεις στα δημόσια πανεπιστήμια και από την άλλη, παρέχεται σε όσους διαθέτουν την απαιτούμενη οικονομική ευχέρεια, η δυνατότητα φοίτησης σε μη κρατικά πανεπιστήμια, των οποίων οι τίτλοι σπουδών αναγνωρίζονται από το ελληνικό κράτος σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Παράλληλα, θεωρώ αναγκαία τη θέσπιση ενός ιδιαίτερα αυστηρού και ουσιαστικού πλαισίου αξιολόγησης των μη κρατικών πανεπιστημιακών τμημάτων, με στόχο τη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων σπουδών.
Η αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών, των κτιριακών υποδομών, της οργανωτικής δομής και της οικονομικής βιωσιμότητας ενός ιδρύματος αποτελεί ασφαλώς απαραίτητη προϋπόθεση, δεν είναι όμως από μόνη της επαρκής. Η έμφαση πρέπει να μετατοπιστεί σε αντικειμενικούς δείκτες ακαδημαϊκής ποιότητας, ερευνητικής παραγωγής και σύνδεσης με την αγορά εργασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε να θεσμοθετηθεί η τήρηση μητρώου αποφοίτων (alumni), μέσω του οποίου θα παρακολουθείται η επαγγελματική πορεία των αποφοίτων στον δημόσιο, τον ιδιωτικό και τον ερευνητικό τομέα.
Παράλληλα, η ερευνητική δραστηριότητα του ιδρύματος, η ποιότητα και ο διεθνής αντίκτυπος των επιστημονικών δημοσιεύσεων, οι ετεροαναφορές (citations), η συμμετοχή σε ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα και η διεθνής ακαδημαϊκή συνεργασία, αποτελούν μετρήσιμους δείκτες που αποτυπώνουν με αξιοπιστία τη συμβολή ενός πανεπιστημίου στην παραγωγή νέας γνώσης.
Εφόσον οι επιδόσεις ενός ιδρύματος υπολείπονται συστηματικά των αντίστοιχων δεικτών ποιότητας που καταγράφουν τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια, τα οποία αποτελούν διαχρονικά το καθιερωμένο σημείο αναφοράς (benchmark) της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης, θα πρέπει να προβλέπονται κλιμακωτές κυρώσεις.
Οι κυρώσεις αυτές θα μπορούσαν να ξεκινούν από συστάσεις και υποχρεωτικά σχέδια συμμόρφωσης ενώ σε περίπτωση διαρκούς αδυναμίας βελτίωσης, να φθάνουν έως και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του ιδρύματος.
Τέλος, κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω αυστηροποίηση του πλαισίου ακαδημαϊκής αναγνώρισης τίτλων σπουδών που αποκτώνται στην αλλοδαπή. Ο Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.) οφείλει να διατηρήσει και να ενισχύσει τον ρόλο του ως εγγυητής της ακαδημαϊκής ποιότητας, διασφαλίζοντας ότι κάθε τίτλος που αναγνωρίζεται στην Ελλάδα πληροί ουσιαστικά, και όχι μόνο τυπικά, τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά κριτήρια ισοτιμίας και ποιότητας.
Δεν πρέπει ο μέσος πολίτης να καλείται να διακρίνει έναν χρηματοοικονομικό σύμβουλο, έναν πολιτικό μηχανικό ή έναν νομικό από το αν πέρασε σε κρατικό πανεπιστήμιο ξεπερνώντας την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής ή αν φοίτησε σε μη κρατικό πανεπιστήμιο καταβάλλοντας υψηλά δίδακτρα.
Η ευθύνη αυτή ανήκει αποκλειστικά στην Πολιτεία που θεσμοθετεί τα επαγγελματικά δικαιώματα. Οφείλει να εγγυάται ότι κάθε αναγνωρισμένος πανεπιστημιακός τίτλος, αντιστοιχεί στο ίδιο υψηλό επίπεδο γνώσεων, δεξιοτήτων και επιστημονικής επάρκειας, ανεξάρτητα από τον φορέα που τον απονέμει.
Δημόσια και μη κρατικά πανεπιστήμια μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση της συνεχούς, αντικειμενικής και αυστηρής αξιολόγησής τους με μετρήσιμους δείκτες ποιότητας. Παράλληλα, η Πολιτεία οφείλει να διαφυλάξει τον δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης ως βασικού μηχανισμού κοινωνικής κινητικότητας και να διασφαλίσει ότι η οικονομική δυνατότητα, ο τόπος κατοικίας ή η κοινωνική καταγωγή δεν θα αποτελούν παράγοντες που καθορίζουν τις εκπαιδευτικές ευκαιρίες ενός νέου ανθρώπου.
Η ισότητα στην πρόσβαση στην εκπαίδευση και η αριστεία δεν είναι αντικρουόμενες έννοιες. Αντίθετα, αποτελούν τις δύο αναγκαίες προϋποθέσεις για ένα πραγματικά σύγχρονο, δίκαιο και ανταγωνιστικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης.
*Ο Παναγιώτης Νικ. Ζήσης είναι Υπ. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών στην Διοίκηση Οργανωσιακής Αλλαγής