
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
Υπάρχει ένα ανησυχητικό φαινόμενο που εδώ και χρόνια έχει ριζώσει βαθιά στην ελληνική κοινωνία: σχεδόν όλοι έχουν άποψη για όλα, σχεδόν όλοι γνωρίζουν τα πάντα, σχεδόν όλοι αισθάνονται ειδικοί για κάθε θέμα. Από την οικονομία και την εξωτερική πολιτική μέχρι τη Δικαιοσύνη, την ιατρική, τα δυστυχήματα, τις διεθνείς κρίσεις και την εγκληματικότητα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολίτες έχουν άποψη. Αυτό είναι δικαίωμα και στοιχείο της δημοκρατίας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η άποψη προηγείται της γνώσης, όταν η βεβαιότητα αντικαθιστά την έρευνα και όταν η οργή γίνεται ισχυρότερη από τα πραγματικά γεγονότα.
Ο συνημμένος πίνακας είναι αποκαλυπτικός.
Η Ελλάδα εμφανίζεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τον έλεγχο της αξιοπιστίας των πληροφοριών που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Το εύρημα αυτό δεν είναι απλώς ένα ακόμη στατιστικό στοιχείο. Είναι ένας καθρέφτης μιας ευρύτερης κοινωνικής συμπεριφοράς που όλοι λίγο πολύ συναντάμε καθημερινά.
Μια ανάρτηση, ένας τίτλος, ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων, μια πληροφορία χωρίς πηγή αρκούν πολλές φορές για να στηθεί μέσα σε λίγες ώρες μια ολόκληρη κοινωνική δίκη. Άνθρωποι εξοργίζονται, βρίζουν, καταδικάζουν, προσβάλλουν, χωρίζονται σε στρατόπεδα και υπερασπίζονται με φανατισμό κάτι που δεν έχουν καν ελέγξει αν είναι αληθινό.
Και όταν λίγες ώρες ή λίγες ημέρες η και πολύ αργότερα αποδεικνύεται ότι η είδηση ήταν ψευδής, παραποιημένη ή σκόπιμα αποσπασματική, σχεδόν κανείς δεν επιστρέφει για να πει…ΕΚΑΝΑ ΛΑΘΟΣ
Η ψευδής είδηση έχει ήδη κάνει τη δουλειά της.
Έχει προκαλέσει θυμό. Έχει δημιουργήσει πολιτικό όφελος. Έχει ενισχύσει προκαταλήψεις. Έχει δηλητηριάσει ανθρώπινες σχέσεις. Έχει μετατρέψει τον πολίτη από αναγνώστη σε οπαδό και από σκεπτόμενο άνθρωπο σε άκριτο αναμεταδότη.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Η παραπληροφόρηση δεν επιβάλλεται πλέον μόνο από πάνω. Αναπαράγεται μαζικά από κάτω. Από εμάς τους ίδιους.
Τα κοινωνικά δίκτυα έδωσαν σε όλους φωνή. Δεν έδωσαν όμως αυτομάτως σε όλους γνώση, κρίση και υπευθυνότητα. Αντίθετα, πολλές φορές επιβραβεύουν ακριβώς το αντίθετο.
Την υπερβολή, την ταχύτητα, τον θυμό, την προσβολή, την απόλυτη βεβαιότητα.
Ο μηχανισμός είναι απλός.
Όσο πιο εντυπωσιακή είναι μια είδηση, όσο περισσότερο προκαλεί φόβο, οργή ή αγανάκτηση, τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα έχει να διαδοθεί. Και όσο περισσότερο επιβεβαιώνει τις ήδη υπάρχουσες πολιτικές ή κοινωνικές πεποιθήσεις κάποιου, τόσο λιγότερο εκείνος αισθάνεται την ανάγκη να την ελέγξει.
Κάπως έτσι δημιουργούνται κλειστά στρατόπεδα. Ο καθένας επιλέγει τις ειδήσεις που τον βολεύουν, τα μέσα που επιβεβαιώνουν αυτά που ήδη πιστεύει και τους ανθρώπους που σκέφτονται όπως ο ίδιος. Η ενημέρωση παύει τότε να είναι αναζήτηση της αλήθειας και μετατρέπεται σε αναζήτηση επιβεβαίωσης.
Και φυσικά πάνω σε αυτό το έδαφος αναπτύσσεται η πολιτική εκμετάλλευση.
Κόμματα, μηχανισμοί, λογαριασμοί στα social media, ιστοσελίδες και κάθε είδους ενημερωτικές… πηγές γνωρίζουν πολύ καλά ότι ένας θυμωμένος πολίτης είναι συχνά πιο εύκολο να χειραγωγηθεί από έναν ενημερωμένο πολίτη. Η ψευδής ή μισή είδηση ταξιδεύει γρήγορα γιατί επιβεβαιώνει αυτό που κάποιος ήδη θέλει να πιστέψει.
Η ευθύνη ασφαλώς δεν είναι μόνο του πολίτη. Είναι και των μέσων ενημέρωσης που πολλές φορές κυνηγούν το κλικ αντί για την αλήθεια. Είναι και των πολιτικών δυνάμεων που συχνά υιοθετούν ή αφήνουν να αιωρούνται πληροφορίες όταν εξυπηρετούν την αντιπαράθεση.
Είναι και των ίδιων των ψηφιακών πλατφορμών, των οποίων οι αλγόριθμοι επιβραβεύουν ό,τι προκαλεί ένταση και συνεχή εμπλοκή.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό η ατομική ευθύνη γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Ο πολίτης οφείλει να μάθει να ρωτά: Ποια είναι η πηγή; Ποιος το λέει; Υπάρχει δεύτερη επιβεβαίωση; Είναι ολόκληρη η πληροφορία ή ένα αποσπασματικό κομμάτι; Υπάρχει πραγματικό γεγονός ή μόνο ένας τίτλος σχεδιασμένος για να προκαλέσει θυμό;
Αυτές οι απλές ερωτήσεις είναι σήμερα πράξεις δημοκρατικής αυτοάμυνας.
Γι’ αυτό και το πρόβλημα δεν είναι απλώς δημοσιογραφικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και δημοκρατικό.
Γιατί δημοκρατία χωρίς ενημερωμένους πολίτες καταντά εύκολα δημοκρατία εντυπώσεων.
Και μια κοινωνία στην οποία όλοι μιλούν, αλλά ελάχιστοι ελέγχουν, όλοι καταγγέλλουν αλλά λίγοι διασταυρώνουν, όλοι είναι βέβαιοι αλλά ελάχιστοι αμφιβάλλουν, γίνεται εξαιρετικά ευάλωτη στη χειραγώγηση.
Ίσως λοιπόν το μεγαλύτερο έλλειμμα της εποχής μας δεν είναι η έλλειψη πληροφορίας.
Είναι η έλλειψη αμφιβολίας.
Η απλή φράση ,δεν γνωρίζω ακόμη αρκετά για να έχω άποψη, θεωρείται σχεδόν αδυναμία. Κι όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι ίσως από τις πιο έντιμες και ώριμες φράσεις που μπορεί να πει ένας άνθρωπος.
Γιατί δεν είναι ντροπή να μη γνωρίζεις.
Ντροπή είναι να μη γνωρίζεις, αλλά να είσαι απολύτως βέβαιος ότι γνωρίζεις…..
* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών