Όταν ερχόταν η σειρά σου να χορέψεις….

Γράφει η Αναστασία Καρρά – Μαστραπά

Σημείωμα της συγγραφέως : Σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα άρθρα, το κείμενο αυτό αποτελεί μια βιωματική ανασύνθεση της ατμόσφαιρας των παλιών πανηγυριών στα χωριά της Άρτας.

Δεν φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως λαογραφική μελέτη, αλλά να διασώσει εικόνες, ήχους και μνήμες ενός κόσμου που σήμερα έχει σε μεγάλο βαθμό χαθεί. Πολλά από τα στοιχεία που περιγράφονται εδώ ανήκουν στον άγραφο κόσμο των παλιών πανηγυριών και διασώζονται κυρίως μέσα από τη μνήμη όσων τα έζησαν.

Η ιεροτελεστία του χορού στα παλιά πανηγύρια της Άρτας
«Το νούμερο πέντε για χορό…»
Η φωνή από το μεγάφωνο απλωνόταν σε όλη την πλατεία και μια παρέα σηκωνόταν σχεδόν όλοι μαζί από το τραπέζι του καφενείου. Το ποτήρι έμενε στη μέση, η κουβέντα κοβόταν απότομα και η παρέα έπαιρνε θέση για να χορέψει. Όμως μέχρι να ακουστεί εκείνη η φράση, μπορεί να είχαν περάσει και ώρες….

Τα τραπέζια γύρω από το χοροστάσι είχαν γεμίσει από νωρίς. Οι ξενιτεμένοι είχαν γυρίσει στο χωριό για τη γιορτή, συγγενείς και φίλοι αντάμωναν ύστερα από μήνες, τα παιδιά έτρεχαν γύρω στην πλατεία και οι μεγαλύτεροι παρακολουθούσαν όσους ήδη χόρευαν.

Πάνω στο τραπέζι υπήρχε κι ένα μικρό χαρτάκι με έναν αριθμό. Κάθε τόσο κάποιος το έπιανε και το στριφογύριζα ανυπόμονα στα χέρια του και ύστερα γύριζε το βλέμμα προς την ορχήστρα. Ήταν το χαρτάκι με τη σειρά που θα χόρευε η παρέα…

Μερικές φορές η αναμονή κρατούσε πολύ. Η προηγούμενη παρέα είχε μερακλώσει, αυτός που χόρευε μπροστά είχε ζητήσει κι άλλο σκοπό και ο χορός συνεχιζόταν. Κανείς όμως δεν δυσανασχετούσε. Όλοι ήξεραν πως, όταν θα ερχόταν η δική τους σειρά, ίσως να έκαναν ακριβώς το ίδιο.
Κάποτε ακουγόταν ξανά η φωνή από το μεγάφωνο.
«Το νούμερο πέντε για χορό…»

Στο πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου στα Πιστιανά, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η παρέα που άνοιγε τον χορό. Πρώτος ο δάσκαλος του συνοικισμού Ποτιστικών Μπάμπης Ανυφαντής, δεύτερος ο πρόεδρος του χωριού Χρήστος Μήτσιος, τρίτος ο δάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Πλατανίων Γεώργιος Καρράς και πέμπτος ο Γιάννης Ανυφαντής, επίσης δάσκαλος. (Αρχείο Γ. Καρρά.)

 

Η παρέα σηκώνονταν κι ο πρώτος στον κύκλο πλησίαζε την κομπανία και έδινε χαμηλόφωνα την παραγγελιά με το τραγούδι που ήθελε.
Ύστερα έπαιρνε τη θέση του μπροστά….. Και περίμενε. Περίμενε να μπει ο σκοπός.
Οι πρώτες νότες του κλαρίνου απλώνονταν στην πλατεία και μόνο τότε γινόταν το πρώτο βήμα.
Σιγά σιγά όλα γύρω έσβηναν. Οι φωνές από τα τραπέζια, τα γέλια των παιδιών, ακόμη και οι κουβέντες του καφενείου έμεναν πίσω. Έμεναν μόνο το κλαρίνο, το τραγούδι και ο χορός.

Στο χωριό όλοι γνώριζαν ποιοι ήταν οι καλοί χορευτές. Η φήμη τους είχε απλωθεί από πανηγύρι σε πανηγύρι. Μόλις κάποιος από αυτούς σηκώνονταν για χορό, οι κουβέντες χαμήλωναν σχεδόν από μόνες τους. Άνθρωποι που λίγο πριν έτρωγαν ή συζητούσαν γύριζαν το βλέμμα τους προς τον κύκλο. Δεν θυμάμαι χειροκροτήματα όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Η προσοχή με την οποία παρακολουθούσαν τον χορευτή ήταν από μόνη της ένδειξη αναγνώρισης.

Οι καλοί χορευτές ήξεραν πως όλοι τους παρακολουθούσαν. Δεν χόρευαν όμως για να εντυπωσιάσουν. Ο χορός τους δεν ήταν μια σειρά από βήματα που είχαν μάθει σε κάποιο μάθημα. Τα βήματα έβγαιναν από μέσα τους, καθώς ακολουθούσαν τον ρυθμό του κλαρίνου και του τραγουδιού.

Γι’ αυτό κανένας δεν έμοιαζε πραγματικά με κάποιον άλλον. Κι όσο πιο μερακλίδικος γινόταν ο χορός, τόσο πιο μερακλίδικο γινόταν και το παίξιμο του κλαρίνου. Τότε, κάποιες φορές, ο κλαριντζής κατέβαινε από το πάλκο. Δεν συνέβαινε σε κάθε χορό, παρά μόνο όταν ένιωθε πως απέναντί του είχε έναν άνθρωπο που πραγματικά ζούσε τον σκοπό.

Κι από εκείνη τη στιγμή άρχιζε μια σιωπηρή συνομιλία. Το κλαρίνο ακολουθούσε τα βήματα. Ο χορευτής απαντούσε με τις κινήσεις του σώματός του. Ο ένας οδηγούσε τον άλλον χωρίς να χρειαστεί ούτε μία λέξη. Άλλοτε ο σκοπός βάραινε, άλλοτε ζωντάνευε, σαν να ανέπνεαν και οι δύο με τον ίδιο ρυθμό.

Οι άνθρωποι γύρω από τον κύκλο παρακολουθούσαν σχεδόν αμίλητοι. Ήξεραν πως κάθε τέτοιος χορός ήταν διαφορετικός. Δεν επαναλαμβανόταν ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Εκείνη η σιωπηρή συνομιλία, σχεδόν τελετουργική, μπορούσε να κρατήσει λίγα μόνο λεπτά. Όσοι όμως την είχαν ζήσει τη θυμούνται ακόμη.

Πότε πότε αυτός που έσερνε το χορό έκανε ένα μικρό νεύμα. Ο κλαριντζής άλλαζε το παίξιμό του, ο σκοπός ζωντάνευε ή γινόταν ακόμη πιο βαρύς και ο χορός αποκτούσε άλλη ένταση. Όλα γεννιούνταν εκείνη τη στιγμή.
Τότε άρχιζαν να εμφανίζονται και τα πρώτα χαρτονομίσματα, η «χαρτούρα» στη γλώσσα των βιολιτζήδων.

Κάποιος από την παρέα πλησίαζε διακριτικά και τα στερέωνε στα κλειδιά του κλαρίνου. Άλλοτε τα έδινε ο ίδιος που έσερνε το χορό, άλλοτε ένας αδελφός, ένας κουμπάρος ή ένας φίλος. Όσο ο χορός συνεχιζόταν και το μεράκι μεγάλωνε, ακολουθούσαν κι άλλα…..Δεν ήταν απλώς χρήματα. Ήταν ένας τρόπος να πεις στον μουσικό: «Συνέχισε…».
Και ο μουσικός συνέχιζε. Άλλος ένας σκοπός. Καμιά φορά κι άλλος. Η παρέα δεν βιαζόταν να καθίσει. Ολόκληρη τη χρονιά περίμενε εκείνη τη στιγμή.

Όταν τελικά η σειρά για χορό τελείωνε, οι χορευτές γύριζαν στο τραπέζι τους. Σχεδόν αμέσως η προσοχή όλων περνούσε στην επόμενη παρέα. Το μεγάφωνο ακουγόταν ξανά, ένας άλλος αριθμός ανακοινωνόταν και ο κύκλος άνοιγε από την αρχή.
Έτσι κυλούσε ολόκληρη η νύχτα.
Παρέα μετά την παρέα.
Σκοπός μετά τον σκοπό.
Μέχρι να ξημερώσει.

Το καλύτερο γλέντι όμως, συνήθως άρχιζε τότε, τα ξημερώματα. Οι πολλές παρέες είχαν πια φύγει και γύρω από την κομπανία έμεναν οι γλεντζέδες, εκείνοι που δεν βιάζονταν να τελειώσει η νύχτα. Το γλέντι τότε άλλαζε χαρακτήρα. Έρχονταν οι βαριοί σκοποί και οι αργοί, μετρημένοι χοροί.

Νίκος, Γιώργος και Γιάννης Γεροδήμος με τον Παντελή Μπεσίρη. (Πηγή: Ν. Γεροδήμος, στο λεύκωμα Συρράκο – Πέτρα, Μνήμη, Φως, Πνευματικό Κέντρο Κοινότητας Συρράκου, 2004.)

 

Κάποτε έμπαινε και κάποιος να χορέψει πάνω σε τρία ποτήρια, συνήθως σε βαρύ, αργό σκοπό. Ήταν ένας χορός που απαιτούσε μεγάλη δεξιοτεχνία και λίγοι μπορούσαν να τον κάνουν. Ήταν οι ώρες που το πανηγύρι είχε μείνει πια στους μερακλήδες.

Με τα χρόνια πολλά από αυτά άλλαξαν. Στα περισσότερα σημερινά πανηγύρια, που οργανώνονται πλέον από πολιτιστικούς συλλόγους, ο χορός είναι ελεύθερος και η παλιά σειρά της παρέας έχει εκλείψει. Μαζί της άλλαξε και η ατμόσφαιρα γύρω από τον χορό.

Τότε η στιγμή που μια παρέα σηκωνόταν για να χορέψει είχε κάτι από παράσταση, σχεδόν από ιεροτελεστία. Η αναμονή, η ανακοίνωση από το μεγάφωνο, η παραγγελιά του τραγουδιού, αυτός που χόρευε μπροστά και τα βλέμματα των γύρω που στρέφονταν επάνω του έδιναν στη στιγμή έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Σήμερα ο χορός είναι περισσότερο ανοιχτός και συμμετοχικός· μπορεί κανείς να μπει στον κύκλο χωρίς να περιμένει τη σειρά του. Κάτι κερδήθηκε από αυτή την ελευθερία, αλλά κάτι από εκείνη την παλιά τελετουργία χάθηκε.
Άλλαξε και ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνεται ο χορός.

Σήμερα οι περισσότεροι γνωρίζουν τους παραδοσιακούς χορούς μέσα από τους πολιτιστικούς συλλόγους, με πρόβες και οργανωμένη διδασκαλία — μια πολύτιμη προσπάθεια που συνέβαλε στη διατήρησή τους. Όσοι όμως πρόλαβαν τα παλιά πανηγύρια θυμούνται έναν διαφορετικό τρόπο μαθητείας…..

Ο χορός μαθαίνονταν μέσα στο ίδιο το πανηγύρι: βλέποντας τους μεγαλύτερους, ακούγοντας το κλαρίνο και μπαίνοντας σιγά σιγά στον κύκλο. Αντιπροσώπευε προσωπικά βιώματα, αγάπες, χαρές, λύπες, θύμησες, ξενιτεμένους. Δεν υπήρχε ένα πρότυπο που έπρεπε όλοι να ακολουθήσουν· ο καθένας διαμόρφωνε με τον καιρό τον δικό του τρόπο να χορεύει.

Γι’ αυτό και κανένας καλός χορευτής δεν έμοιαζε πραγματικά με κάποιον άλλον. Ο καθένας είχε το δικό του ύφος, το δικό του μέτρο, τα δικά του βήματα που ακολουθούσαν το ρυθμό. Δεν χρειαζόταν να κάνει εντυπωσιακές φιγούρες. Ο τρόπος που χόρευε ήταν αρκετός για να εκφράσει αυτό που ένιωθε.

Ίσως γι’ αυτό οι παλιοί, όταν μιλούν ακόμη για τα πανηγύρια τους, δεν θυμούνται μόνο τα τραγούδια ή τους μεγάλους κλαριντζήδες.
Θυμούνται την αναμονή γύρω από το τραπέζι του καφενείου.
Το μικρό χαρτάκι στην τσέπη.
Τη φωνή από το μεγάφωνο.
Τη στιγμή που περίμεναν να μπει ο σκοπός.
Τον κλαριντζή να κατεβαίνει από το πάλκο μόνο όταν ένιωθε πως απέναντί του είχε έναν άνθρωπο που είχε πραγματικά μερακλώσει.
Ίσως γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά, ένα παλιό κλαρίνο αρκεί για να ξαναγυρίσουν, έστω για λίγο, σ’ εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες των χωριών της Άρτας.

Πανηγύρι στον Μίχο Ντάλα, στα Πλατάνια Πιστιανών. Στην άκρη, πίσω αριστερά, διακρίνεται ο Λάμπρος Μιχαλόπουλος. Τα υπόλοιπα μέλη της ορχήστρας είναι ο Κώστας και η Άρτεμις Πρέντζα, ο Γιώργος Στεργίου και ο έτερος Στεργίου στο ακορντεόν. Το όνομα του τραγουδιστή δεν έχει μέχρι σήμερα ταυτιστεί. (Πηγή: Αρχείο Βιβής Ρίζου – Μιχαλοπούλου, όπως δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα «Μουσική Παράδοση του Ξηροβουνίου».)