«Πρώτο Θέμα» για βιβλίο Β. Μαλισιόβα

«Η γλώσσα αφτιασίδωτη αποκαλύπτει τα στερεότυπα»

Το νέο βιβλίο του Βασίλη Μαλισιόβα, «Μεταφορικά μιλώντας – Οι μεταμορφώσεις σημασιών στη γλώσσα μας» (πρόλογος της Ιωάννας Σπηλιοπούλου, εκδ. Άγκυρα), συνεχίζει το ταξίδι του με πολύ θετικές κριτικές τόσο από αναγνώστες όσο και από πολλά έγκριτα ΜΜΕ της χώρας.

Το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου, ο συγγραφέας παραχώρησε συνέντευξη στην κρατική τηλεόραση (εκπομπή «Στάση ΕΡΤ 3»), όπου είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει στο ευρύ κοινό το πόνημά του, το οποίο η δημοσιογράφος Ειρήνη Συράκη χαρακτήρισε «εξαιρετικά πρωτότυπο και χρήσιμο, καρπό πολύχρονης και πολύμοχθης έρευνας».

Ο κορυφαίος ενημερωτικός ιστότοπος «Πρώτο Θέμα» (protothema.gr, 6/10/26) αφιέρωσε εκτενέστατη εγκωμιαστική κριτική στο νέο βιβλίο του διακεκριμένου Ηπειρώτη συγγραφέα. Μεταξύ άλλων αναφέρει:

«Ο Βασίλης Μαλισιόβας εδώ και τρεις δεκαετίες υπηρετεί την ελληνική γλώσσα, έχοντας το χάρισμα τού να μπορεί να την κοιτάζει “και έτσι, κι αλλιώς”, από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Αυτή τη φορά το πρίσμα του είναι ο μεταφορικός λόγος στην ελληνική γλώσσα: λέξεις που χρησιμοποιούνται κατά κόρον, με διαφορετική έννοια από την αρχική, αυτόνομες ή μέσα σε φράσεις που πετυχαίνουν “διάνα” ως προς τη σημασία και την αποτύπωση του νοήματος.

Το βιβλίο “Μεταφορικά μιλώντας» είναι ένα είδος δοκιμιακού λεξικού, που δεν πριμοδοτεί το ακαδημαϊκό βάρος αλλά τη χαρά της ανάγνωσης στους μοντέρνους καιρούς. Χωρισμένο σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες και είκοσι υποκατηγορίες, το βιβλίο διατρέχει μέσα σε 300 σελίδες τη φύση, τα έντομα, τα πτηνά, τα ψάρια και τα θαλασσινά, το έδαφος και το υπέδαφος, τα μαθηματικά, τη χημεία, τη μουσική, την κοπτορραπτική, την κομμωτική, τα Μέσα Ενημέρωσης, τα επαγγέλματα, τα μαγειρική και τη γαστρονομία – αντλώντας υλικό από πολλούς και διάφορους τομείς, τις μεταφορικές λέξεις των οποίων φωτίζει.

Έτσι, διαβάζουμε για παράδειγμα ότι ως “αλμπάνης” (ο κακός επαγγελματίας και ψευδοεπιστήμονας) αναφερόταν στο μακρινό παρελθόν ο πεταλωτής και πρακτικός κτηνίατρος αλόγων και γαϊδουριών. Ενώ ο “γλυκανάλατος” είναι ο επιτηδευμένα συναισθηματικός και ρομαντικός, και «πιπεράτο» το καυστικό ή και πονηρό σχόλιο.

Επίσης “γλαρόσουπα” είναι το φαγητό που δεν τρώγεται, καθώς και συμβολικά οι αποτυχημένες μαγειρικές απόπειρες, αλλά και ότι “κεφτές”, “χαλβάς” και “λαπάς”, ο νωθρός και υπερβολικά χαλαρός άνθρωπος.

