
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Αφορμή για το σημερινό άρθρο στάθηκε ένα ενδιαφέρον κείμενο που διάβασα πριν από λίγες ημέρες στο διαδίκτυο, δημοσιευμένο από έναν διαδικτυακό φίλο. Αναφερόταν στη ζωή και στο έργο της Αμερικανίδας οικονομικής δημοσιογράφου Γκρέτσεν Μόργκενσον, μιας γυναίκας που εγκατέλειψε μια επιτυχημένη καριέρα στη Wall Street για να αφιερώσει τη ζωή της στην αποκάλυψη όσων πολλοί γνώριζαν αλλά ελάχιστοι τολμούσαν να πουν δημόσια.
Διαβάζοντας την ιστορία της, δεν στάθηκα μόνο στη δημοσιογραφική της πορεία ούτε στο γεγονός ότι τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ. Στάθηκα κυρίως στο μήνυμα που εκπέμπει μέχρι σήμερα. Ότι η οικονομία χωρίς διαφάνεια παύει να υπηρετεί την κοινωνία και αρχίζει να υπηρετεί αποκλειστικά τα ισχυρά συμφέροντα.
Η Μόργκενσον γνώριζε τον κόσμο των χρηματοπιστωτικών αγορών από μέσα. Εργάστηκε ως χρηματίστρια, είδε πώς λειτουργούσε το σύστημα και κατάλαβε ότι πολλές φορές οι πληροφορίες που έφθαναν στον απλό επενδυτή δεν ήταν τόσο αντικειμενικές όσο παρουσιάζονταν. Επέλεξε λοιπόν να περάσει στην απέναντι όχθη. Να ερευνήσει, να γράψει, να αποκαλύψει.
Οι έρευνές της ανέδειξαν τις συγκρούσεις συμφερόντων που υπήρχαν μεταξύ τραπεζών, χρηματιστηριακών εταιρειών και επενδυτικών αναλυτών. Άνθρωποι που δημόσια προέτρεπαν τους πολίτες να αγοράσουν συγκεκριμένες μετοχές, ιδιωτικά εξέφραζαν την πλήρη απαξίωσή τους γι’ αυτές.
Το αποτέλεσμα ήταν να πληρώσουν βαρύ τίμημα οι μικροεπενδυτές, ενώ τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα συνέχιζαν να αποκομίζουν τεράστια κέρδη.
Δεν ήταν απλώς μια δημοσιογραφική επιτυχία. Ήταν μια υπενθύμιση ότι η ενημέρωση μπορεί να γίνει είτε εργαλείο προστασίας του πολίτη είτε εργαλείο χειραγώγησής του.
Πιστεύω ότι αυτό το δίδαγμα ξεπερνά τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Και στην Ελλάδα γνωρίσαμε περιόδους κατά τις οποίες η υπερβολική αισιοδοξία, η ελλιπής πληροφόρηση και η ψυχολογία της αγοράς οδήγησαν χιλιάδες συμπολίτες μας σε οικονομικές αποφάσεις που αποδείχθηκαν καταστροφικές.
Το χρηματιστήριο του 1999 αποτελεί ίσως τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση. Οικογένειες επένδυσαν τις οικονομίες μιας ζωής πιστεύοντας ότι οι αγορές ανεβαίνουν μόνο προς μία κατεύθυνση. Η πραγματικότητα ήταν αμείλικτη.
Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Οι αγορές κατέρρευσαν, όχι επειδή έλειπαν οι προειδοποιήσεις, αλλά επειδή για μεγάλο χρονικό διάστημα πολλοί προτίμησαν να μη τις ακούσουν. Η απληστία αποδείχθηκε ισχυρότερη από τη λογική και το κόστος μεταφέρθηκε στις κοινωνίες.
Σήμερα το περιβάλλον είναι ακόμη πιο σύνθετο. Επενδυτικά κεφάλαια, private equity, σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα και νέες μορφές επενδύσεων δημιουργούν ευκαιρίες, αλλά και κινδύνους. Όσο αυξάνεται η πολυπλοκότητα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για ενημερωμένους πολίτες και για θεσμούς που λειτουργούν χωρίς εξαρτήσεις.
Η μεγαλύτερη προστασία του επενδυτή δεν είναι η τύχη. Είναι η γνώση.
Ο πολίτης οφείλει να αναρωτιέται ποιος προτείνει μια επένδυση, ποια συμφέροντα εκπροσωπεί, ποιος αμείβεται και ποιος αναλαμβάνει τελικά τον κίνδυνο. Η διαφάνεια δεν αποτελεί εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη.
Αντίθετα, είναι η βασικότερη προϋπόθεσή της.
Η ιστορία της Γκρέτσεν Μόργκενσον μάς θυμίζει ότι η ανεξάρτητη δημοσιογραφία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι θεσμός της Δημοκρατίας. Όπως ακριβώς η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και οι ισχυρές εποπτικές αρχές, έτσι και η ερευνητική δημοσιογραφία λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στην αυθαιρεσία των ισχυρών.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, η πληροφορία έχει μετατραπεί σε μορφή εξουσίας. Όποιος ελέγχει την πληροφορία μπορεί να επηρεάσει αποφάσεις, να διαμορφώσει προσδοκίες και, πολλές φορές, να κατευθύνει τεράστια οικονομικά συμφέροντα. Γι’ αυτό η ενημέρωση οφείλει να υπηρετεί την αλήθεια και όχι εκείνον που πληρώνει περισσότερο.
Κλείνοντας, θα ήθελα να σταθώ σε μία μόνο φράση, η οποία κατά τη γνώμη μου συνοψίζει όλη την ουσία του θέματος.
Όταν δεν καταλαβαίνουμε πώς κερδίζει χρήματα εκείνος που μας συμβουλεύει, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να κερδίζει από εμάς.
Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη της Γκρέτσεν Μόργκενσον. Όχι μόνο για τη Wall Street, αλλά για κάθε χώρα, κάθε αγορά και κάθε πολίτη που επιθυμεί να λαμβάνει αποφάσεις με γνώση και όχι με ψευδαισθήσεις.
Η εμπιστοσύνη στις αγορές δεν οικοδομείται με διαφημίσεις ούτε με επικοινωνιακές υποσχέσεις. Οικοδομείται με διαφάνεια, λογοδοσία, θεσμούς και ενημερωμένους πολίτες. Και αυτή είναι μια επένδυση που δεν χάνει ποτέ την αξία της.
Κλείνοντας να πω ότι σύστημα δεν πρόκειται ποτέ να επιτρέψει να υπάρξουν τέτοιες συζητήσεις και αναλύσεις και ο λόγος είναι πολύ ΑΠΛΟΣ.
Γιατί έτσι ζει, αναπνέει και αναπαράγεται..
* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών