Προσκύνημα στο Σούλι

Της Παναγιώτας Π. Λάμπρη, πεζογράφου – ποιήτριας

Ούτε και θυμάμαι από πότε ήθελα να πάω στο Σούλι, τόπο φορτισμένο με ιστορικές μνήμες και αναφορές, αλλά και με δεσμούς αίματος ξεχωριστούς, αφού η εκ πατρός φύτρα μου από κει κρατά, από την οικογένεια, τη φάρα αν θέλετε, των Θανασάτων ή Θανασαίων, η οποία, μετά την κατάκτηση της περιοχής από τον Αλή Πασά, βρήκε καταφύγιο στα περίχωρα του χωριού μου. Δεν γνωρίζω αν στο σύνολό της κατέφυγε εκεί, αλλά θαρρώ πως αυτό πλέον μικρή σημασία έχει.

Και να, που κάποια στιγμή οι δυνάμεις του σύμπαντος συνηγόρησαν και με τον συνοδοιπόρο της ζωής μου κινήσαμε για τον ποθητό τόπο, τον οποίο η ψυχή και η σκέψη είχαν μ’ έναν τρόπο επισκεφτεί και γνωρίσει μέσω διαφόρων πηγών.

Εξάλλου, από την παιδική ηλικία είχαμε μάθει πολλά για την αγωνιστικότητα και το ελεύθερο φρόνημα των Σουλιωτών, ενώ κατά τον εορτασμό των εθνικών επετείων ποτέ δεν έλειπαν κείμενα που ν’ αναφέρονται στο δοξασμένο Σούλι και τους υπερασπιστές του.

Με τον μέσα κόσμο μας γιομάτο με μνήμες, οι οποίες ζωντάνευαν μία μετά την άλλη, ξανοιχτήκαμε στο ταξίδι και, μολονότι το καλοκαίρι βρισκόταν στο τέλος του, η κάψα καλά κρατούσε. Αφήσαμε πίσω μας την εύφορη πεδιάδα Φαναρίου και τον Αχέροντα, που οι πανάρχαιοι μύθοι και η ομορφιά του πλήθος επισκεπτών προσελκύει, και πήραμε τον ανηφορικό δρόμο με προορισμό τα ιερά χώματα του Σουλίου.

Το ορεινό τοπίο, στεγνό, και οι βραχώδεις υπώρειες, που πάνω τους φιδοσερνόταν ο δρόμος, έμοιαζαν να ζητούν απεγνωσμένα νερό, ενώ τα ενδημικά φυτά, αν και διψασμένα, σκορπούσαν ιδιότυπη ομορφιά.

Πληθωρικά φυόντουσαν τα πουρνάρια και τα μόνα λουλούδια, τα οποία ανθούσαν σ’ όλη τη διαδρομή, ήταν οι σκίλλες, κοινώς σκιλλοκρέμμυδα, που απαντούν και μ’ άλλα ονόματα, ενώ σε πολλά μέρη διατηρείται το πανάρχαιο έθιμο, το οποίο υπαγορεύει να κρεμούν την πρωτοχρονιά βολβούς τους στις θύρες των σπιτιών για καλοτυχία!

Ανθεκτικά φυτά, ύψωναν επιβλητικά τα ανθοφόρα στελέχη τους, ελκύοντας επίμονα το βλέμμα μας, ενώ πολλών οι ογκώδεις βολβοί έχασκαν ξεγυμνωμένοι στο φως.

Όσο ανεβαίναμε, δρέπαμε ιδιαίτερες εικόνες, φορτισμένες έτσι κι αλλιώς απ’ όσα κάποτε συνέβησαν εκεί. Μπροστά μας τα γυμνά σχεδόν βουνά του Σουλίου και κάτω χαμηλά η καταπράσινη πεδιάδα, που τα νερά του ιερού ποταμού δεν την είχαν αφήσει να διψάσει. Σ’ αυτόν τον ξεχωριστό ταξίδι, δυο γαλανόλευκες ζωγραφισμένες πάνω σε τοίχους, μας καλωσόρισαν, δίνοντας το στίγμα του τόπου!

Καθώς προχωρούσαμε παρατηρώντας τα πέριξ, μιλούσαμε για τον τόπο και τους ανθρώπους του που τόσες δοξασμένες σελίδες της Ιστορίας μας έγραψαν, ώσπου κάποια στιγμή με οδηγό την πινακίδα στρίψαμε στα δεξιά του δρόμου, με κατεύθυνση τους Σουλιώτικους μύλους.

Το τοπίο υπέροχο, με πλατάνια αιωνόβια, νερά, αναγκαία για τη λειτουργία των μύλων άλλωστε, κτήρια παλιά, του χρόνου κειμήλια, κι ένα καφενείο, στεγασμένο σε κάποιο απ’ αυτά, προσέφερε μικρές γευστικές απολαύσεις σ’ όσους έφταναν ως εκεί διαβαίνοντας τα ύδατα του Αχέροντα!

Το σημείο και τα σημαινόμενά του υποβλητικά, κομίζουν μνήμες από χρόνο μακρινό για τους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί ν’ αλέσουν σιτηρά σε δύσκολους καιρούς, ενώ εμείς, ταξιδευτές του παρόντος, προσπαθούσαμε λίγη από την αύρα τους να νιώσουμε.

Λίγο μετά βρισκόμασταν πάλι στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στο Σούλι. Το τοπίο συνέχισε να μας προσφέρει μοναδικές εικόνες, οι οποίες διανθίζονταν από αγελάδες, μοσχάρια και αιγοπρόβατα που έβοσκαν αδέσποτα, αφήνοντας συχνά τα αποτυπώματά τους, σβουνιές και κοπριές, στην άσφαλτο. Ώσπου…

Ώσπου φτάσαμε στον προορισμό μας, στο Σούλι! Ψηλά δέσποζε η κατοικία των Τζαβελαίων, η οποία, ανακαινισμένη, λειτουργεί ως μουσείο, μόνο που εκείνη τη μέρα ήταν κλειστό. Στο προαύλιό του υπάρχουν οι προτομές του Λάμπρου και της Μόσχως Τζαβέλα, που έγιναν με δαπάνη του Αλέξανδρου Ι. Καλούδη και πρωτοβουλία του συλλόγου «Οι Φίλοι του Σουλίου», ο οποίος ιδρύθηκε το 1971 με πρωτοβουλία του σημαντικού πνευματικού ανθρώπου, Βασίλη Κραψίτη (1921-2004).

Στη βάση της προτομής της Μόσχως έχουν γραφεί τα ιστορικά, συγκινητικά και διδακτικά λόγια της: «Το παιδί μου είναι παιδί του Σουλίου και σαν γλιτώσει το Σούλι, γλιτώνει και το παιδί μου, και σαν χαθεί το Σούλι, ας χαθεί και το παιδί μου κι εγώ η ίδια».

Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε στην πλατεία, όπου μπροστά από το Βουλευτήριο των Σουλιωτών δεσπόζουν οι προτομές των ηρώων, Τζήμα Ζέρβα, Μάρκου Μπότσαρη, Καλόγηρου Σαμουήλ, Φώτου Τζαβέλα και Γεωργίου Δράκου, όλες καμωμένες με πρωτοβουλία του αναφερθέντος συλλόγου.

Πιο κει ανέμιζε η ελληνική σημαία, ενώ οι μορφές που εικονίζονται σ’ αυτές τις προτομές, ανακαλούσαν μνήμες που αφορούν στη δια βίου πορεία τους και στην προσφορά τους στην πατρίδα και μας προκαλούσαν ξεχωριστή συγκίνηση.

Είναι γεγονός πως για όλους θα μπορούσε να γίνει περαιτέρω αναφορά, αλλά θα σημειώσω μόνο τμήμα της επιστολής του Φώτου Τζαβέλα, την οποία απέστειλε ο ίδιος στον Αλή Πασά και αναγράφεται κάτω από την προτομή του: «ΒΕΖΥΡΗ ΑΛΗ ΠΑΣΑ, ΜΗ ΣΤΟΧΑΣΘΗΣ ΟΤΙ ΘΑ ΜΕΥΡΗΣ ΜΙΚΡΟΨΥΧΟΝ ΕΠΕΙΔΗ ΕΧΕΙΣ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΣΟΥ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΚΝΑ. Η ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΜΟΥ ΜΕ ΚΑΜΝΕΙ ΝΑ ΜΗ ΣΤΟΧΑΣΘΩ ΟΥΤΕ ΓΥΝΑΙΚΑ ΟΥΤΕ ΥΙΟΥΣ. ΕΙΣΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΜΗΣ ΟΤΙ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΘΕΛΕΙΣ, ΕΓΩ ΔΕ ΜΕ ΟΛΗΝ ΜΟΥ ΤΗΝ ΦΥΛΗΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ, ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΣΟΙ ΠΑΡΑΔΩΣΩΜΕΝ ΤΑ ΟΠΛΑ ΖΩΝΤΕΣ. 4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1803, ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ» (υπογραφή, σφραγίδα).

Λίγο πιο κει, πηγάδια! Πολλά πηγάδια -υπολογίζεται πως στην ευρύτερη περιοχή του Σουλίου ήταν πάνω από 400-, τα οποία έδιναν ζωή στην κατά τα άλλα άνυδρη περιοχή. Ουσιαστικά, πρόκειται για στέρνες, οι οποίες συνδέονταν, όπως μας είπαν, μεταξύ τους με κεραμικούς σωλήνες που μετέφεραν νερό σ’ αυτές από μια πλακόστρωτη δεξαμενή, η οποία βρισκόταν σε ψηλότερο σημείο.

Κάθε οικογένεια είχε τη δική της στέρνα και σύμφωνα με μαρτυρίες, όταν οι Τουρκαλβανοί του Αλή Πασά πλησίασαν το Σούλι, οι αγωνιστές έριξαν στα περισσότερα απ’ αυτά βρωμιές και ασβέστη, για να μη μπορούν να χρησιμοποιηθούν από κείνους.

Κατόπιν, οδηγηθήκαμε στον ναό του Αγίου Δονάτου και επισκεφτήκαμε τον χώρο όπου τελούνται οι ετήσιες τιμητικές εκδηλώσεις για τον αγώνα και τις θυσίες των Σουλιωτών, την τελευταία Κυριακή του Μαΐου. Πόσο θα ’θελα ν’ απαγγείλω εκεί κάποιο από τα ποιήματά μου που αφορούν στο Σούλι!

Από το σημείο αντικρίσαμε συγκινημένοι ό,τι το βλέμμα μας περιμετρικά θωρούσε, ενώ επικεντρώθηκε εμφατικά αντίκρυ, στον ναό της Αγίας Παρασκευής, στο Κούγκι, και φανταστήκαμε κείνη την ώρα την ανατίναξη και το μεγαλείο του, που φωτίζει τους αιώνες! Και λίγο πιο μακριά δέσποζε περήφανα το κάστρο της Κιάφας, μακριά πλέον από πολέμους κι αντάρες και νιώθαμε πως μας καλούσε ν’ απολαύσουμε τη δύναμη και το μεγαλείο του, όπως και κάναμε.

Ο ήλιος μάς θάμπωνε μες στο καταμεσήμερο και το μυαλό, πλημμυρισμένο από εικόνες, μνήμες και σκέψεις, δεν έβρισκε αναπαμό, γεμίζοντας την ψυχή με πλήθος συναισθημάτων.

Κι ο λογισμός, εκεί, στα ιερά βράχια, ανέσυρε ως επίλογο τούτης της σύντομης συγγραφικής αποτύπωσης του ταξιδιού, δύο στροφές από την ωδή του Ανδρέα Κάλβου, «Εις Σούλι»: «Βράχοι υψηλοί, διαβόητοι, / βουνά του τετραχώρου, / από σας καταβαίνουσι / πολλοί και δυνατοί / αδάμαστοι άνδρες. / Κάθε χέρι, κλαδί· / κάθε κεφάλι φέρνει / στέφανον· από βράχον / πηδάουν εις βράχον ψάλλοντες / πολέμιον άσμα.»