Πολύ ενδιαφέρουσες και οι μειωτικές αναφορές – ένα προνομιακό πεδίο για τις μεταφορές, που επιζούν σε πείσμα της πολιτικής ορθότητας, με λέξεις όπως “χαζοβιόλης”, “βλήμα”, “βλίτο”, “χόρτο”, “μπαγλαμάς”, “μπουζούκι” και άλλες που περιέχονται στο βιβλίο και επεξηγούνται με χειρουργική ακρίβεια.

Μοντέρνο και ευκολοανάγνωστο, το βιβλίο “Μεταφορικά μιλώντας” δεν υποδύεται, δεν παριστάνει, δεν κάνει επίδειξη γνώσεων ούτε φλυαρεί.

Γραμμένο κυρίως εκ πνευματικής περιουσίας του συγγραφέως και όχι ευθέως από πηγές ή άλλα λεξικά, καταφέρνει να γίνει από μόνο του μια σημαντική πηγή του είδους για ανάλογα μελλοντικά πονήματα, χωρίς να χάνει την επιστημοσύνη του.

Ιδιαίτερα χρήσιμο για εκπαιδευτικούς και μαθητές, όπως επίσης και για δημοσιογράφους, επικοινωνιολόγους, επαγγελματίες του λόγου, αλλά και γενικά για όποιον θέλει να ξαναδιαβάσει από μια άλλη οπτική τη γλώσσα που μιλάμε χωρίς να το ξέρουμε.

Τα παραδείγματα προφορικού λόγου από την καθημερινή επικοινωνία είναι ιδιαίτερα απολαυστικά, με το “βιτριολικό” (άλλη μια λέξη που παρατίθεται) χιούμορ σε ορισμένες περιπτώσεις να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Εκεί ξεχωρίζει η κοινωνική οξυδέρκεια του συγγραφέα – ο αναγνώστης συναντά την πεθερά που “έκανε πύραυλο το στιφάδο”, τον προϊστάμενο που “δεν ξέρει πόσο κάνει ένα κι ένα”, τον συνάδελφο που “καίει λάδια”.

Δεν είναι απλώς αστεία: είναι μικρές σκηνές από την ελληνική ζωή, όπου η γλώσσα αφτιασίδωτη αποκαλύπτει τα στερεότυπα, τις υποτιμήσεις, τις τρυφερότητες και τις ειρωνείες.

Ιδιαίτερη αξία έχει, ακόμη, η αναφορά σε τοπωνύμια και επώνυμα που προέρχονται από συγκεκριμένα πεδία μεταφορικών σημασιών, ενώ συναρπαστικό είναι το ταξίδι της μεταπήδησης από το ένα πεδίο στο άλλο.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η σταθερή δομή του βιβλίου. Κάθε κεφάλαιο ανοίγει με μια αφορμή, συχνά βιωματική: ο παππούς που έλεγε για τον αργοκίνητο γείτονα ότι “πηγαίνει με τον αραμπά του”, η γιαγιά που έριχνε αλεύρι “όσο έπαιρνε”, ο φίλος που αγόρασε “γιαπωνέζικη καρμανιόλα»” (και ήταν, τελικά, ένας κόφτης χαρτιού).

Ακολουθεί μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν του πεδίου, έπειτα το κύριο σώμα με τα λήμματα, όπου ο συγγραφέας ιχνηλατεί την κυριολεκτική σημασία λέξεων που σήμερα ζουν κυρίως μεταφορικά, και, τέλος, ένας επίλογος με ποιητικό ή λογοτεχνικό παράθεμα: Έλιοτ, Σουρής, Δροσίνης, Ηρόδοτος, ή απλώς μια παροιμία, όπως “η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει”. Το δίχως άλλο!».

Υπενθυμίζεται ότι το βιβλίο του Β. Μαλισιόβα «Μεταφορικά μιλώντας» (εκδ. Άγκυρα) διατίθεται από μεγάλα βιβλιοπωλεία τόσο στην Αθήνα όσο και στην περιφέρεια και στην Κύπρο, όπως και μέσω κορυφαίων ηλεκτρονικών πλατφορμών.